Πέμπτη, 29 Ιανουαρίου 2009

Ο μεγάλος λιμός (Σοβιετική Ένωση, 1932-1933)



Ανάμεσα στα άγνωστα γεγονότα της σοβιετικής ιστορίας παρέμενε για πολύ καιρό κι ο μεγάλος λιμός των ετών 1932-1933, τα θύματα του οποίου υπήρξαν, σύμφωνα με πηγές που σήμερα δεν αμφισβητούνται, περισσότερα από 6.000.000 [1].
Αντίθετα με τον λιμό του 1921-1922, που οι σοβιετικές αρχές τον παραδέχτηκαν κάνοντας ευρεία έκκληση στη διεθνή βοήθεια, ο λιμός του 1932-1933 δεν έγινε ποτέ παραδεκτός από το καθεστώς που έπνιξε με την προπαγάνδα του τις λίγες φωνές που προσπαθούσαν, στο εξωτερικό, να προσελκύσουν την προσοχή σε αυτή την τραγωδία [2].
Παρ’όλα αυτά, κάποιοι υψηλά ιστάμενοι πολιτικοί, ιδιαίτερα Γερμανοί και Ιταλοί, γνώριζαν και μάλιστα με αρκετές λεπτομέρειες τα σχετικά με τον λιμό του 1932-1933. Οι αναφορές των Ιταλών διπλωματών που ήταν διαπιστευμένοι στο Χαρκόφ, στην Οδησσό ή στο Νοβοροσίσκ και οι οποίες αποκαλύφθηκαν πρόσφατα και δημοσιεύτηκαν από τον Ιταλό ιστορικό Αντρέα Γκρατσιόζι [3] αποδεικνύουν ότι ο Μουσολίνι ήταν απολύτως εν γνώσει της καταστάσεως, ωστόσο δεν την χρησιμοποίησε για την αντικομμουνιστική του προπαγάνδα. Αντιθέτως, το καλοκαίρι του 1933 σημαδεύτηκε από την υπογραφή μιας ιταλοσοβιετικής εμπορικής συμφωνίας, που την ακολούθησε η υπογραφή ενός συμφώνου ειρήνης και μη επιθέσεως. Αποσιωπημένη ή θυσιασμένη στο βωμό του συμφέροντος του κράτους, η αλήθεια για τον μεγάλο λιμό, για την οποία γινόταν λόγος σε ουκρανικές εκδόσεις χαμηλής κυκλοφορίας στο εξωτερικό, άρχισε να επιβάλλεται μόνο μετά το δεύτερο ήμισυ της δεκαετίας του ’80, αφού πρώτα δημοσιεύτηκε μια σειρά από εργασίες και έρευνες, τόσο από δυτικούς ιστορικούς όσο και από ερευνητές από την πρώην Σοβιετική Ένωση.


