Παρασκευή, 1 Ιουνίου 2012

Η χαμένη ευκαιρία


Του Γιάνη Βαρουφάκη


     Το πρόβλημα με τις νομισματικές ενώσεις, όπως θα ανακάλυπτε η Αργεντινή στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και η Ευρώπη μετά το κραχ του 2008, έγκειται στο απλό γεγονός ότι τα ισοζύγια των εμπορικών συναλλαγών και κεφαλαιακών ροών μπορεί να παραμένουν σε κατάσταση ανισορροπίας για δεκαετίες, αν όχι για αιώνες. Ό,τι κι αν συμβεί, κάποιες από τις περιοχές μιας χώρας (π.χ. η περιοχή της Στουτγάρδης στη Γερμανία, η περιοχή του ευρύτερου Λονδίνου στη Βρετανία ή η περιοχή της Σανγκάης στην Κίνα) θα έχουν πάντα πλεονάσματα στις εμπορικές συναλλαγές τους με κάποιες άλλες περιοχές (π.χ. τα ανατολικά κρατίδια ή Länder, το Yorkshire ή τις δυτικές επαρχίες της Κίνας). Το ίδιο ισχύει και με τις Πολιτείες στα ομοσπονδιακά κράτη: η Αριζόνα δεν θα ισοσκελίσει ποτέ το ισοζύγιο των εμπορικών της συναλλαγών με την Καλιφόρνια και η Τασμανία θα είναι πάντα ελλειμματική έναντι της Victoria και της Νέας Ουαλίας. Δεδομένου ότι αυτά τα εμπορικά ελλείμματα είναι παντονινά, κάπως πρέπει να χρηματοδοτούνται, αλλιώς η συνολική οικονομία της Βρετανίας, της Γερμανίας, των ΗΠΑ, της Αυστραλίας (που αναπόφευκτα εμπεριέχουν τόσο ελλειμματικές όσο και πλεονασματικές περιοχές) θα αποσταθεροποιηθεί με αρνητικό αντίκτυπο σε όλη τους την επικράτεια –τόσο στις πλεονασματικές όσο και στις ελλειμματικές περιοχές, επαρχίες, Πολιτείες.

     Όταν κάθε κρατική οντότητα ή «επαρχία» έχει δικό της νόμισμα, η εξισορρόπηση επέρχεται μέσω της σταδιακής αλλαγής στην συναλλαγματική ισοτιμία. Καθώς το νόμισμα των ελλειμματικών υποχωρεί, απορροφούνται οι εντάσεις που προκαλούνται από τα εμπορικά ελλείμματα, τα οποία και περιορίζονται. Πράγματι, όλοι θυμόμαστε πως πριν τη θέσπιση του ευρώ, τα πλεονάσματα της Γερμανίας έναντι χωρών όπως η Ελλάδα και η Ιταλία οδηγούσαν σε μια σταδιακή υποτίμηση της δραχμής και της λιρέτας σε σχέση με το μάρκο. Με αυτόν τον τρόπο διατηρούνταν η ισορροπία, καθώς οι αυξανόμενες εμπορικές ασυμμετρίες ακυρώνονταν από αντίστοιχες μειώσεις στις συναλλαγματικές ισοτιμίες –με τα εισαγόμενα (εκ Γερμανίας) προϊόντα στις χώρες της περιφέρειας να ακριβαίνουν και τις εξαγωγές μας να γίνονται πιο φτηνές στη Γερμανία.

     Ωστόσο, σε οικονομικές ενώσεις, όπου υπάρχει ενιαίο νόμισμα, π.χ. στις Ηνωμένες Πολιτείες ή στην ευρωζώνη, είναι αναγκαίος ένας άλλος τρόπος για να αμβλύνονται οι εντάσεις που προκαλούνται από τις ανισορροπίες στα ισοζύγια των εμπορικών συναλλαγών και των κεφαλαιακών ροών: κάποιος Μηχανισμός Ανακύκλωσης των Πλεονασμάτωνπου να παίρνει κεφάλαια από τις πλεονασματικές περιοχές (π.χ. το Λονδίνο ή την Καλιφόρνια) και να τα μεταφέρει στις ελλειμματικές περιοχές (π.χ. την Ουαλία ή το Delaware). Η ανακύκλωση αυτή μπορεί να έχει τη μορφή της απλής μεταφοράς οικονομικών πόρων (π.χ. την καταβολή επιδομάτων ανεργίας στο Yorkshire με χρήματα από τους φόρους που συλλέγονται στο Sussex)  ή κάτι που είναι περισσότερο επιθυμητό τόσο για τις πλεονασματικές όσο και για τις ελλειμματικές περιοχές: την επένδυση σε παραγωγικές δραστηριότητες μέρους των πλεονασμάτων των πλεονασματικών περιοχών στις ελλειμματικές περιοχές (π.χ. την παρότρυνση επιχειρηματιών να φτιάξουν εργοστάσια στη βόρεια Αγγλία ή στο  Ohio).

