Πέμπτη, 27 Νοεμβρίου 2008

Σαν να μην πέρασε μια μέρα


Ο Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ (1790-1872), Γεννάδειος Βιβλιοθήκη, Αθήνα .

Έληξε πριν λίγες ημέρες η προθεσμία υποβολής των δηλώσεων του Κτηματολογίου.
Δεν θα κρίνω εδώ την διαδικασία, το ότι δηλαδή οι υποβάλλοντες την αίτηση πληρώνουν στο κράτος (αλλά και σε κάποιον ειδικό για να τους την συντάξει αν οι ίδιοι δεν γνωρίζουν), ή την προχειρότητα –ειδικά των πρώτων ημερών- όσον αφορά την υποδομή των κτηματολογικών γραφείων και την ταλαιπωρία των ελλήνων πολιτών το καλοκαίρι που μας πέρασε.
Τα είδαμε, τα ζήσαμε και δυστυχώς θα τα ζούμε συνεχώς.
Η υπόθεση του Βατοπεδίου επιβεβαιώνει επίσης την υπόθαλψη της διαφθοράς και της διαπλοκής από την επίσημη εξουσία με την κάλυψη που της παρέχει η ανυπαρξία της καταγραφής των δημοσίων εκτάσεων.
Θα αναρωτιέται κανείς γιατί εδώ και σχεδόν δύο αιώνες που υπάρχει το ελληνικό κράτος δεν είχε λυθεί αυτό το ζήτημα, ή τουλάχιστον γιατί δεν απασχολούσε όλους τους κυβερνώντες από την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μετά. Και όμως! Τους απασχολούσε, και μάλιστα από πολύ νωρίς. Παραθέτω στη συνέχεια ένα απόσπασμα από τον Λούντβιχ Μάουρερ και το έργο του «ο ελληνικός λαός» που γράφτηκε το 1835.
Θα διαπιστώσετε ιδίοις όμμασι ότι τα περισσότερα από όσα απασχολούσαν τότε την ελληνική κοινωνία δεν έχουν λυθεί μέχρι σήμερα και θα διαπιστώσετε επίσης την διαχρονική αναποτελεσματικότητα της ελληνικής νομοθεσίας.
Ο εκάστοτε έλληνας νομοθέτης βλέπει με λύπη τους νόμους του να μένουν ευχολόγια και καλές προθέσεις και ουδέποτε να εφαρμόζονται, βλέπει την παρανομία και την αυθαιρεσία να επικρατούν, την διαφθορά και την παραοικονομία να έχουν επιβληθεί πλήρως, δημιουργώντας έτσι τη βεβαιότητα στον μέσο έλληνα νομοταγή πολίτη, ότι αποτελεί τον κύριο χρηματοδότη ενός συστήματος (μέσω των φόρων και των εισφορών που πληρώνει) που όταν το χρειάζεται (π.χ. όταν αρρωστήσει) όχι μόνο αυτό δεν είναι ανταποδοτικό, αλλά πρέπει να το χρηματοδοτήσει εκ νέου (με φακελάκι, γρηγορόσημο, λάδωμα κ.λπ.) για να μπορέσει να «απολαύσει» τα αυτονόητα.
Πάμε να δούμε όμως τι έγραφε ο Μάουρερ στα 1835 για την ελληνική πραγματικότητα:

«Εφόσον πριν από τον Απελευθερωτικό Αγώνα δεν υπήρχε ελληνικό κράτος, ήταν πολύ φυσικό να μην υπάρχουν και ελληνικά οικονομικά, ούτε και ελληνική οικονομική διοίκηση. Κάθε κοινότητα αντιμετώπιζε τις ανάγκες της με φόρους που επέβαλε η ίδια στους κατοίκους, και χρησιμοποιούσε και την κοινοτική τους περιουσία. Ο κάθε έλληνας όμως, εκτός από αυτούς τους κοινοτικούς φόρους, πλήρωνε στην τουρκική κυβέρνηση και κεφαλικό φόρο –το χαράτσι- καθώς και άλλους ακόμη έκτακτους φόρους [1].
Αλλά και σε αυτή την τελευταία περίπτωση, πάλι οι Έλληνες προύχοντες αναλάμβαναν να καταμερίσουν, κατά την κρίση τους το ποσό και να το εισπράξουν από τον κάθε έλληνα φορολογούμενο. Μόλις όμως άρχισαν να απελευθερώνονται οι επαρχίες, σταμάτησε αυτόματα και η καταβολή φόρων προς την τουρκική κυβέρνηση, και έπρεπε τώρα να δημιουργηθεί νέο δημόσιο ταμείο για την ελληνική κυβέρνηση.
Η πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου το 1822, καταπιάστηκε αμέσως με αυτό το θέμα. Ψηφίστηκε η φορολογική ισότητα όλων των πολιτών [2].
Αποφασίστηκε ότι τα κτήματα του Δημοσίου δεν θα μπορούσαν απαλλοτριωθούν, παρά μόνον με την συγκατάθεση του Νομοθετικού Σώματος [3].
Η κυβέρνηση όφειλε να διαπραγματευτεί δάνεια [4], αλλά δεν θα είχε το δικαίωμα να επιβάλλει κανέναν φόρο, αν δεν ψηφιζόταν ο σχετικός νόμος [5].
Όλες γενικά οι Εθνοσυνελεύσεις -και ιδιαίτερα του Άργους το 1829[6]- ασχολήθηκαν με το ζωτικό αυτό πρόβλημα της αντιμετώπισης των οικονομικών, αλλά τα ταμεία του κράτους παρέμεναν άδεια.
Τα μόνα εισοδήματα στα οποία μπορούσε να υπολογίζει το νεοδημιούργητο κράτος ήταν τα εθνικά κτήματα, οι δημόσιοι φόροι, τα δάνεια και ακόμη οι εισφορές και δωρεές. Όλη η εδαφική επιφάνεια της Ελλάδας ανήκε, σύμφωνα με την τουρκική νομοθεσία, στον σουλτάνο. Μόλις όμως απελευθερώθηκε η χώρα, όλη αυτή η απέραντη ιδιοκτησία ήρθε στα χέρια του ελληνικού κράτους.
Δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια πόση ήταν ακριβώς η έκτασή της, πάντως θα πρέπει να ήταν οπωσδήποτε πάνω από το μισό της εδαφικής επιφάνειας. Μερικοί μάλιστα την υπολογίζουν, μαζί με τα εκκλησιαστικά και μοναστηριακά κτήματα, στα δεκαοχτώ ή δεκαεννιά εικοστά της εδαφικής έκτασης, και ότι μόνο το ένα εικοστό θα ανήκε σε ιδιώτες.
Όλα αυτά τα εθνικά κτήματα χωρίστηκαν –κατά έναν πολύ παράξενο τρόπο- σε δύο κατηγορίες, σε φθαρτά ελληνικά κτήματα και σε άφθαρτα. Στα φθαρτά υπολογίστηκαν οι μύλοι, διάφορα οικήματα και άλλα χτίρια, που η Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου του 1826 [7] τα παραχώρησε στην κυβέρνηση και της έδωσε το δικαίωμα να τα πουλήσει.
Έτσι, πολύ γρήγορα, το ένα πίσω από το άλλο, πουλήθηκαν όλα σε ιδιώτες, αλλά η αξία τους δεν πληρώθηκε ποτέ.
Επανειλημμένα σχηματίστηκαν διάφορες επιτροπές για να ελέγξουν αυτούς τους τίτλους ιδιοκτησίας και να βεβαιώσουν αν τελικά πληρώθηκαν. Αλλά, μολονότι οι καταστάσεις γράφτηκαν και ξαναγράφτηκαν πολλές φορές, μολονότι οι επιτροπές αυτές κόστισαν αρκετά στο Δημόσιο, το μόνο αποτέλεσμα ήταν να εξακριβωθεί ότι πολλά εκατομμύρια οφείλονταν ακόμη, από τα οποία ούτε δραχμή δεν εισέπραξε ποτέ το κράτος.
Και όταν, μετά την παραίτηση του κόμητα Αυγουστίνου [8]ανέλαβε η Διοικητική Επιτροπή, ακόμα πουλιόντουσαν τέτοια κτήματα, αλλά τα χρήματα πήγαιναν, λέει, σε διάφορες απαιτήσεις κατά του Δημοσίου. Εν πάση περιπτώσει, και μέχρι σήμερα ακόμη (σ.σ.1835), το θέμα παραμένει σε εκκρεμότητα.
Ας έρθουμε τώρα στα λεγόμενα άφθαρτα εθνικά κτήματα. Τα περισσότερα από αυτά ήταν έρημες και ακαλλιέργητες εκτάσεις, γι’αυτό και η πρώτη Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου αποφάσισε ότι αυτά πρέπει να πουληθούν, αλλά πάντα με την έγκριση του Νομοθετικού Σώματος [9].
Αλλά, παρά τις ξεκάθαρες αυτές διατάξεις, πολλά από αυτά τα κτήματα βρέθηκαν σε χέρια ιδιωτών, χωρίς να εκδοθούν επίσημοι τίτλοι.
Επιπλέον, έμειναν και ακαλλιέργητα, γιατί όσοι τα πήραν, είχαν τόσα πολλά, που δεν προλάβαιναν να τα καλλιεργήσουν όλα μαζί. Έσπερναν λοιπόν πότε εδώ και πότε εκεί και τα υπόλοιπα τα χρησιμοποιούσαν για βοσκοτόπια. Η δεύτερη Εθνική Συνέλευση της Επιδαύρου του 1826 [10] για να ξαναπάρει πίσω αυτά τα κτήματα που είχαν πουληθεί παράνομα, ακύρωσε όλες αυτές τις αγοραπωλησίες, αλλά παρ’όλα αυτά, τα κτήματα παρέμειναν στους νέους κατόχους τους.
Επί Καποδίστρια έγινε νέα απόπειρα να τακτοποιηθεί το θέμα και συνάμα να εξασφαλιστούν από δω και πέρα οι νόμιμοι κάτοχοι. Με μια απόφαση της Εθνοσυνέλευσης του Άργους, το 1829, σχηματίστηκαν δύο επιτροπές, η μια για να ελέγξει τους τίτλους και να τακτοποιήσει συμβιβαστικά το πράγμα, και η άλλη για να κρίνει οριστικά τις περιπτώσεις που δεν μπορούσε να λύσει η πρώτη επιτροπή [11]. Οι επιτροπές πράγματι συγκροτήθηκαν [12], αλλά παρέμειναν όπως ήταν.
Η ίδια Εθνοσυνέλευση πήρε και άλλες δύο αποφάσεις σχετικά με τα έσοδα από την πώληση των εθνικών κτημάτων.
Η μια, για να δοθεί μια ενίσχυση στους στρατιώτες και τους ναύτες [13] και η άλλη για να βοηθηθούν οι κοινότητες και να καθορισθούν τα όρια της καθεμιάς [14].
Δεν εκτελέστηκε όμως ούτε η μία, ούτε η άλλη. Και ένα άλλο ακόμη ψήφισμα [15] για διανομή γης στους κατοίκους των κοινοτήτων, έμεινε κι αυτό ανεκτέλεστο.
Τέλος, και μια άλλη απόφαση της ίδιας Εθνοσυνέλευσης σχετικά με την καταγραφή των εθνικών κτημάτων, ώστε να καταρτισθεί ένα γενικό κτηματολόγιο [16] είχε την ίδια τύχη με τις προηγούμενες. Γιατί, ναι μεν ιδρύθηκε η επιτροπή, αλλά σύμφωνα με το πόρισμά της, η Πελοπόννησος και μόνο είχε χάσει τουλάχιστον τα 9/10 από την παλιά εδαφική της έκταση! Η δουλειά ξανάρχισε από την αρχή, αλλά κι εδώ δεν έγινε τίποτα [17]».