Κάθε φθινόπωρο, η εκστρατεία περισυλλογής μεταμορφωνόταν σε μια πραγματική αναμέτρηση δυνάμεων ανάμεσα στο κράτος και τους αγρότες που προσπαθούσαν απελπισμένα να κρατήσουν για τους εαυτούς τους ένα μέρος της σοδειάς. Το στοίχημα ήταν θεμελιώδους σημασίας: για το κράτος η παρακράτηση προϊόντων, για τους αγρότες η επιβίωση.
Το 1930, το κράτος συνέλεξε το 30% της αγροτικής παραγωγής στην Ουκρανία, 38% στις πλούσιες πεδιάδες του Κουμπάν στον βόρειο Καύκασο, 33% της σοδειάς στο Καζακστάν.
Το 1931, μολονότι η συγκομιδή ήταν αρκετά κατώτερη, τα αντίστοιχα ποσοστά έφτασαν στο 41,5%, 47% και 39.5%. Τέτοιας έκτασης παρακράτηση από την πλευρά του κράτους δεν γινόταν παρά για να αποδιοργανώσει πλήρως τον παραγωγικό κύκλο. Στο σημείο αυτό αρκεί να θυμηθούμε ότι με το καθεστώς της ΝΕΠ [4] οι αγρότες δεν παραχωρούσαν περισσότερο από το 15-20% της σοδειάς τους, κρατώντας το 12-15% για την επόμενη σπορά, το 25-30% για ζωοτροφές και το υπόλοιπο για την ιδιωτική τους κατανάλωση.
Έτσι, η σύγκρουση ήταν αναπόφευκτη ανάμεσα στους αγρότες, που ήταν αποφασισμένοι να χρησιμοποιήσουν κάθε μορφής στρατήγημα προκειμένου να διατηρήσουν ένα τμήμα της σοδειάς τους, και τις τοπικές αρχές που ήταν υποχρεωμένες να εκπληρώσουν με κάθε τίμημα ένα ολοένα και πιο εξωπραγματικό πλάνο (το 1932, το πλάνο της παρακράτησης ήταν κατά 32% ανώτερο από το αντίστοιχο του 1931) [5].
Η εκστρατεία συλλογής αγροτικών προϊόντων του 1932 άρχισε με πολύ βραδείς ρυθμούς. Από τη στιγμή που άρχισε ο θερισμός, οι αγρότες-μέλη των κολχόζ προσπαθούσαν να κρύψουν ή να «κλέψουν» στη διάρκεια της νύχτας ένα μέρος της σοδειάς. Παρά τα δρακόντεια μέτρα που πάρθηκαν [6], το σιτάρι δεν «απέδιδε». Στα μέσα Οκτωβρίου του 1932, το πλάνο συλλογής για τις βασικές σιτοπαραγωγικές περιοχές της χώρας δεν είχε εκπληρωθεί παρά στο 15-20%. Στις 22/10/1932, το Πολιτικό Γραφείο αποφάσισε να στείλει στην Ουκρανία και στον βόρειο Καύκασο δύο έκτακτες επιτροπές, με σκοπό «την επιτάχυνση της συλλογής των εισφορών» [7].
Στις 2 Νοεμβρίου 1932, η επιτροπή του Λάζαρ Καγκάνοβιτς, έφτασε στο Ροστόφ-Ντον. Συγκάλεσε αμέσως συνέλευση όλων των περιφερειακών γραμματέων του Κόμματος της περιοχής του βορείου Καυκάσου, η οποία υιοθέτησε την παρακάτω απόφαση:
«Σε συνέχεια της ιδιαιτέρως ντροπιαστικής αποτυχίας του πλάνου συλλογής των σιτηρών, να υποχρεώσετε τις τοπικές οργανώσεις του Κόμματος να τσακίσουν το οργανωμένο από αντεπαναστατικά στοιχεία και κουλάκους σαμποτάζ και να εκμηδενίσουν την αντίσταση των αγροτοκομμουνιστών και των προέδρων των κολχόζ που τέθηκαν επικεφαλής αυτού του σαμποτάζ».
Για έναν ορισμένο αριθμό περιφερειών που είχαν περιληφθεί στον «μαυροπίνακα» (σύμφωνα με την επίσημη ορολογία) πάρθηκαν τα ακόλουθα μέτρα: απόσυρση όλων των προϊόντων από τα καταστήματα, ολοκληρωτική παύση του εμπορίου, άμεση εξόφληση των τρεχόντων δανείων, επιβολή έκτακτης εισφοράς, σύλληψη όλων των «δολιοφθορέων», των «αλλοτριωμένων στοιχείων» και των «αντεπαναστατών», σύμφωνα με μια επιταχυνόμενη διαδικασία, υπό την αιγίδα της Γκεπεού. Σε περίπτωση εξακολούθησης του «σαμποτάζ», ο πληθυσμός υπόκειτο σε ομαδική εκτόπιση. Τον Δεκέμβριο, άρχισαν οι ομαδικές εκτοπίσεις όχι μονάχα των κουλάκων αλλά και ολόκληρων χωριών, ιδιαιτέρως των Κοζάκων stanitsy, που είχαν ήδη πληγεί το 1920 από παρόμοια μέτρα [8].
Ο αριθμός των ειδικών εποίκων εκτοξεύτηκε ραγδαία στα ύψη. Αν για το 1932 τα στοιχεία της διοίκησης του Γκουλάγκ έκαναν λόγο για άφιξη 71.236 εκτοπισμένων, το 1933 καταγράφηκε μια πλημμυρίδα 268.091 νέων ειδικών εποίκων [9].
Μπορούσαν αυτά τα κατασταλτικά μέτρα να επιτρέψουν στο κράτος να κερδίσει τον πόλεμο κατά των αγροτών;
Όχι, υπογράμμιζε σε μια ιδιαιτέρως οξυδερκή αναφορά ο Ιταλός πρόξενος του Νοβοροσίσκ:
«ο σοβιετικός κρατικός μηχανισμός, υπερβολικά εξοπλισμένος και ισχυρός, βρίσκεται πράγματι σε αδυναμία να νικήσει σε μία ή περισσότερες μάχες εν παρατάξει. Ο εχθρός δεν παρουσιάζεται μαζικός, είναι διάσπαρτος και οι σοβιετικοί εξαντλούνται σε μια ατελείωτη σειρά ατελείωτων επιχειρήσεων […] Τον εχθρό πρέπει να τον γυρεύεις από σπίτι σε σπίτι, από χωριό σε χωριό. Είναι σαν να κουβαλάς νερό με έναν τρύπιο κάδο!» [10].
Συνεπώς, για να νικηθεί ο «εχθρός» δεν έμενε παρά μονάχα μια λύση: η πείνα.
Τον Αύγουστο του 1932, ο Μολότοφ ανέφερε στο Πολιτικό Γραφείο ότι υφίστατο «πραγματική απειλή λιμού ακόμη και στις περιοχές όπου η συγκομιδή ήταν εξαιρετική». Ωστόσο, πρότεινε να εκπληρωθεί με κάθε τίμημα το πλάνο της συλλογής των εισφορών. Ακόμα και σκληροί σταλινικοί [11] ζήτησαν από τον Στάλιν και τον Μολότοφ να ελαφρύνουν το πλάνο συλλογής εισφορών [12].
«Η άποψή σας», αποκρίθηκε ο Μολότοφ, «είναι βαθύτατα λαθεμένη και διόλου μπολσεβίκικη. Εμείς οι μπολσεβίκοι δεν μπορούμε να βάζουμε τις ανάγκες του κράτους-ανάγκες που καθορίζονται επακριβώς με κομματικές αποφάσεις- στη δέκατη, ακόμη και στη δεύτερη θέση» [13].
Μερικές ημέρες αργότερα, το Πολιτικό Γραφείο έστειλε στις τοπικές αρχές μια εγκύκλιο που διέταζε ότι, από τα κολχόζ τα οποία δεν είχαν ακόμη εκπληρώσει το πλάνο τους, έπρεπε αμέσως να αφαιρεθούν «όλα τα σιτηρά που είχαν στη διάθεσή τους, ακόμη και οι σπόροι που συνιστούν απόθεμα για την σπορά!».