     Ο λόγος για τον οποίο η ζώνη του δολαρίου, οι ΗΠΑ, είναι μια επιτυχημένη νομισματική ένωση, ενώ η ευρωζώνη μόνο επιτυχημένη δεν μπορεί να χαρακτηριστεί, είναι ότι ενώ η Ευρώπη δεν έχει κανέναν, η Αμερική διαθέτει δύο Μηχανισμούς Ανακύκλωσης Πλεονασμάτων:

α) ένας απλός Μηχανισμός Μεταβίβασης Πόρων [Transfer Union], ο οποίος θεσμοθετήθηκε στα τέλη της δεκαετίας του 1930 στο πλαίσιο του New Deal και ο οποίος διασφαλίζει ότι η ομοσπονδιακή κυβέρνηση της Washington πληρώνει για τα επιδόματα ανεργίας και την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη στις ελλειμματικές Πολιτείες αντλώντας τα ποσά από τους φόρους που συλλέγονται στις πλεονασματικές Πολιτείες, π.χ. στην Καλιφόρνια και στη Νέα Υόρκη, και

β) ένας πιο περίπλοκος Μηχανισμός Ανακύκλωσης που λειτουργεί μέσω του Στρατιωτικού-Βιομηχανικού Συμπλέγματος [Military-Industrial Complex]. Ο τελευταίος αναπτύχθηκε τη δεκαετία του 1940 και αντανακλά μια ακόμα πολιτική διευθέτηση: όταν το Πεντάγωνο αναθέτει σε μια εταιρεία, όπως η Boeing, την κατασκευή ενός νέου πολεμικού αεριωθούμενου ή ενός πυραυλικού συστήματος, μια από τις ρήτρες του συμβολαίου ορίζει ποια από τα νέα εργοστάσια θα χτιστούν σε οικονομικά χειμαζόμενες, ελλειμματικές Πολιτείες. Αυτή η μορφή ανακύκλωσης πλεονασμάτων δεν παίρνει τη μορφή δανείων αλλά των παραγωγικών επενδύσεων σε ελλειμματικές περιοχές που χρησιμοποιούν τα πλεονάσματα που δημιουργούνται στις πλεονασματικές περιοχές για να συνεχίζουν, εντέλει, να αγοράζουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες που παράγουν σωρηδόν οι ….πλεονασματικές περιοχές.
Πράγματι, χωρίς τουλάχιστον έναν αποτελεσματικό Μηχανισμό Ανακύκλωσης Πλεονασμάτων, μια νομισματική ένωση είναι καταδικασμένη να υποκύψει στις υποχθόνιες κινήσεις των τεκτονικών πλακών της οικονομίας που αργά ή γρήγορα θα προκαλέσουν τόσο μεγάλες ρωγμές, ώστε τελικά η ένωση θα καταρρεύσει.

     Η ανακύκλωση των πλεονασμάτων γίνεται ακόμα πιο επιτακτική όταν οι διάφορες περιοχές συνδέονται μέσω ενός ενιαίου νομίσματος ή κάποιου είδους σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας. Αν δεν υπάρχει ένας Μηχανισμός Ανακύκλωσης των Πλεονασμάτων (με τη μορφή επενδύσεων) από τις περιοχές που παράγονται στις ελλειμματικές περιοχές, τότε η ζώνη του ενιαίου νομίσματος αργά ή γρήγορα θα διαλυθεί. Καθώς οι «φτωχές» περιοχές της νομισματικής ένωσης θα αδυνατούν να υποτιμήσουν το νόμισμά τους για να μειώσουν τη συσσώρευση εμπορικών ελλειμμάτων, οι πιέσεις εξαιτίας της σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας ή του ενιαίου νομίσματος θα εντείνονται συνεχώς μέχρι να καταρρεύσει το σύστημα. Αυτό συνέβη στην Αργεντινή στα τέλη της δεκαετίας του 1990, όταν, ελλείψει Μηχανισμού Ανακύκλωσης των Πλεονασμάτων, το επιδεινούμενο έλλειμμα της χώρας είχε ολέθριες επιπτώσεις εξαιτίας της σταθερής συναλλαγματικής ισοτιμίας του νομίσματος της Αργεντινής με το δολάριο. Η ίδια αρνητική δυναμική, μετά την Κρίση του 2008, έβαλε την ευρωζώνη στην τροχιά της κατάρρευσης.  

Πηγή: Γιάνης Βαρουφάκης, Παγκόσμιος Μινώταυρος, οι πραγματικές αιτίες της Κρίσης, Αθήνα 2011, σσ.131-7.