Διαβάζοντας τα παραπάνω και συνδέοντάς τα με τα του Κτηματολογίου αλλά και του Βατοπεδίου, νομίζω ότι το «σαν να μην πέρασε μια μέρα» αυτοδικαίως τιτλοφορεί το παρόν θέμα.
Κλείνω με την εύστοχη διαπίστωση του Νίκου Σπηλιάδη, από την ίδια εποχή:
«Άνευ ιδιοκτησίας δεν υπάρχει ούτε κοινωνία ούτε δικαίωμα.
Η ιδιοκτησία είναι η πηγή της ελευθερίας και της μεταξύ των πολιτών ισότητας. Είναι η βάσις του γενικού συμφέροντος και όλων των δικαιωμάτων.
Ήτο λοιπόν ανάγκη να ψηφισθή έκτοτε η διανομή της γης και όλων των εθνικών κτημάτων, και έκτοτε να ληφθώσι μέτρα ώστε να διανεμηθώσι δικαίως και αναλόγως εις όλους τους Έλληνας.
Ούτως ήθελαν εξασφαλίσει την ελευθερίαν και ευδαιμονίαν των. Ούτως ήθελον ευπορήσει άπαντες και αποκατασταθή πραγματικώς ανεξάρτητοι, και φυλάξει τα δικαιώματά των. Ήλπιζον οι Έλληνες καταστραφέντες εις τον πόλεμον, ν’ανταμειφθώσιν από τα εθνικά κτήματα. Αλλά θα ψευσθώσιν των ελπίδων των» [18].

doctor
_________________________________

[1] Οι σημαντικότερες διακρίσεις σέ βάρος των χριστιανών αφορούσαν τήν φορολογία αφού σύμφωνα μέ τό Ισλάμ οι πιστοί πρέπει νά ζούν εις βάρος των απίστων. Η φορολογία ήταν δυσβάστακτη καί οι υπόδουλοι λαοί έφεραν όλο τό βάρος της συντήρησης του οθωμανικού στρατού. Αυτός άλλωστε ήταν ο κύριος λόγος γιά τόν οποίο οι εκάστοτε σουλτάνοι ανεχόντουσαν τήν ύπαρξη μή μωαμεθανών υπηκόων. Ενώ υπήρξαν δεκάδες φόροι, εκείνος πού έχει μείνει γνωστός ακόμα καί σήμερα είναι τό χαράτσι (κεφαλικός φόρος), δηλαδή ο φόρος πού πλήρωνε ο άπιστος γιά νά έχεί τό δικαίωμα γιά ένα χρόνο νά έχει τό κεφάλι τους στούς ώμους του. Στούς φόρους πρέπει νά προσθέσουμε τά "μπαξίσια" πού ελάμβαναν οι υπάλληλοι καί οι τοπικοί άρχοντες οι οποίοι έκαναν δυσβάσταχτη τήν καθημερινή ζωή τών ραγιάδων.
[2] Σύνταγμα της Επιδαύρου του 1822, Άρθρο 8.
[3] Ως άνω, Άρθρο 62.
[4] Ως άνω, Άρθρο 61.
[5] Ως άνω, Άρθρο 8.
[6] 3ο Διάταγμα της 29 Ιουλίου/7 Αυγ.1829.
[7] Σχετικές οδηγίες προς την κυβερνητική επιτροπή δόθηκαν με το Άρθρο 2 της 13ης Απριλίου 1826.
[8] Ο Μάουρερ αναφέρεται στον αδελφό του Ιωάννη Καποδίστρια, τον Αυγουστίνο Καποδίστρια.
[9] Σύνταγμα του 1822, Άρθρο 62.
[10] Ψήφισμα της 15ης Απριλίου 1826 (παλ.ημερολόγιο), Άρθρο 2.
[11] Γ’ Ψήφισμα της 26 Ιουλίου/7 Αυγ. 1829.
[12] Ψήφισμα της 13/25 Νοεμβρίου 1830, αριθ.244.
[13] Ε’ Ψήφισμα της 29 Ιουλίου/10 Αυγ. 1829, Άρθρο 4 αριθ.3.
[14] Γ’ Ψήφισμα της 26 Ιουλίου/7 Αυγ. 1829, Άρθρο 7.
[15] Ψήφισμα της 26 Αυγούστου/7 Σεπτεμβρίου 1830.
[16] Γ’ Ψήφισμα της 26 Ιουλίου/7 Αυγ. 1829, Άρθρο 7.
[17] Γκέοργκ Λούντβιχ Μάουρερ, Ο ελληνικός λαός (Χαϊλδεβέργη 1835), Εκδόσεις Τολίδη, Αθήνα 1976, όπως παρατίθεται στο «Ελλάς, η Σύγχρονη συνέχεια», σσ.168-170. Γκέοργκ Λούντβιχ φον Μάουρερ (1790-1872): Νομομαθής με σημαντικό επιστημονικό έργο. Ως μέλος της αντιβασιλείας (1833-34) είχε την ευθύνη, εκτός του εκκλησιαστικού ζητήματος, της συγκρότησης της ποινικής νομοθεσίας και της οργάνωσης της διοίκησης. Σημαντικό είναι το τρίτομο έργο του O Eλληνικός Λαός που εκδόθηκε στη Γερμανία στα 1835.
[18] Ν.Σπηλιάδης, «Απομνημονεύματα διά να χρησιμεύσωσιν εις την Νέαν Ελληνικήν Ιστορίαν» (1821-1843), τ.Α’ φωτομηχ.ανατ.-επιμ. Παν.Φ.Χριστόπουλου-εκδ.Κ.Διαμάντη, Βιβλιοθήκη Γ.Α.Κ., Αθήνα 1972, σ.506.

Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2008

Οι έλληνες στην τουρκική ιστοριογραφία (μέρος 3ο)



3. Οι ανατολιστές.