Υποχρεωμένοι να παραδώσουν κάτω από τις απειλές, ακόμη και τα βασανιστήρια, όλα τα ισχνά τους αποθέματα, μην έχοντας ούτε τα μέσα ούτε τη δυνατότητα να αγοράσουν οτιδήποτε, εκατομμύρια αγρότες των πιο πλούσιων αγροτικών περιοχών της Σοβιετικής Ένωσης αφέθηκαν έτσι στο έλεος του λιμού και δεν είχαν άλλη σωτηρία από το να φύγουν, με προορισμό τα μεγάλα αστικά κέντρα. Όμως, στις 27 Δεκεμβρίου 1932, η κυβέρνηση καθιέρωσε το εσωτερικό διαβατήριο και την υποχρεωτική απογραφή των κατοίκων των πόλεων, με στόχο να περιορίσει την έξοδο των αγροτών, να «εξολοθρεύσει τον κοινωνικό παρασιτισμό» και να «καταπολεμήσει τη διείσδυση των κουλάκων στις πόλεις».
Μπροστά σε αυτή τη φυγή των αγροτών που προσπαθούσαν να επιβιώσουν, στις 22 Ιανουαρίου 1933, η κυβέρνηση δημοσίευσε μια εγκύκλιο που καταδίκαζε σε προγραμματισμένο θάνατο εκατομμύρια πεινασμένους.
Με τις υπογραφές του Στάλιν και του Μολότοφ, διέταζε τις τοπικές αρχές, και ειδικότερα την Γκεπεού, να απαγορεύσουν «με κάθε μέσον τις ομαδικές αναχωρήσεις των αγροτών της Ουκρανίας και του βόρειου Καυκάσου προς τις πόλεις.
Μετά τη σύλληψη των αντεπαναστατικών στοιχείων, οι υπόλοιποι φυγάδες θα επιστρέφουν δια της βίας στους τόπους διαμονής τους».
Η εγκύκλιος ερμήνευε ως εξής την κατάσταση: «Η Κεντρική Επιτροπή και η κυβέρνηση έχουν αποδείξεις πως αυτή η μαζική έξοδος των αγροτών είναι οργανωμένη από τους εχθρούς της σοβιετικής εξουσίας, τους αντεπαναστάτες και τους Πολωνούς πράκτορες, με στόχο την προπαγάνδα κατά του συστήματος των κολχόζ ειδικότερα και της σοβιετικής εξουσίας γενικότερα» [14].
Σε όλες τις περιοχές που επλήγησαν από τον λιμό, ανεστάλη πάραυτα η πώληση εισιτηρίων για τα τρένα. Οδοφράγματα ελεγχόμενα από τις ειδικές μονάδες της Γκεπεού στήθηκαν στους δρόμους για να εμποδίζονται οι αγρότες να εγκαταλείψουν την περιφέρειά τους.
Στο σημείο αυτό παραθέτουμε την μαρτυρία του Ιταλού πρόξενου του Χαρκόφ, ο οποίος βρισκόταν στην καρδιά μας περιοχής που είχε πληγεί βαρύτατα από τον λιμό: «[…] Εκτός από τους αγρότες που συρρέουν στην πόλη, αφού δεν έχουν καμιά πιθανότητα επιβίωσης στην ύπαιθρο χώρα, υπάρχουν παιδιά που τα φέρνουν εδώ οι γονείς τους και στη συνέχεια τα εγκαταλείπουν, για να επιστρέψουν οι ίδιοι στα χωριά τους και να πεθάνουν εκεί. […] Τα άτομα που έχουν ήδη πρηστεί, μεταφέρονται με εμπορικές αμαξοστοιχίες στην ύπαιθρο και εγκαταλείπονται 50-60 χιλιόμετρα μακριά από την πόλη, ώστε να πεθάνουν απαρατήρητοι […] Όταν φτάνουν στους τόπους εκφόρτωσης, σκάβουν μεγάλους τάφρους και ρίχνουν μέσα τους νεκρούς από τα βαγόνια» [15].
.
Στην ύπαιθρο, η θνησιμότητα φτάνει στα ύψη την άνοιξη του 1933. Στην πείνα προστίθεται ο τύφος. Σε κωμοπόλεις με αρκετές χιλιάδες κατοίκους, οι ζωντανοί μετριούνται σε μερικές δεκάδες. Περιπτώσεις κανιβαλισμού επισημαίνονται στις αναφορές της Γκεπεού, όπως και στις αντίστοιχες των Ιταλών διπλωματών που είναι διαπιστευμένοι στο Χαρκόφ:
«Στο Χαρκόφ, κάθε βράδυ μαζεύουν 250 πτώματα ανθρώπων που πέθαναν από την πείνα ή από τον τύφο. Διαπιστώθηκε ότι ένας μεγάλος αριθμός πτωμάτων δεν είχε πια συκώτι: φαινόταν σαν να είχε αφαιρεθεί με μια μεγάλη τομή. Η αστυνομία τελικά συνέλαβε μερικούς από τους μυστηριώδεις «ακρωτηριαστές» που ομολόγησαν ότι με το κρέας αυτό κατασκεύαζαν τη γέμιση των πιροσκί, τα οποία πουλούσαν στη συνέχεια στην αγορά» [16].
Τον Απρίλιο του 1933, ο συγγραφέας Μιχαήλ Σολόχοφ, που ήταν περαστικός από μια κωμόπολη στο Κουμπάν, έγραψε δύο γράμματα στον Στάλιν εκθέτοντας λεπτομερώς τον τρόπο με τον οποίο οι τοπικές αρχές είχαν αποσπάσει, με βασανιστήρια, όλα τα αποθέματα των κολχόζ, υποχρεώνοντας τους αγρότες να πεινάσουν. Ζητούσε από τον πρώτο γραμματέα να στείλει βοήθεια και τρόφιμα.
Στην απάντησή του στον συγγραφέα, ο Στάλιν αποκάλυπτε χωρίς περιστροφές τη θέση του: οι αγρότες είχαν τιμωρηθεί δίκαια επειδή είχαν «απεργήσει» και είχαν «διαπράξει σαμποτάζ», επειδή είχαν «διεξαγάγει έναν υπονομευτικό πόλεμο κατά της σοβιετικής εξουσίας, έναν πόλεμο μέχρι θανάτου» [17].
Την ώρα που, το 1933, εκατομμύρια αγρότες πέθαιναν από την πείνα, η σοβιετική κυβέρνηση συνέχιζε τις εξαγωγές στο εξωτερικό 18.000.000 κανταριών (εκατόκιλων) σιτηρών για «τις ανάγκες της βιομηχανοποίησης».

Τα δημογραφικά στοιχεία και οι απογραφές του 1937 και του 1939, που είχαν κρατηθεί μυστικές μέχρι πρόσφατα, επιτρέπουν την εκτίμηση της έκτασης του λιμού του 1933. Γεωγραφικά, η «ζώνη της πείνας» κάλυπτε ολόκληρη την Ουκρανία, ένα τμήμα της ζώνης των μαύρων γαιών, τις εύφορες πεδιάδες του Ντον, του Κουμπάν και του βόρειου Καυκάσου κι ένα μεγάλο μέρος του Καζακστάν. Ο λιμός και η σιτοδεία έπληξαν περίπου 40.000.000 άτομα.
Στις περιοχές που επλήγησαν περισσότερο, όπως οι αγροτικές ζώνες γύρω από το Χαρκόφ, η θνησιμότητα μεταξύ Ιανουαρίου και Ιουνίου δεκαπλασιάστηκε σε σχέση με τον μέσο όρο των προηγούμενων ετών [18].
Για το 1933 και για το σύνολο της χώρας, διαπιστώνεται αύξηση των θανάτων μεγαλύτερη από 6 εκατομμύρια. Αφού η τεράστια πλειονότητα αυτού του αριθμού οφειλόταν στο λιμό, μπορούμε να εκτιμήσουμε με ακρίβεια σε 6.000.000 περίπου τα θύματα αυτής της τραγωδίας. Η αγροτιά της Ουκρανίας πλήρωσε το βαρύτερο τίμημα, με τουλάχιστον 4.000.000 νεκρούς. Στο Καζακστάν, 1.000.000 νεκροί περίπου, ιδιαιτέρως μεταξύ των νομαδικών πληθυσμών που μετά την κολεκτιβοποίηση είχαν στερηθεί όλα τους τα κοπάδια κι είχαν εγκατασταθεί σε μόνιμους οικισμούς διά της βίας. Στον βόρειο Καύκασο και στην περιοχή των μαύρων γαιών, 1.000.000 νεκροί [19].
Πηγή του παρόντος ποστ, «η Μαύρη βίβλος του Κομμουνισμού», σσ.185-194 [20].


Μια ανείπωτη τραγωδία, μεγαλύτερη σε θύματα ακόμη και από το Ολοκαύτωμα των εβραίων.
Μια τραγωδία, στα αζήτητα της ιστορίας, μια τραγωδία καλά χωμένη στα βάθη της λήθης για τους υποστηρικτές του κομμουνισμού.
Μια τραγωδία για την οποία η ελληνική Αριστερά, ακόμη και σήμερα, δεν τολμά να μιλήσει, δεν θέλει να την αντικρύσει, δεν θέλει καν να την ξέρει. Γράφει στην εισαγωγή της ελληνικής έκδοσης της «Μαύρης Βίβλου του Κομμουνισμού», ο Δημήτρης Δημητράκος, Καθηγητής Πολιτικής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, σχετικά με την ηθελημένη ιδεολογική απενεργοποίηση της μνήμης από τους κομμουνιστές:
"Μπορεί να είναι η αποσιώπηση της αλήθειας ή η αδιαφορία για το δίκιο, ορισμένες φορές, για χάρη ενός ανώτερου σκοπού, που είναι η παγκόσμια επανάσταση. […] Όλα αυτά γίνονται στο όνομα της ουτοπίας. Από πρώτη άποψη αυτό φαίνεται ανεκτό, ίσως και συμπαθές. Μια ουτοπική φαντασίωση, και στη χειρότερη ακόμα περίπτωση, είναι μια αβλαβής αυταπάτη. Δεν φταίει ο πνευματικός άνθρωπος αν ξεγελάστηκε από αυτήν. Αν τελικά το όραμα έκρυβε πίσω του τη φρίκη, αν η ουτοπία τελικά αποδείχθηκε δυστοπία της χειρότερης μορφής[…]" [21].