Ο ανατολισμός [1] εκφράζει μια αναζήτηση τουρκικής ταυτότητας που βασίζεται σε μια γεωγραφική επικράτεια, την Ανατολία, δηλαδή τη Μικρά Ασία. Το «έθνος» αποτελείται από τους απογόνους όλων των λαών της Ανατολής: Χεταίους, Ίωνες, Οθωμανούς κ.α. αλλά όχι απαραιτήτως από τα τουρκικά φύλα που ήρθαν από την κεντρική Ασία. Ενώ δηλαδή η Τουρκική Ιστορική Θέση [2] πρέσβευε ότι οι αρχαίοι λαοί ήταν Τούρκοι, οι ανατολιστές υποστήριξαν ότι οι σύγχρονοι Τούρκοι είναι απόγονοι των αρχαίων αυτόχθονων λαών.
Οι ανατολιστές παρουσίασαν τους αρχαίους έλληνες σαν πηγή εθνικής κληρονομιάς, αποσιώπησαν την ύπαρξη των Βυζαντινών και παρουσίασαν τους Νεοέλληνες και ειδικά τους «Ρωμιούς» της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σαν συμμάχους τους, στο βαθμό που οι Ρωμιοί αναγνώριζαν την «ευεργετική» τουρκική ηγεμονία.
Αυτού του είδους οι απόψεις είναι διαδεδομένες και εκφρασμένες με έντονα συγκεχυμένο αλλά και αντιφατικό τρόπο, από διάφορους «διανοούμενους» οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται ως «σύγχρονοι», «εξευρωπαϊστές», «αριστεροί», κ.α., και που υποτίθεται ότι δεν υποστηρίζουν «εθνικιστικές απόψεις».
Τονίζουν ότι δεν οικειοποιούνται θεωρίες που βασίζονται στην καθαρότητα κάποιας φυλής και αναγνωρίζουν την πολυδιάστατη καταγωγή των λαών. Συνήθως αποστασιοποιούνται από τα θρησκευτικά πιστεύω. Μια προσεχτική ανάγνωση όμως των κειμένων των ανατολιστών, φέρνει στο φως μια διαφορετική έκφραση εθνικιστικών απόψεων.
Δεν αναγνωρίζεται ότι το «έθνος» είναι ένα σύγχρονο ιστορικά φαινόμενο και ότι βασικά ο αυτοπροσδιορισμός καθορίζει την εθνική ταυτότητα.
Οι φυλετικές προσμείξεις παρουσιάζονται ως το κυρίαρχο συστατικό της πολυπολιτισμικότητας και της συγγένειας των εθνών.
Τελικά, οι «Τούρκοι» παρουσιάζονται ως η τελική έκβαση της ιστορίας.
Η αναγνώριση της κυριαρχίας και της αξίας του τουρκικού έθνους είναι το ζητούμενο και δεν παρατηρείται κάποια ενσυναίσθηση απέναντι στα άλλα έθνη ή στους άλλους λαούς.
Οι επαγγελματίες ιστορικοί δεν ανέπτυξαν αυτές τις θέσεις με συστηματικό τρόπο. Βλέπουμε όμως τον πρώην πρωθυπουργό της Τουρκίας, Τουργούτ Οζάλ, να εκδίδει το 1988 στα γαλλικά και το 1991 στα αγγλικά, ένα βιβλίο «ιστορίας» με καθαρά πολιτικά κίνητρα, δηλαδή με σκοπό να συμβάλλει στην ένταξη της Τουρκίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υποστηρίζοντας βασικά τις θέσεις των ανατολιστών. Ο συγγραφέας αναφέρει ότι η Τουρκία αποτελεί μέρος της ευρωπαϊκής κοινότητας επειδή είναι κληρονόμος των αρχαίων πολιτισμών και ειδικά της Ιωνίας.
Ένας δεύτερος συγγραφέας, είναι ο Bilge Umar ο οποίος το 1974 εξέδωσε μια μελέτη σχετικά με την κατοχή της Σμύρνης από τους Έλληνες στα χρόνια 1919-1922 και το οποίο ξεχωρίζει για την παραδειγματική αντικειμενικότητά του αλλά και για την εμφανή ενσυναίσθηση απέναντι σε ένα ανθρώπινο δράμα [3].



4. H κριτική σχολή.

Οι προαναφερθείσες προσεγγίσεις έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό: αν και σε διαφορετικό βαθμό, όλες αναπτύσσουν έναν απολογητικό λόγο που τελικά εξωραΐζει το «τουρκικό» παρελθόν. Η ταύτιση μπορεί να ερμηνευτεί σαν εκδήλωση εθνικής ταυτότητας ή «συνείδησης». Αυτό γίνεται ειδικά εμφανές όταν τα γεγονότα συμπεριλαμβάνουν τον «άλλον». Σε αυτές τις περιπτώσεις κάποια υποθετική σχέση ανάμεσα στο «Εμείς» και το «Άλλοι» λειτουργεί με τρόπο που επιβάλλει ένα είδος υποχρέωσης στον ιστορικό να επιλέξει τη θέση του σε σχέση με τους συμβαλλόμενους. Υπάρχει βέβαια και μια αρκετά σημαντική μερίδα Τούρκων ιστορικών οι οποίοι δεν ταυτίζονται απόλυτα με αυτό το παρελθόν. Αυτοί οι ιστορικοί αναπτύσσουν κριτική κατά πολλών πρακτικών του «έθνους» ή ορισμένων «προγόνων», χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν διατηρούν μια «ταυτότητα» που επιτρέπει τη χρήση του εθνικού προσδιορισμού «Τούρκος ιστορικός».
Η κριτική σχολή είναι σχετικά νέα. Εμφανίζεται τη δεκαετία του ’60 και έκτοτε κάνει αισθητό το λόγο της με εντεινόμενη συχνότητα. Εκτός από τους ιστορικούς, κοινωνιολόγοι, διεθνολόγοι και πολιτικοί επιστήμονες, ακόμη και δημοσιογράφοι, δηλαδή «διανοούμενοι», μπορούν να ενταχθούν στην κριτική σχολή στο βαθμό που ερμηνεύουν ιστορικά γεγονότα.
Η μαρξιστική ερμηνεία γίνεται συχνά αισθητή σε αυτές τις κριτικές τοποθετήσεις. Ένα κύριο χαρακτηριστικό σχεδόν όλων αυτών που αποτελούν την κριτική σχολή είναι η διάθεση αποστασιοποίησης από τον εθνικισμό. Αριθμητικά οι «κριτικοί» ιστορικοί αποτελούν μια μειονότητα μέσα στη γενική τουρκική ιστοριογραφία, αλλά το κύρος τους είναι δυσανάλογα μεγάλο.
Ο Zafer Toprak, o Şevket Pamuk και ο Çağlar Keyder, παρουσιάζουν μια διαφορετική εικόνα των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και προτείνουν μια ισορροπημένη εκτίμηση των ρόλων τους.
Ενώ οι «παραδοσιακοί ακαδημαϊκοί» βλέπουν τους έλληνες να υποκινούν το ρεύμα του εθνικισμού στο χώρο των Οθωμανών, ο Toprak υποστηρίζει ότι η πολιτική του οθωμανικού κράτους κατά των μη μουσουλμάνων, ειδικά τα τελευταία χρόνια και κατά τις περιόδους πολέμων, αποκλείοντάς τους από την οικονομική ζωή της χώρας, κλιμάκωσε τις εθνικιστικές αντιδράσεις [4].
Ο Pamuk αντικρούει το επιχείρημα ότι το ελληνικό στοιχείο συνεργάστηκε με το «ξένο κεφάλαιο» εις βάρος του τουρκικού και υποστηρίζει ότι οι Έλληνες συνέβαλαν αποφασιστικά και θετικά στην οικονομία της χώρας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αναπτύσσοντας το εμπόριο. Ο ιστορικός αυτός προτείνει την επανεξέταση του ρόλου των μη μουσουλμάνων στον οικονομικό τομέα και την εγκατάλειψη των προκαταλήψεων της παραδοσιακής ιστοριογραφίας [5].
Ο Keyder, εκλαμβάνει την αναδυόμενη ελληνική αστική τάξη ως μια θετική ιστορική εξέλιξη που προώθησε τον εκσυγχρονισμό της οθωμανικής κοινωνίας. Η δε εξαφάνιση αυτής της τάξης από την πολιτική και κοινωνική σκηνή της Αυτοκρατορίας εμπόδισε μια ομαλότερη εξέλιξη που τελικά θα ισορροπούσε την αυταρχικότητα της παραδοσιακής γραφειοκρατικής μηχανής [6].
Ο πολιτικός επιστήμονας Taner Timur επικρίνει την τουρκική ιστοριογραφία η οποία δεν μπόρεσε να αντιληφθεί τη συμβολή των μη μουσουλμάνων στην οικονομική αλλά και στην πολιτισμική ζωή της Αυτοκρατορίας [7].
Ο Osman Ergin, εκτίμησε σωστά τη θέση των μη μουσουλμάνων μέσα στην κοινωνία, και ο Ekrem Akurgal αναγνώρισε την ελληνική πραγματικότητα και κατέκρινε την εμπάθεια που εκφράστηκε από Τούρκους ιστορικούς [8].
Δύο δημοσιογράφοι, o Ridvan Akar [9] και η Hülya Demir [10], δύο συγγραφείς, οι Hulusi Dosdoğru [11] και Yeldağ Özcan [12]), και ένας κοινωνιολόγος ο Ayhan Aktar[13], εξέδωσαν εργασίες σχετικά με τον Φόρο Περιουσίας του 1942, τα Σεπτεμβριανά του 1955 και τις Απελάσεις του 1964. Αυτές οι έρευνες, οι οποίες έριξαν άπλετο φως σε αυτά τα γεγονότα, χαρακτηρίζονται όχι μόνο από υποδειγματική αντικειμενικότητα αλλά και από μια διάθεση να υπερτονίσουν τους ανθελληνικούς χειρισμούς των τουρκικών αρχών. Η υπέρβαση των εθνικών σκοπιμοτήτων είναι εμφανέστερη στις εργασίες αυτής της ομάδας.
Η κριτική σχολή δεν αποτελεί μια συμπαγή ή οργανικά συνδεδεμένη ομάδα. «Το Ίδρυμα Ιστορίας» («The Economic and Social History Foundation of Turkey») που ιδρύθηκε το 1991 με την πρωτοβουλία 264 διανοουμένων λειτουργεί σαν ένα άτυπο κέντρο που ανταποκρίνεται στις ανάγκες της «κριτικής ιστοριογραφίας». Το ίδρυμα εκδίδει βιβλία, οργανώνει εκθέσεις και διατηρεί κέντρο πληροφοριών [14].