Έτσι, μέσα από αυτή την αντινομία, προκρίνεται η «απορρόφηση» του πραγματικού από το ιδεατό και η στάση αυτή νομιμοποιείται μέσα από μια μεταθεωρητική αρχή που δικαιώνει την ιδεολογία και την ουτοπία έναντι της αντικειμενικής πραγματικότητας [22].
Οι κομμουνιστές επί Στάλιν (αλλά και μετά), ειδικά αυτοί που είχαν την «τύχη» να βρεθούν στις χώρες του «υπαρκτού» σοσιαλισμού, είτε θα γινόταν πολέμιοι αυτού του φασιστικού καθεστώτος και θα οδηγούνταν με μαθηματική ακρίβεια στο εκτελεστικό απόσπασμα, είτε θα υπέτασσαν την αντικειμενική πραγματικότητα στην ιδεολογική (χωρίς φυσικά να διασφαλίζουν έτσι την ζωή τους), όπως συνήθως γινόταν:
«οι άνθρωποι που ζούσαν κάτω από αυτά τα καθεστώτα εφάρμοσαν μια πρακτική «διπλής πίστης» ή «διπλής αλήθειας» . Η τήρηση αυτής της αρχής σήμαινε την αναγκαστική υποταγή της εμπειρικής πραγματικότητας στην ιδεολογική: αυτό είναι το ίδιον του ολοκληρωτισμού. Ζητεί να αναγνωρισθεί ως αλήθεια η ουτοπία, η οποία ανακηρύσσεται επίσημα ως ισχύουσα. Η πραγματικότητα της ιδεολογίας εκτοπίζει πολιτικά την εμπειρική πραγματικότητα» [23].
Και φυσικά η απώτατη χειραγώγηση της πραγματικότητας παρατηρήθηκε όταν οι απανταχού κομμουνιστές αποκήρυξαν μετά θάνατον, τον –όταν ήταν στη ζωή- επί γης Θεό τους, τον «πατερούλη» Στάλιν, θεωρώντας ότι ο σταλινισμός ήταν εκτροπή από τον «αγνό» κομμουνισμό. Όμως «αυτό που ονομάστηκε «σταλινισμός» δεν ήταν το αποτέλεσμα ενός ιστορικά τυχαίου γεγονότος που συνδέεται με την προσωπικότητα του Ιωσήφ Στάλιν. Ήταν απόρροια του βολονταρισμού του κομμουνισμού και της «κάθετης» οργάνωσης της εξουσίας, χωρίς τις «οριζόντιες» διεξόδους που παρέχει η ελευθερία. Η κάθετη οργάνωση σημαίνει ότι κάθε οικονομικό ή κοινωνικό πρόβλημα ανάγεται σε πολιτικό πρόβλημα, που μόνο η εξουσία μπορεί να το λύσει, με αποτέλεσμα όλα να αποφασίζονται κεντρικά και να μην λαμβάνεται υπόψη το κόστος μιας απόφασης, διότι το κόστος έχει σημασία μόνο όταν γίνεται συναλλαγή, συμφωνία μεταξύ ίσων, σε «οριζόντια» και όχι σε «κάθετη» σχέση που είναι πάντα σχέση εξουσίας και ιεραρχίας. Από την άλλη μεριά, η πολιτικοποίηση κάθε θέματος όταν το κομμουνιστικό κόμμα βρίσκεται στην εξουσία, σημαίνει ότι η επιβολή της θέλησής του θα είναι πάντα αμείλικτη και βίαιη. Ο κομμουνισμός είναι δεμένος με τη βία στην πράξη, αλλά και στη θεωρία. Είναι μύθος ότι ο Στάλιν εισήγαγε τη χρήση της μαζικής βίας στην κομμουνιστική πρακτική. Ο Στάλιν εφάρμοσε πιστά το πρόγραμμα του Λένιν[…]» [24].

doctor

_________________________________
[1] A.Blum, Naître, vivre et mourir en URSS, 1917-1991, Παρίσι, Plon, σ.99. Αυτή η καταστροφή δεν υπήρξε, ωστόσο, παρόμοια με τις άλλες, στη σειρά των λιμών που αντιμετώπιζε, σε τακτικά διαστήματα, η τσαρική Ρωσία. Υπήρξε άμεση συνέπεια του καινούργιου συστήματος της «στρατιωτικο-φεουδαρχικής εκμετάλλευσης» της αγροτιάς –κατά την έκφραση του αντισταλινικού ηγέτη των μπολσεβίκων Νικολάι Μπουχάριν-, που συστάθηκε στη διάρκεια της αναγκαστικής κολεκτιβοποίησης και αποτέλεσε την τραγική απεικόνιση της τρομακτικής κοινωνικής καταπίεσης που συνόδευσε την έφοδο της σοβιετικής εξουσίας κατά της υπαίθρου, στα τέλη της δεκαετίας του ’20.
[2] Μια προπαγάνδα που βοηθήθηκε τα μέγιστα από «μαρτυρίες» όπως αυτή του Γάλλου βουλευτή και αρχηγού του ριζοσπαστικού κόμματος Εντουάρ Ερριό, ο οποίος ταξιδεύοντας στην Ουκρανία το καλοκαίρι του 1933, διατυμπάνιζε πως δεν είδε παρά μονάχα «θαυμαστά αρδευόμενους και καλλιεργούμενους λαχανόκηπους» και «αληθινά αξιοθαύμαστες σοδειές», πριν καταλήξει κατηγορηματικά: «Διέσχισα την Ουκρανία και σας βεβαιώνω πως είναι ένας κήπος σε πλήρη άνθηση» (F.Kupferman, Au paus des Soviets. Le Voyage français en Union soviétique , 1917-1939, Παρίσι, Gallimard, 1979, σ.88). Αυτή η τύφλωση ήταν καταρχάς το αποτέλεσμα μιας θαυμαστής σκηνοθεσίας, οργανωμένης από την Γκεπεού για χάρη των ξένων προσκεκλημένων, των οποίων η διαδρομή ήταν σημαδεμένη από υποδειγματικά κολχόζ και παιδικές χαρές. Μια τύφλωση που ολοφάνερα ενισχυόταν από πολιτικές σκοπιμότητες, ιδιαιτέρως από την πλευρά των Γάλλων ιθυνόντων που εκείνη την εποχή βρισκόταν στην εξουσία, και οι οποίοι φρόντιζαν να μην διαταραχθεί η διαδικασία της σχεδιαζόμενης προσέγγισης με τη Σοβιετική ένωση, απέναντι σε μια Γερμανία που γινόταν ολοένα και πιο απειλητική μετά την πρόσφατη ανάρρηση στην εξουσία του Αδόλφου Χίτλερ.
[3] A.Graziosi, “Letters de Kharkov. La famine en Ukraine et dans le Caucase du Nord a travers les rapports des diplomats italiens, 1932-1934”, Cahiers du Monde russe et soviétique , XXX (1-2), Ιανουάριος-Ιούνιος 1989, σσ.5-106.
[4] Το 1919 ο Λένιν ίδρυσε την Τρίτη (ή Κομμουνιστική) Διεθνή, μέσω της οποίας, τα χρόνια που ακολούθησαν, το σοβιετικό κομμουνιστικό κόμμα, το μόνο που είχε κατακτήσει την εξουσία, επιβλήθηκε ως ιδεολογικό και πολιτικό πρότυπο στα άλλα κομμουνιστικά κόμματα.
Ο εμφύλιος πόλεμος έληξε νικηφόρα για τον Κόκκινο Στρατό των Εργατών και των Αγροτών τον οποίο είχε δημιουργήσει ο Λένιν και διοικούσε ο Λέον Τρότσκι. H χώρα όμως βρισκόταν σε απελπιστική κατάσταση. Για να αντιμετωπίσει τις τεράστιες οικονομικές δυσκολίες και τη διογκούμενη δυσαρέσκεια του λαού, και ιδίως των αγροτών, που αυτές προκαλούσαν και που άρχιζε να γίνεται επικίνδυνη για το σοβιετικό καθεστώς, τον Μάρτιο του 1921 ο Λένιν εισήγαγε τη Νέα Οικονομική Πολιτική. H ΝΕΠ αποτελούσε ως έναν βαθμό παραχώρηση προς το καπιταλιστικό σύστημα καθ' ότι επέτρεπε, αν και σε περιορισμένη κλίμακα, την ιδιωτική οικονομική δραστηριότητα. Πρόσφερε όμως ανακούφιση στους αγρότες και βελτίωσε τον μηχανισμό διακίνησης των ειδών διατροφής.
Το Βήμα, Κυριακή 4 Απριλίου 2004.
[5] M.Lewin, La formation du systeme sovietique, Παρίσι, Gallimard, 1987, σσ.206-237.
[6] Στο οπλοστάσιο της καταστολής, ένας περίφημος νόμος που δημοσιεύτηκε στις 7 Αυγούστου 1932, στο αποκορύφωμα του πολέμου ανάμεσα στην αγροτιά και στο καθεστώς, προέβλεπε καταδίκη 10χρονου εγκλεισμού σε στρατόπεδο ή την θανατική ποινή για «κάθε κλοπή ή κατασπατάληση της σοσιαλιστικής ιδιοκτησίας». Ο νόμος έγινε γνωστός με το προσωνύμιο «ο νόμος των σταχυών», γιατί οι περισσότεροι από όσους καταδικάζονταν βάσει αυτού είχαν κλέψει μερικά στάχυα σιταριού ή σίκαλης από τα κολχόζ. Αυτός ο άθλιος νόμος επέτρεψε από τον Αύγουστο του 1932 μέχρι τον Δεκέμβριο του 1933, την καταδίκη περισσότερων από 125.000 άτομα, εκ των οποίων 5.400 στην εσχάτη των ποινών (GARF- Κρατικά Αρχεία της Ομοσπονδίας της Ρωσίας, 3316/1254/4-7).
[7] Ν.Α. Invitski, Κολεκτιβοποίηση και αποκουλακοποίηση (Kollektivizatsia i raskoulacivanie), Μόσχα, 1994, σσ.192-3.
[8] Invitski, ό.π., σσ.198-206.
[9] V.N. Zemskov, «Η εκτόπιση των κουλάκων την δεκαετία του 1930» (“Kulackaia ssylka v 30-ye gody”), Sotsiologiceskie issledovania, 1991, σσ.4-5.
[10] Α.Graziosi, ό.π. σ.51.
[11] Όπως ο Στανισλάς Κόσσιορ,πρώτος γραμματέας του κομμουνιστικού κόμματος της Ουκρανίας και ο Μιχαήλ Χαταγιέβιτς, πρώτος γραμματέας του κόμματος στην περιοχή του Ντιεπροπετρόφσκ.
[12] «Για να μπορέσει στο μέλλον να αυξάνεται σύμφωνα με τις ανάγκες του προλεταριακού κράτους», έγραφε ο Χατάγιεβιτς στον Μολότοφ τον Νοέμβριο του 1932, «πρέπει να λάβουμε υπόψη μας τις ελάχιστες ανάγκες των μελών των κολχόζ, γιατί αλλιώς σε λίγο δεν θα υπάρχει κανένας για να σπείρει και να εξασφαλίσει την παραγωγή».
[13] Invitski, ό.π., σσ.198-9.
[14] στο ίδιο, σ.204.
[15] Α. Graziozi, ό.π., σσ. 59-60.
[16] στο ίδιο,σ.79. R.Conquest, Sanglantes moissons, Παρίσι, R.Laffont, σ.267-96.
[17] Προεδρικά Αρχεία της Ομοσπονδίας της Ρωσίας, 45/1/827/7-22.
[18] 100.000 θάνατοι τον Ιούνιο του 1933 στην περιοχή του Χαρκόφ έναντι 9.000 θανάτων τον Ιούνιο του 1932. Πρέπει επίσης να επισημάνουμε ότι πολλοί θάνατοι, δεν καταγράφονταν. Οι αγροτικές ζώνες φυσικά επλήγησαν πιο σκληρά από τις πόλεις, αλλά ούτε κι αυτές οι τελευταίες δεν γλίτωσαν. Το Χαρκόφ έχασε μέσα σε ένα χρόνο περισσότερους από 120.000 κατοίκους, το Κρασνοντάρ 40.000 και η Σταβροπόλ 20.000.
[19] Ν.Aravoletz,”Poteri naselenia v 30-ye gody” («οι δημογραφικές απώλειες τα χρόνια του ‘30»), Οtecestvennaia Istoria, 1995, αρ.1, σσ.135-145. Ν.Ossokina, “Jertvy goloda 1933. Skol’ko ix?” (« ο αριθμός των θυμάτων του λιμού του 1933.Πόσα;»), Otecestvennaia Istoria, 1995, αρ.5, σ.18-26. V.Tsaplin, “Statistika jertv stalinisma” («Στατιστική των θυμάτων του σταλινισμού»), Voprosy Istorii, 1989, αρ.4, σσ.175-181.
[20] Τίτλος πρωτοτύπου: Le livre noir du communisme, Συγγραφείς: Stephane Courtois, Nicolas Werth, Jean-Louis Panne, Andrzej Paczkowski, Karel Bartosed,Jean-Louis Margolin
Εκδόσεις: Editions Poberf Laffont, S.A., 1η έκδοση: 1997.
[21] «Η Μαύρη βίβλος του Κομμουνισμού», σ.31. Όλη την εισαγωγή στην ελληνική έκδοση μπορείτε να την διαβάσετε εδώ: http://www.in.gr/books/kourtoua/default.htm
[22] Βλ. J.F.Revel (1976) La tentation totalitaire. Παρίσι, Robert Laffont και (2000) La grande parade. Παρίσι, Plon,σ.11. «Τόσο το χειρότερο για τα αντικειμενικά δεδομένα!». Αυτή είναι η φόρμουλα του G.Lukacs για την αντιμετώπιση της αντινομίας μεταξύ πραγματικότητας και προγράμματος δράσης υπαγορευμένης από την ιδεολογία, Βλ. L.Kowalowski (1978) Main Currents in Marxism. Νέα Υόρκη, Oxford University Press, τ.3, σ.265.
[23] «Η Μαύρη βίβλος του Κομμουνισμού», Εισαγωγή στην ελληνική έκδοση, Δημ.Δημητράκος, σ.31.
[24] στο ίδιο, σ.32.