***
Έτσι, με την κριτική σχολή, η οποία αποτελεί ό,τι πιο ελπιδοφόρο υπάρχει για τον εκσυγχρονισμό της γείτονος χώρας αλλά και για την υπέρβαση των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων, τελειώνει το αφιέρωμα στην τουρκική ιστοριογραφία αναφορικά με το πως αυτή «βλέπει» τους έλληνες.
Η αντικειμενική και αμερόληπτη καταγραφή της ιστορίας, μέσα από ένα αυστηρά επιστημονικό πρίσμα και μεθοδολογία, η ανανοηματοδότηση των εννοιών και η αναθεώρηση των στρεβλώσεων και των στερεοτύπων, είναι τα εχέγγυα μιας αρμονικής και ειρηνικής συμβίωσης των δύο λαών. Η κριτική σχολή στην Τουρκία και στην Ελλάδα κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση, κινούνται στην οδό της ειρήνης. Η οδός αυτή όμως έχει νόημα όταν δεν αποκρύπτει εγκλήματα, δεν δικαιολογεί σφαγές, δεν ωραιοποιεί καταστάσεις, δεν υποβαθμίζει γεγονότα. Το άλλο άκρο είναι να στηθεί μια ανειλικρινής και επίπλαστη πολιτική φιλία μέσω των αποσιωπήσεων, των παραχαράξεων και της απόκρυψης των ελαττωμάτων του «Άλλου».
Αφού συγχαρώ τον κ.Μήλλα για το υπέροχο βιβλίο του, «Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων» το οποίο αποτέλεσε την πηγή των τριών αυτών θεμάτων και το οποίο συστήνω ανεπιφύλακτα, κλείνω, παραθέτοντας από τον επίλογο του βιβλίου:
«Αντί ενός ιστορικού ή ενός ιδεατού «Άλλου», να παρουσιαστεί ο συγκεκριμένος, ο υπαρκτός γείτονας. Με όλα του τα ελαττώματα θα είναι καλύτερος. Η απεξάρτηση από τα εθνικά στερεότυπα είναι τελικά ένα προσωπικό στοίχημα. Όχι χωρίς τίμημα. Κερδίζεις την ελευθερία κρίσης και χάνεις τη βολή της κοινωνικής συγκατάβασης».

doctor
_________________________________________

[1] Ο ανατολισμός πρωτοεκφράστηκε την δεκαετία του ’50 από τον ιστορικό κα μυθιστοριογράφο Cevat Şakir Kabaağaçlı γνωστό με το ψευδώνυμο Halikarnas Balıkçısı, δηλαδή ο Ψαράς της Αλικαρνασσού, και βασικά μέσα από τα κείμενα των μυθιστορημάτων. Ο μυθιστοριογράφος Kemal Tahir, o δοκιμιογράφος Σεβαχαττήν Εyuboglu και η κλασσική φιλόλογος Αζρά Erhat είναι άλλα γνωστά ονόματα που καλλιέργησαν αυτή τη θέση.
[2] Για την Τουρκική Ιστορική Θέση βλ.υποσημείωση 8 του α’ μέρους.
[3] Bilge Umar, Izmir’ de Yunanlilarin Son Günleri, Ankara, Bilgi, 1974.
[4] Toprak, Zafer, Turkiye’de Milli Iktisat 1908-1918, Ankara:Yurt,1982, σ.19.
[5] Pamuk, Şevket , Osmanli-Turkiye Iktisat Tarihi 1500-1914, Κων/πολη: Gerçek ,1988,σσ. 179-181.
[6] Keyder, Çağlar, State and Class in Turkey, Αγγλία: Verso,1987, σ.47.
[7] Timur, Taner, Osmanli çalışmaları, Ankara: Verso, 1989,σσ.14,62.
[8] Akurgal, Ekrem, “Eski Anadolu’ da Yunanlilar” στο Genelkurmay Askeri Tarih ve Stratejik Etüt Başkanlığı, Türk-Yunan İlişkileri ve Megalo Idea. Ankara: Kültür ve Turizm Bakanlığı Yayinlari, 1985, σ.61.
[9] Akar, Ridvan, Varlik Vergisi, Κωνσταντινούπολη: Belege, 1992.
[10] Demir, Hülya, και Akar, Ridvan, Istanbul’un Son Surgunleri, Κωνσταντινούπολη: İletişim, 1994.
[11] Dosdoğru , M. Hulusi , 6/7 Eylül Olayları, Κωνσταντινούπολη: Bağlam, 1993.
[12] Özcan, Yeldağ, Istanbul’da, Diyarbakir’da Azalirken, Kωνσταντινούπολη: Belge,1996.
[13] Aktar, Ayhan, Varlik Vergisi ve "Türkleştirme” Politikalari, Κωνσταντινούπολη: İletişim,2000.
[14] Ηρακλής Μήλλας, Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων, σσ.144-150.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Εδώ Πολυτεχνείο



Του Βασίλη Ραφαηλίδη.

Δεν θα ξεχάσω ποτέ τον Γιώργο, έναν καλοκάγαθο αστυφύλακα μιας κάποιας ηλικίας που έπαιρνε σύνταξη σε λίγο. Απ’ αυτόν μαθαίναμε στο κρατητήριο, όπου οι εφημερίδες απαγορεύονταν αυστηρά, τα σημαντικά διεθνή γεγονότα. Αυτός ήταν που μας πληροφόρησε για το θάνατο του Γκεβάρα, για τον οποίο, άλλωστε, με δυσκολία έκρυβε το θαυμασμό του. Φυσικά, όλα αυτά μας τα’λεγε εμπιστευτικά, σχεδόν συνωμοτικά.
Ωστόσο, δεν έκανε ποτέ κουβέντα για τη χούντα και τα σχετικά με τον πάνω κόσμο, των ζώντων ελλήνων. Αυτών που ακόμα δεν ήξεραν τίποτα για τη μεγάλη ευκαιρία που θα τους προσέφερε το Πολυτεχνείο αργότερα, ώστε να νοιώσουν κι αυτοί λιγάκι αντιφασίστες, χαμένοι μέσα στη μεγάλη μάζα των δημοκρατών που πολιορκούσαν το Πολυτεχνείο.
Το μεγάλο πλήθος παρέχει ασφάλεια. Όσους κι αν συλλάβουν, όσους κι αν σκοτώσουν, ξέρεις πως οι πιθανότητες να σου συμβεί κακό είναι περίπου ίσες με τις πιθανότητες να κερδίσεις τον πρώτο λαχνό του λαχείου. Ρισκάρεις λοιπόν, σχεδόν εκ του ασφαλούς κι έτσι ανέξοδα αποχτάς το δικαίωμα να παριστάνεις τον αντιστασιακό. Πού ήταν όλοι αυτοί οι καλοί άνθρωποι όταν τους είχαμε ανάγκη; Μα, περίμεναν να ξεθυμάνει η χολέρα που λέγεται χούντα για να βγουν από το καβούκι, αυτοί οι καλοί νοικοκυραίοι.

Το μπουντρούμι της Ασφάλειας στην οδό Μπουμπουλίνας βρίσκεται πίσω από το Πολυτεχνείο. Κι όσοι πέρασαν από εκεί, δεν νομίζω πως θα ήταν δυνατό να έχουν διάθεση να συνεορτάσουν με τους πανηγυριώτες της 17ης Νοέμβρη.
Ο λαός της Αθήνας έβλεπε την χούντα να καταρρέει από τα ίδια της τα ανομήματα και μπήκε στον εύκολο αγώνα, έτσι για την τιμή των όπλων, που λέμε, και ίσα-ίσα για να λέμε πως την χούντα την έριξε ο λαός, τη στιγμή που και οι κότες ξέρουν εκείνο που καμώνονται πως δεν ξέρουν τα μουλάρια, ότι δηλαδή η χούντα έπεσε γιατί σάπισε. Γιατί, λοιπόν, σκοτώνονται να μαζέψουν τα σάπια φρούτα που κάθε χρόνο πέφτουν κάτω από το δέντρο του Πολυτεχνείου οι όψιμοι αντιστασιακοί; Και, βέβαια, δεν αναφέρομαι εδώ στους έτσι κι αλλιώς ζωηρούς έφηβους που, με κάθε ευκαιρία, το παίζουν επαναστάτες ή περίπου.
Ένας κόμπος κάθεται στο λαιμό μου κάθε φορά που περνώ έξω από το Πολυτεχνείο.
Εκεί μπροστά μας ξεφόρτωσαν για να μας παν στη σήμανση, λίγο πιο κάτω, στα Χαυτεία. Από την Ασφάλεια μέχρι το Πολυτεχνείο, η απόσταση είναι δυο βήματα.
Κι ωστόσο μας φόρτωσαν στην κλούβα για να μας ξεφορτώσουν λίγο παρακάτω. Ίσως δεν ήθελαν να βλέπουν οι περαστικοί πως από την Ασφάλεια βγαίνουν πολιτικοί κρατούμενοι δεμένοι με χειροπέδες, σαν εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου.
Ευτυχώς, να λες, που ήμουν δεμένος με τον Περικλή Κοροβέση –πάντα με τον Περικλή θα με δένουν από δω και πέρα σε κάθε μετακίνηση.
Ίσως γιατί στην πρεμιέρα ήμασταν πολύ καλοί σαν ζευγάρι κωμικών. Ασουλούπωτοι και οι δύο, άνθρωποι με χιούμορ και οι δύο, προσφέραμε θέαμα υψηλής ποιότητας στο εθνικό θέατρο του παραλόγου.
Μας μεταφέρουν την άλλη μέρα από την οδό Μπουμπουλίνας στην οδό Ρεθύμνης, εκεί κοντά, προς τη λεωφόρο Αλεξάνδρας.
Σε ένα νεοκλασικό της συμφοράς, ήταν οι κοιτώνες των αστυφυλάκων που υπηρετούσαν στην Ασφάλεια.
Ήταν σκοτάδι πίσσα εκεί μέσα.
Από πουθενά δεν έμπαινε φως και πουθενά δεν άναβε φως.
Καμιά εικοσαριά ανθρώπους, μας αδειάζουν στον καινούργιο μας τάφο.
Δεν έχω ιδέα, κανείς δεν θα ήταν δυνατό να έχει ιδέα, πόσες μέρες μείναμε εκεί.
Ούτε ρολόι, ούτε φως, ούτε ώρες ύπνου, ούτε ώρες ξύπνιου.
Προσπαθούσαμε να μετρήσουμε το χρόνο με το κατούρημα. Δύο κατουρήματα, μια μέρα.
Το φαΐ, οι μανάδες συνέχιζαν να το πηγαίνουν στην Μπουμπουλίνας.
Στη Ρεθύμνης ήμασταν ινκόγκνιτο. Κανείς δεν ήξερε πως υπάρχει κρατητήριο, παρεκκλήσιο το λέγαμε, στην οδό Ρεθύμνης. Όλοι γνώριζαν τον μητροπολιτικό ναό της οδού Μπουμπουλίνας, κι εκεί πήγαιναν τις προσφορές τους.
Και οι διάκονοι του εθνικού συμφέροντος, όπως λέμε στην Ελλάδα το ιδιωτικό συμφέρον, μετέφεραν τον άρτον ημών τον επιούσιον ιεροκρυφίως στο παρεκκλήσιον, όπου και κοινωνούσαμε των αχράντων μυστηρίων των σωτήρων του έθνους. Ανοίγαμε τα τάπερ στα τυφλά, κι ό,τι άρπαζαν τα δάχτυλα, τούτο το πανάρχαιο πηρούνι που είναι δυνατό να λειτουργήσει και σα μαχαίρι. Κεφτέδες, φώναζε ο ένας τυφλοπόντικας. Κοτόπουλο έλεγε από δίπλα ο άλλος τυφλοπόντικας. Ήταν το παιχνίδι μας. Κι ο Περικλής Κοροβέσης να λέει ανέκδοτα και να μη σώνει ποτέ.

Μεταφορά στις φυλακές Αβέρωφ: ρίγη συγκινήσεως ανεβοκατέβαιναν στην αντεθνική μου ράχη μου καθώς περνούσα στην πύλη των φυλακών Αβέρωφ. Κόσμος και κοσμάκης πέρασε από τις σωφρονιστικές φυλακές Αβέρωφ, από το 1892 που κτίστηκαν μέχρι πριν από λίγα χρόνια που κατεδαφίστηκαν για να χτιστεί στην θέση τους ο σημερινός Άρειος Πάγος, κοντά στην Ασφάλεια, επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας.
Το θέμα είναι να μην μπεις φυλακή. Όμως, έτσι και μπεις, αισθάνεσαι ελεύθερος. Κανείς δεν μπορεί να σε συλλάβει όταν ήδη σε έχουν συλλάβει και σε έχουν βάλει φυλακή. Παίζαμε σκάκι, παιχνίδι θα’ λεγες σπέσιαλ για φυλακισμένους που δεν κατάλαβα πως γίνεται και το παίζουν και εκτός φυλακής. Κάναμε διαλέξεις με θέματα γενικού εγκυκλοπαιδικού ενδιαφέροντος, αφήνοντας την πολιτικολογία για τις κατ’ ιδίαν ατέλειωτες συζητήσεις, και γενικά περνούσαμε την παγιδευμένη ζωή μας με τον πιο εποικοδομητικό τρόπο, όπως έλεγαν οι συνηθισμένοι στη χρηστομάθεια παλιότεροι σύντροφοί μας, που ένοιωθαν στη φυλακή σα στο σπίτι τους. Ειδικότερα ο Χρόνης Μίσσιος, που είχε πάθει τον παθών του τον τάραχο μια ζωή στις φυλακές και στα απομονωτήρια των φυλακών, ήταν σχεδόν ευτυχής που πρώτη φορά στην καριέρα του ως δεσμώτης βρίσκονταν ανάμεσα σε τόσους πολλούς και τόσο διαπρεπείς συντρόφους. Δίπλα μου ακριβώς, κολλημένο στη γωνία, ήταν το κρεβάτι του Λεωνίδα Κύρκου, που δεν ήταν ακόμα ούτε ευρωκομμουνιστής, ούτε ανανεωτικός.
Βρισκόμουν από την πρώτη μέρα της δικτατορίας στον προθάλαμο της κόλασης και ήδη είχα αρχίσει να εξοικειώνομαι σιγά-σιγά με την ιδέα ενός θανάτου διά τυφεκισμού. Εκείνους τους πρώτους μήνες της αναγέννησης του φοίνικα από τις παλιές του στάχτες, που ξέμειναν από άλλους καιρούς, κανείς δεν ήξερε πως θα εξελιχτούν τα πράγματα. Οι αντιστασιακοί σε ένα χρόνο, όταν θα γίνει φανερό πως η χούντα είναι της πλάκας, θα πληθύνουν πολύ. Εύκολα αντιστέκεται κανείς όταν ξέρει πως τουλάχιστον η ζωή του δεν κινδυνεύει. Όμως, εμείς είχαμε αρχίσει την αντίσταση κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα, χωρίς να νοιαστούμε και πολύ για τις συνέπειες της στράτευσής μας.