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2009

Οι νευροπαθείς ψευδοπατριώται


Βλάσης Γαβριηλίδης

Αθήνα, 20 Αυγούστου 1894. Ώρα, λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι. Ογδόντα έξι νέοι αξιωματικοί της Φρουράς Αθηνών [1], έχοντας την κάλυψη των ανωτέρων τους, αλλά και της Αστυνομίας, ξεκινούν συντεταγμένα από τη Στρατιωτική Λέσχη της οδού Σταδίου, που ήταν απέναντι από το Φρουραρχείο, περνούνε μπροστά από την Αστυνομική Διεύθυνση και καταλήγουν στα γραφεία της εφημερίδας «Ακροπόλεως», στην οδό Σοφοκλέους. Τους συνοδεύουν πολλοί υπαξιωματικοί και οπλίτες με τη «μπλούζα εργασίας» και τους –απαραίτητους όπως αποδείχθηκε- «πελέκεις μετά σκαπανών». Οι «εργασίες» άρχισαν αμέσως μόλις το εκστρατευτικό σώμα έφτασε στον προορισμό του. Πυροβόλησαν εναντίον του φύλακα των γραφείων και στη συνέχεια έσπασαν με τσεκούρια την κλειδωμένη πόρτα της αυλής. Απουσίαζαν, ευτυχώς, όλοι οι συντάκτες της εφημερίδας, που άρχιζαν κανονικά να εργάζονται μετά τις 3 το μεσημέρι, καθώς και ο Βλάσης Γαβριηλίδης [2], διευθυντής της εφημερίδας, ο οποίος κατοικούσε μεν στον επάνω όροφο του κτηρίου, αλλά εκείνες τις ημέρες έλειπε στο εξωτερικό[3].
Το τυπογραφείο ήταν ο πρώτος χώρος που επισκέφτηκαν οι στρατιωτικοί. Εκεί κατέστρεψαν το νέο κυλινδρικό πιεστήριο που είχε αγοράσει ο διευθυντής της «Ακροπόλεως», «το μοναδικόν εν τη Ανατολή» με δυνατότητα εκτύπωσης 24 χιλιάδων φύλλων την ώρα, διέλυσαν τις τυπογραφικές εγκαταστάσεις και, ακολούθως, με άκρα επιμέλεια, αχρήστευσαν το αρχείο της εφημερίδας, πριν περάσουν στον επάνω όροφο, από τα παράθυρα του οποίου πέταξαν στην οδό Σοφοκλέους, επάνω στο σωρό των ερειπίων του τυπογραφείου και του αρχείου, τα βιβλία, τα ρούχα, τα έπιπλα και τα οικιακά σκεύη του Γαβριηλίδη. Η αστυνομία εμφανίστηκε αμέσως μετά το πέρας της επιχειρήσεως για να φρουρήσει τα πράγματα που είχαν πεταχτεί στο δρόμο.
Συντεταγμένοι και πάλι οι αξιωματικοί επέστρεψαν στη Στρατιωτική Λέσχη, από όπου ανακοίνωσαν ότι θα έπαιρναν μέτρα προκειμένου να μην κυκλοφορήσει ποτέ πλέον η «Ακρόπολις» και να μην επιστρέψει στην Ελλάδα ο διευθυντής της.


Τι έγραφε η «Ακρόπολις» και γιατί ενοχλούσε.