Δεν ήμασταν μέλη της «Δημοκρατικής Άμυνας» που πάρα πολύ όψιμα αποφάσισαν να αντισταθούν κι αυτοί στη χούντα, κυρίως δια συνεδριάσεων.
Ήμασταν νέοι κομμουνιστές, που μπορεί να μην είχαμε ακόμα ιδιαίτερα αναπτυγμένη την πολιτική μας συνείδηση, πάντως συνείδηση του κινδύνου είχαμε. Το γεγονός πως τα ιδανικά μας αργότερα θα στραπατσαριστούν κι εδώ στην Ελλάδα, όπως παντού, απ’τους χυδαίους γραφειοκράτες, δεν μειώνει την αξία της στράτευσής μας σε έναν αγώνα που όχι μόνο δεν γινόταν για τα προσωπικά μας συμφέροντα, αλλά τα έβλαπτε στα σίγουρα.
Είχα μπει στο αγώνα κατά της χούντας από την πρώτη κιόλας μέρα της δικτατορίας.
Αλλά στα μετά την πτώση της χούντας χρόνια δεν πήγα να γραφτώ στο σύλλογο των αντιστασιακών, για να μπορέσω να εξαργυρώσω σε κάποιο δημόσιο ταμείο τη μικρή, την ελάχιστη προσφορά μου στον αγώνα κατά της νέας παραλλαγής του παλιού φασισμού.
Ούτε δέχτηκα να γραφτώ στην ΕΣΗΕΑ, το επαγγελματικό μου σωματείο, ως αντιστασιακός. Ούτε πήγα να εξαγοράσω τα εφτά χρόνια της δικτατορίας για να μου αναγνωριστούν ως συντάξιμα.
Κι όταν κάποτε απόχτησα τα από το καταστατικό της ΕΣΗΕΑ προβλεπόμενα τυπικά προσόντα και πήγα να γραφτώ στο επαγγελματικό μου σωματείο, με απέρριψαν ως στερούμενο… ουσιαστικών προσόντων.
Πέντε χρόνια απέρριπταν συνεχώς την αίτησή μου. Φαίνεται πως ούτε μέσα σε αυτά τα πέντε χρόνια κατάφερα να αποκτήσω ουσιαστικά προσόντα ως δημοσιογράφος.
Και ξέρετε ποιοι αντέδρασαν περισσότερο στην εγγραφή μου; Αυτοί που γράφτηκαν ως αντιστασιακοί!
Για μένα, η πιο σημαντική πράξη ήταν το ότι μπόρεσα και αντιστάθηκα στον πειρασμό να εξαργυρώσω καθ’οιονδήποτε τρόπο τη στράτευσή μου στον αγώνα κατά της χούντας. Κι ακόμα, το ότι πέτυχα την εγγραφή μου στην ΕΣΗΕΑ με δικαστική απόφαση. Ήμουν ο πρώτος δημοσιογράφος που εγγραφόταν στο επαγγελματικό του σωματείο με δικαστική απόφαση. Και η νομολογία που δημιουργήθηκε άνοιξε το δρόμο για πολλούς συναδέλφους. Δεν έχει σημασία που έχασα εφτά συντάξιμα χρόνια. Κέρδισα την αξιοπρέπειά μου. Άλλωστε από αξιοπρέπεια μάλλον παρά για λόγους ιδεολογικούς στρατεύτηκα στον αγώνα κατά της χούντας.

Πάντα έλεγα πως, ναι μεν είμαι κομμουνιστής, αλλά ποτέ δεν ισχυρίστηκα πως από κομμουνιστής σκέτα είμαι επιπροσθέτως και καλός κομμουνιστής. Άλλωστε ένας ρεβιζιονιστής από πεποίθηση, όπως εγώ, ποτέ δεν θα μπορούσε να γίνει καλός κομμουνιστής. Εν πάση περιπτώσει, ήμουν και παραμένω ένας ελεύθερος σκοπευτής, που πάει με αυτούς που τον έχουν ανάγκη, και όχι με εκείνους που τους έχει ανάγκη για να τη βολέψει.
Στρατεύτηκα με το κομμουνιστικό ΠΑΜ όχι γιατί με επιστράτευσε το κόμμα, αλλά γιατί έτσι έκρινα σκόπιμο.
Όπως και να΄ναι, το καλοκαίρι του 1968 είμαι ελεύθερος, ύστερα από δέκα μήνες φυλακή. Εντάξει, ήμουν ελεύθερος, αλλά τι να την κάνω την ελευθερία χωρίς δουλειά, χωρίς τους φίλους που είχαν σκορπίσει εδώ και κει στην Ευρώπη, στα νησιά και στις φυλακές; Το πρώτο που σκέφτηκα ύστερα από μια εβδομάδα ελεύθερου βίου ήταν να κάνω κάτι κατεπειγόντως ώστε να ξαναμπώ φυλακή, ή έστω εξορία. Το σκέφτηκα μεν σοβαρά, όμως ήταν αδύνατο να έχω επαφή με κάποια αντιστασιακή οργάνωση. Αφενός γιατί οι αντιστασιακές οργανώσεις είχαν ήδη μετακομίσει στο εξωτερικό για να κάνουν από κει τουριστική αντίσταση εκ του ασφαλούς, και αφετέρου διότι ήμουν ήδη σεσημασμένος, και οι συνωμοτικοί κανόνες λεν να μην πλησιάζεις τους σεσημασμένους.

Στην πραγματικότητα δεν υπήρξε σοβαρή αντίσταση κατά της χούντας.
Η αντίσταση ήταν λίγο ως πολύ πλατωνική, εκτός απ’την ηρωική μεν αλλά δυστυχώς αποτυχημένη απόπειρα του Αλέξανδρου Παναγούλη να σκοτώσει το δικτάτορα. Όλες οι προσπάθειες για οργάνωση ένοπλης αντίστασης έμειναν σχέδια, ενώ οι βομβιστικές ενέργειες κάποιων ζωηρών και ριψοκίνδυνων γίνονταν ερήμην των μεγαλυτέρων σε αριθμό αντιστασιακών οργανώσεων, του ΠΑΜ και του ΠΑΚ. Ούτε το πεπειραμένο ΚΚΕ ενέκρινε την βίαιη εξέγερση, τώρα που και τα αστικά κόμματα θα την επιθυμούσαν πολύ. Τελικά το πράγμα περιορίστηκε σε μία τουριστικού τύπου αντίσταση απ’το εξωτερικό, όπου πρωταγωνιστούσε, όπως και στο κυρίως ειπείν θέατρο, η πληθωρική Μελίνα Μερκούρη, που το έπαιζε Πασιονάρια.

Ο Σπυρίδων Μαρκεζίνης, γνωστός και ως «πίθηκος», ήταν πολύ άτυχος. Διορίστηκε πρωθυπουργός την 8η Οκτωβρίου 1973, και ενάμιση μήνα μετά την ορκωμοσία του, εκδηλώνεται η εξέγερση του Πολυτεχνείου. Ήρθε στην εξουσία υποτίθεται για να εκτονώσει την κατάσταση και να κατασιγάσει τα πάθη μετά την εξέγερση της Νομικής αλλά τα πάθη φούντωσαν εντελώς απροσδόκητα στο Πολυτεχνείο από την 14η Νοεμβρίου 1973 που αρχίζει η κατάληψη, μέχρι τη νύχτα του Σαββάτου προς Κυριακή της 17ης Νοεμβρίου, που τα τανκς θα σπάσουν την πόρτα και θα καταστείλουν την αυθόρμητη, αυτοκαθοδηγούμενη και ακαθοδήγητη από τα κόμματα φοιτητική εξέγερση.
Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί η εξέγερση του Πολυτεχνείου ονομάστηκε έπος. Τούτη η αυθόρμητη παθητική αντίσταση στη χούντα έχει μάλλον έναν λυρικό παρά έναν επικό χαρακτήρα. Και η επέλαση των τανκς κατά των νεαρών αόπλων έχει περισσότερη σχέση με γκραν κινιόλ μέσα στη νύχτα παρά με έπος.
Το «έπος» δημιούργησε εντελώς κατά λάθος μια «ηρωίδα», τη Μαρία Δαμανάκη, της οποίας ο ηρωισμός συνίσταται στην εκφώνηση -από το ραδιόφωνο των φοιτητών- των συνθημάτων και των ανακοινώσεων της συντονιστικής επιτροπής.
Πάντως πολλοί είχαν την ευκαιρία να βάλουν υποψηφιότητα για πολιτικοί εκεί μέσα στο Πολυτεχνείο. Για τον Μίμη Ανδρουλάκη, τον Κώστα Λαλιώτη και τον Στέφανο Τζουμάκα, ηγετικά στελέχη της εξέγερσης, ο δρόμος προς τη Βουλή, την πολιτική σκηνή, το πολιτικό παρασκήνιο και την εν γένει ελληνική πολιτική αθλιότητα, ξεκινάει από κει.
Δεν πήγα ποτέ στο Πολυτεχνείο, ούτε μέσα ούτε έξω, ούτε τότε ούτε αργότερα.
Δεν πήρα ποτέ μέρος στις προσκοπικές τελετές και τις ηλίθιες πορείες κατά την ημέρα της «επετείου του Πολυτεχνείου» τούτο το μεγάλο συλλογικό άλλοθι για την ηθική ανεπάρκεια ενός ολόκληρου λαού. Πρόκειται για ένα πολύ βολικό άλλοθι, που το οικειοποιήθηκαν όσοι νοιώθουν την ανάγκη να ξεπλύνουν την ντροπή για την απέραντη δειλία τους επί έξι ολόκληρα χρόνια.

doctor

Υ.Γ. Τα προεκτεθέντα αποτελούν μία ανθολογία από τα όσα έγραψε ο Βασίλης Ραφαηλίδης σχετικά με τη φυλάκισή του στη χούντα και σχετικά με την εξέγερση του Πολυτεχνείου.
Πηγές:
1. Βασίλη Ραφαηλίδη, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, σελ.397-401, 402,408-9,419-20,444.
2. Βασίλη Ραφαηλίδη, Ιστορία (κωμικοτραγική) του Νεοελληνικού κράτους 1830-1974, σελ.419,436-7.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

Οι έλληνες στην τουρκική ιστοριογραφία (μέρος 2ο)



2. Η παραδοσιακή ακαδημαϊκή προσέγγιση.

Η ύπαρξη ενός ακαδημαϊκού χώρου δεν σημαίνει και την εξασφάλιση ενός κοινού λόγου. Ακόμα και μέσα στην παραδοσιακή ακαδημαϊκή κοινότητα παρατηρούνται σημαντικές διαφοροποιήσεις. Εδώ γίνεται μια προσπάθεια ομαδοποίησης δεκάδων ιστορικών που αναφέρονται στους Έλληνες σε τρεις βασικές κατηγορίες με σκοπό να παρουσιαστούν με ένα συνοπτικό και κατανοητό τρόπο.

α) Η «ανταγωνιστική» προσέγγιση.

Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ της εκλαϊκευτικής προσέγγισης και ορισμένων κειμένων που εκλαμβάνονται ως «ακαδημαϊκά» από ένα μέρος τουλάχιστον του ακαδημαϊκού κόσμου δεν είναι ευδιάκριτη. Το κοινό τους σημείο είναι ο απολογητικός και εθνικός τόνος και η απεγνωσμένη προσπάθεια να τεκμηριωθεί το τουρκικό εθνικό δίκαιο. Οι συγγραφείς αυτοί ταυτίζονται απόλυτα με ένα ιδεατό παρελθόν του έθνους και του κράτους τους. Αυτό που τους διαφοροποιεί είναι το ύφος. Η γραφή των πρώτων (εκλαϊκευτικών) είναι πλησιέστερα στην αφηγηματική και οι εκφράσεις τους εκλαϊκευμένες, ενώ οι δεύτεροι (ανταγωνιστές) ακολουθούν ορισμένα πρότυπα που συνηθίζονται και τυπικά τηρούνται στον επιστημονικό λόγο: μεθοδική ταξινόμηση της ύλης, συχνές υποσημειώσεις που υποτίθεται ότι εξασφαλίζουν την εγκυρότητα των λεχθέντων, πιο αποστασιοποιημένες εκφράσεις, απόκρυψη προσωπικών αισθημάτων, αποφυγή της χρήσης του πρώτου προσώπου του πληθυντικού στην αφήγηση κ.α. Στην ουσία όμως υποστηρίζουν τις ίδιες απόψεις.
Ο Niyazi Berkes, διακεκριμένος ιστορικός και πολιτικός επιστήμονας, διώχθηκε το 1948 από την Τουρκία για τις προοδευτικές του ιδέες και τελικά δίδαξε πολλά χρόνια στον Καναδά, στο Πανεπιστήμιο Mc Gill. O Berkes προσπαθεί να τεκμηριώσει ότι η σύγχρονη Ελλάδα είναι μια θεοκρατική χώρα όπου η συντηρητική, εθνικιστική και οπισθοδρομική Εκκλησία είναι κυρίαρχη στο πολιτικό πεδίο. Η δε εικόνα του Έλληνα σκιαγραφείται με τους εξής χαρακτηρισμούς: το Πατριαρχείο, η πηγή όλων των συνωμοσιών κατά των Τούρκων, αποκαλείται «μεγαλο-μανιακό», ο ελληνικός λαός θεωρείται ότι διακατέχεται από «εθνική νεύρωση» , «το πείσμα και η ψωρο-υπερηφάνεια της ορθοδοξίας μετατρέπει την ανθρώπινη ψυχή στο μαύρο χρώμα των παπάδων», «το ελληνικό έθνος είναι ένα πολύ μικρό έθνος που δημιούργησαν οι φοροφυγάδες πλοιοκτήτες» [1].
Υβριστικές εκφράσεις αυτού του μεγέθους είναι συνήθεις στον «εκλαϊκευμένο» ιστορικό λόγο αλλά όχι στα κείμενα των επαγγελματιών τούρκων ιστορικών. Ο Salahi Sonyel, υπεραμύνεται της οθωμανικής κληρονομιάς και υποστηρίζει ότι η ισότητα ήταν κυρίαρχη[2], δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ θρησκευτικών ομάδων [3] αλλά οι Έλληνες ακολουθώντας το όραμα της Μεγάλης Ιδέας τελικά έβλαψαν το κράτος [4].
Ο Berkes, μεταφέρει σε ένα άλλο του βιβλίο τις απόψεις ενός πρωτοπόρου εθνικιστή ιστορικού, του Yusuf Akçura, εκφρασμένες το 1914: «Οι Εβραίοι, οι Έλληνες και οι Αρμένιοι της χώρας είναι οι μεσάζοντες και οι συνεργάτες του ευρωπαϊκού καπιταλισμού. Εάν οι Τούρκοι δεν επιτύχουν να δημιουργήσουν δική τους αστική τάξη, η δυνατότητα επιβίωσης της τουρκικής κοινωνίας, η οποία αποτελείται μόνο από αγρότες και δημοσίους υπαλλήλους, θα είναι πολύ μικρή» [5].
Ακόμη και ο κορυφαίος ιστορικός Ömer Barkan, έγραφε ότι με τις μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ [6] που αναγνώριζαν το δικαίωμα ιδιοκτησίας γης στους Έλληνες και στους Αρμένιους «κάναμε (οι τούρκοι) ένα ασυγχώρητο λάθος» , επειδή με αυτόν τον τρόπο οι «ξένοι», που σε αυτή την περίπτωση δεν ήταν άλλοι από τους νόμιμους πολίτες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, θα κέρδιζαν οικονομική ισχύ [7].
Ο «Άλλος» συχνά εκλαμβάνεται ως αποδιοπομπαίος τράγος και η διάθεση να παρουσιαστεί υπαίτιος όλων των εθνικών συμφορών είναι έκδηλη [8].
Στα κείμενα αυτής της προσέγγισης αναπτύσσονται οι τουρκικές πολιτικές ερμηνείες και θέσεις, η δε ιστορία χρησιμοποιείται επιλεκτικά ή αυθαίρετα για να τεκμηριωθεί η αναγκαιότητα επαγρύπνησης κατά της ελληνικής «επιθετικότητας» και της «Μεγάλης Ιδέας». Δύο εργασίες εθνικιστικής έμπνευσης σχετικά με τα νησιά του Αιγαίου, π.χ. υποστηρίζουν ότι τα νησιά θα έπρεπε, για την ασφάλεια της Τουρκίας, να ανήκουν σε αυτήν [9].




β) Η «μετριοπαθής» προσέγγιση.

Η ανταγωνιστική/συγκρουσιακή διάθεση δεν χαρακτηρίζει όλους τους Τούρκους «παραδοσιακούς» ιστορικούς που αναφέρονται στους Έλληνες. Συχνά η απολογητική διάθεση συνυπάρχει με μια ειλικρινή προσπάθεια για μια αξιοπρεπή έρευνα.
Η Gülnihal Bozkurt, το έργο της οποίας βασίζεται σε τουρκικές, γερμανικές και αγγλικές πηγές, πραγματεύεται τη νομική θέση και τα προνόμια των μη μουσουλμάνων (Zimmi)[10]. Αναγνωρίζεται ότι οι χριστιανοί της αυτοκρατορίας δεν είχαν ίσα δικαιώματα με τους μουσουλμάνους.
Απαριθμούνται πολλές περιπτώσεις ανισότητας εις βάρος χριστιανών και Εβραίων: δεν υπήρχε ισότητα στις εμπορικές και χρηματικές συναλλαγές, οι «άλλοι» έπρεπε να κατοικούν στα περίχωρα των πόλεων, να ντύνονται διαφορετικά από τους μουσουλμάνους, να μην έχουν δούλους, να μη χτίζουν νέους ναούς κ.α. [11].
Αλλά τα τελικά πορίσματα της Bozkurt τονίζουν άλλες καταστάσεις. Διαβάζουμε για «την άνετη ζωή των Zimmi στις περιόδους που το κράτος ήταν ισχυρό», «για την απόλυτη ανεκτικότητα του κράτους και για το δικαίωμα ζωής που τους παραχωρήθηκε», για πρακτικές που τελικά «μετατράπηκαν σε προνόμια υπέρ των Ζimmi» κ.α. [12].

H ίδια αντιφατική αξιολόγηση παρατηρείται και στο έργο του Bilal Eryilmaz ο οποίος αναγνωρίζει και υπογραμμίζει την ανισότητα μεταξύ των μουσουλμάνων και των χριστιανών, εις βάρος των δεύτερων, και δίνει παραδείγματα.
Η κοινωνία αποτελείται από δύο βασικές ομάδες πολιτών: τους κυρίαρχους και τους υποτελείς (hakim/mahkum millet). Αλλά πάλι καταλήγει στο ότι «μέσα στο οθωμανικό κράτος τα δικαιώματα που παραχωρήθηκαν στους μη μουσουλμάνους εξαρχής ακολούθησαν μια βελτιωτική πορεία και νέα δικαιώματα προστέθηκαν σε αυτά» [13].
Σε αυτού του είδους τις μελέτες, οι ιστορικοί υπερασπίζονται τα «εθνικά συμφέροντα» και τις «εθνικές θέσεις» με σχετικά αξιοπρεπή τρόπο, χωρίς ακραίες εκφράσεις και τοποθετήσεις.


γ) Η «φιλελεύθερη» προσέγγιση.

Ορισμένοι γνωστοί ιστορικοί δεν παρουσιάζουν τις απολογητικές τάσεις υπέρ του κράτους και του έθνους «τους» όπως οι παραπάνω, ωστόσο δεν μοιάζουν να έχουν διάθεση να αποδώσουν ατυχείς, άδικους ή κατακριτέους χειρισμούς στην πλευρά με την οποία ταυτίζονται.
Στις εργασίες του Halil Inalcik σχετικά με την Οθωμανική Αυτοκρατορία π.χ. η «επιστημονική αποστασιοποίηση» κυριαρχεί.
Η θετική συμπεριφορά των Οθωμανών υπέρ των Ελλήνων εκφράζεται διακριτικά και έμμεσα. Κάποτε οι Έλληνες παρουσιάζονται «να έχουν ακριβώς τα ίδια δικαιώματα και τις ίδιες υποχρεώσεις όπως και οι μουσουλμάνοι, αφού έχουν εκπληρώσει τις οικονομικές τους υποχρεώσεις, δηλαδή τους φόρους που τους αναλογούν» [14].
Ο ιστορικός αναφέρει τη θετική μεταχείριση που επεφύλαξε ο σουλτάνος Μωάμεθ στους «Ρωμιούς» μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης εγκαθιστώντας τους στην πόλη [15]. Ορισμένες δε μεγάλες βυζαντινές οικογένειες κατείχαν ισχυρές οικονομικές θέσεις: "για να υποστηρίξουν τα κρατικά συμφέροντά τους, οι Οθωμανοί ακολούθησαν τις ισλαμικές συνταγές με ένα φιλελεύθερο τρόπο και υπέρ των Zimmi" [16].
Πάντως οι κακουχίες των «μιλλέτ» συνήθως δεν αποτελούν αντικείμενο της έρευνάς του[17].

Ο ιστορικός Kemal Karpat, σε αντίθεση με τον Inalcik, ο οποίος έχει δώσει μεγαλύτερη σημασία στις οικονομικές διαστάσεις, ασχολήθηκε με τον κοινωνικό ρόλο των «μιλλέτ». Αυτός ο οθωμανικός θεσμός, σύμφωνα με τον ιστορικό, συνέτεινε στο να εξελιχθούν οι κοινότητες σε «έθνη» [18]. Ο λόγος του είναι επαινετικός όταν αναφέρεται σε αυτό το σύστημα διοίκησης και οργάνωσης [19].

doctor
Υ.Γ. Οι φωτογραφίες που παραθέτω είναι από τουρκικά sites και έχουν δημοσιευθεί σε σχολικά και ιστορικά βιβλία. Ο σκοπός, και στις δύο πλευρές του Αιγαίου ο ίδιος: η καλλιέργεια του μίσους, η θυματοποίηση του "αγνού" μας έθνους και η δαιμονοποίηση του "άλλου".
_______________________________________

[1] Berkes, Niyazi, Teokrasi ve Laiklik, Κωνσταντινούπολη, Adam, 1984, σσ.125-138.
[2] Sonyel, Salahi, Minorities and the Destruction of the Ottoman Empire, Άγκυρα: Türk Tarih Kurumu,1993, σ.7.
[3] ο.π. σ.17.
[4] ο.π. σ. 81.
[5] Berkes, Niyazi, The Development of Secularism in Turkey, Μόντρεαλ, 1964, σ.426.
[6] Στις 3 Νοεμβρίου 1839 ο διάδοχος του Μαχμούτ Β' σουλτάνος Αμπντούλ Μετζίτ (1839-1861) εξέδωσε στην Κωνσταντινούπολη το αυτοκρατορικό διάταγμα που έμεινε γνωστό ως Χάτι Σερίφ του Γκιουλχανέ. Tο διάταγμα κοινοποιούσε την ανάληψη μεταρρυθμιστικού έργου, που συνοψιζόταν υπό τον όρο Τανζιμάτ (=μεταρρύθμιση, τακτοποίηση), με σκοπό τη βελτίωση των συνθηκών ζωής στην Aυτοκρατορία. Ως κατευθυντήριες γραμμές του Τανζιμάτ θεωρούνταν ο σεβασμός της ασφάλειας, της τιμής και της περιουσίας των υπηκόων ανεξάρτητα από το θρήσκευμά τους και η ισότητά τους απέναντι στο νόμο. Eπιπλέον, γινόταν λόγος για φορολογικές μεταρρυθμίσεις όπως η κατάργηση της ενοικίασης των φόρων, γνωστής ως ιλτιζάμ (iltizam), και ο καθορισμός του φορολογικού βάρους ανάλογα με την περιουσία και τα εισοδήματα του φορολογουμένου. Aναγγέλλονταν επίσης μεταρρυθμίσεις σχετικά με τον τρόπο άσκησης της στρατιωτικής υπηρεσίας και επιβεβαιωνόταν η κατάργηση των μονοπωλίων.
Πηγή:
http://www.ime.gr/projects/tanzimat/gr/main/141.html
[7] Barkan, Ömer Lütfi, “ Türk Toprak Hukuku Tarihinde Tanzimat ve 1274 (1858) Tarihli Arazi Kanunnamesi”, στο Türkiye’de Toprak Meselesi, Κωνσταντινούπολη, 1980 (1958), σ.349.
[8] Δύο ιστορικοί που επηρέασαν αισθητά την τουρκική ιστοριογραφία, ο Yusuf Akçura και ο Uzunçarşılı, τη δεκαετία του ’40 χρεώνουν τις αποτυχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στη Μολδοβλαχία αποκλειστικά στην απληστία και στην κακή διαχείριση των Ελλήνων ηγεμόνων και όχι στην κρατική μηχανή, η οποία, πέρα των άλλων της ελλείψεων, διόριζε και τους συγκεκριμένους ηγεμόνες. Akçura, Yusuf, Osmanli Devletinin Dağılma Devri, Άγκυρα: Türk Tarih Kurumu, 1988 (1940), σ.13 . Uzunçarşılı, Ismail Hakki, Osmanli Tarihi, Άγκυρα: Tarih Kurumu, τμ. 4 μέρος 2, 1988, σ.108.
[9] Saka, Mehmet, Ege Denizinde Türk Haklari, Κωνσταντινούπολη: Dergah, 1974 (1953). Erinc, Sirri και Yücel, Talip, Ege Denizi, Türkiye Ile komşu Ege Adalari. Άγκυρα: Türk Kulturu Araştırmalar Enstitüsü, 1988.
[10] Zimmi ή reaya (ραγιάς) αποκαλούνταν οι μη μουσουλμάνοι (χριστιανοί και εβραίοι) της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
[11] Bozkurt, Gülnihal, Gayrimuslim Osmanli vatandaşlarının Hukuki Durumu, Άγκυρα: Türk Tarih Kurumu,1989, σσ.14-29.
[12] ο.π., σ.2-23.
[13] Eryilmaz, Bilal, Osmanli Devletinde Gayrimuslim Teb’ anin Yönetimi, Κωνσταντινούπολη: Risale,1990, σελ.220.
[14] Inalcik, Halil, “The Policy of Mehmet II towards the Greek Population of Istanbul and the Byzantine Buildings of the City”, Dumbarton Oaks Papers, 1969-1970, σσ.231-249 και «The Ottoman Empire: Conquest, Organization and Economy», Λονδίνο: Variorum Reprints,1978, σ.234.
[15] Inalcik, 1969-70, σ.231-249.
[16] Inalcik, Halil, “Greeks in Ottoman Economy and Finances, 1453-1500”, στο Essays in Ottoman History, Κωνσταντινούπολη,1998, σ.380.
[17] Inalcik, Halil, “Greeks and Jews”, στο An Economic & Social History of the Ottoman Empire 1300-1914 (επιμ.) H.Inalcik, D.Quataert, Cambridge University Press, 1994, σ.13.
[18] Karpat, Kemal, “Millets and Nationality: The roots of the Incongruity of Nation and State in the Post-Ottoman Era” στο Christians and Jews in the Ottoman Empire, The Functioning of a Plural Society (επιμ.) Β. Braude & B.Lewis, New York, Holmes & Meier,1982, σσ.141-170.
[19] Karpat, Kemal, The Ottoman State and Its Place in World History, Leiden: E.J.Brill, 1974, σσ.2-11.