Η αρθρογραφία της εφημερίδας του Γαβριηλίδη είχε θέματα όπως η επιδεικτική «λεβεντιά» των στρατιωτικών και των οργάνων της τάξεως, η εξασφαλισμένη ατιμωρησία των παράνομων πράξεών τους, η Μεγάλη Ιδέα, οι δικαιοδοσίες του στρατού και οι στρατιωτικές δαπάνες, η διαφθορά και ο σκοταδισμός της ορθόδοξης εκκλησίας, ο γελοίος στόμφος και η αυτοαναφορικότητα του περί «εθνικών δικαίων» λόγου και η απειλητική παρουσία μιας ειδικής κατηγορίας πολιτευομένων τους οποίους ο Γαβριηλίδης ονόμαζε «νευροπαθείς ψευδοπατριώτας» [4].

Ποια ήταν η αφορμή για την επίθεση στην Ακρόπολη.

Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήταν ένα άρθρο στην «Ακρόπολη», έξι ημέρες πριν από την επίθεση στα γραφεία της, που γράφτηκε με αφορμή τον άγριο ξυλοδαρμό πολίτη στο κέντρο της Αθήνας από τρεις σπαθοφόρους ανθυπολοχαγούς διότι (σύμφωνα με την υπεράσπιση των κατηγορουμένων αξιωματικών) είχε «προηγούμενα» με έναν από αυτούς.
«Ιδού η ευκαιρία ω μεγαλοϊδεάται», έγραφε η «Ακρόπολις», «τώρα που είμαστε βέβαιοι για το πόσο γενναίοι είναι οι αξιωματικοί μας, ας δώσουν κάτι παραπάνω οι δερόμενοι φορολογούμενοι πολίτες, ώστε να διπλασιαστούν οι ταγματάρχαι, να τριπλασιασθούν οι λοχαγοί, να δεκαπλασιαστούν οι των άλλων βαθμών, διά να… πάρουμε την Πόλι» [5].

Η «δίκη» των υπευθύνων για την καταστροφή των γραφείων της «Ακροπόλεως».

Κανένα από τα εντάλματα προφυλακίσεως των πρωταιτίων δεν εκτελέστηκε μέχρι τη δίκη διότι, κατά τα τότε ισχύοντα, όλα τα εντάλματα αυτού του είδους, που αφορούσαν στρατιωτικούς, έπρεπε να τα εγκρίνει το Υπουργείο Στρατιωτικών, με διαδικασίες που μπορούσαν να επιμηκύνονται κατά βούλησιν [6].
Κατά την δίκη, ο Λεβίδης [7] και άλλοι συνήγοροι των αξιωματικών, έλεγαν για την «Ακρόπολη» ότι «για μια ολόκληρη δεκαετία, η εφημερίδα του Γαβριηλίδη προσέβαλλε συστηματικά τα «ιερά και τα όσια» της ελληνικής φυλής: την Μεγάλη Ιδέα, τον στρατό, την εκκλησία» [8].
«Από τις στήλες της Ακροπόλεως», κατά την υπεράσπιση των κατηγορουμένων, «είχαν κατά καιρούς παρελάσει ιερείς λαθρέμποροι, καλόγηροι κτηνοβάται και αρχιερείς κομματάρχαι». Ο Βλάσης Γαβριηλίδης ονόμασε την «Μεγάλην Ιδέαν… Μεγάλην Μωρίαν», ενώ θα έπρεπε να γνωρίζει ότι «Πατρίς άνευ Μεγάλης Ιδέας δεν είναι δυνατόν να υφίσταται». Επροπαγάνδιζε πως με την διπλωματία, την ανόρθωση της οικονομίας και τον εκσυγχρονισμό της κοινωνίας θα κέρδιζε η Ελλάδα συμμάχους και θα γινόταν κράτος ισχυρό, ακόμη και με όρους στρατιωτικής ισχύος, και όχι με την αλόγιστη σπατάλη χρημάτων για την αύξηση των αριθμητικών μεγεθών ενός ουσιαστικώς ανικάνου προς πόλεμον στρατού (το τελευταίο έμελλε να αποδειχθεί κατά πανηγυρικό τρόπο τρία χρόνια αργότερα, στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897).
«Πελάτες των ζυθοπωλείων» αποκαλεί η εφημερίδα του κ.Γαβριηλίδη τους έλληνες αξιωματικούς, θα επισημάνει με αγανάκτηση ο στρατιωτικός συνήγορος των κατηγορουμένων συνταγματάρχης Κίτσος Μπότσαρης, για να απαντήσει αμέσως μετά, εν πνεύματι επιθετικού αυτοχθονισμού, στο ρητορικό ερώτημα ποιοι τα λένε αυτά:
«Οι απόγονοι των σωματεμπόρων της Κωνσταντινουπόλεως». Αυτό στόχευε στην Κωνσταντινουπολίτικη καταγωγή του Γαβριηλίδη. Ο υβριστικός χαρακτηρισμός του Μπότσαρη, ωστόσο, δεν αφορούσε προσωπικά τον διευθυντή της Ακροπόλεως. Απευθύνεται συλλήβδην προς όλους τους Ρωμιούς της Πόλης και η εκφορά του σε δημόσιο χώρο απλώς επιβεβαιώνει την ύπαρξη ενός από τα αρνητικά στερεότυπα που κυκλοφορούσαν, υποδορίως, για κάποιους από τους «αλύτρωτους αδελφούς» των «αυτοχθόνων» κατοίκων του Ελληνικού Βασιλείου.
Το μεγαλύτερο έγκλημα όμως της Ακροπόλεως είχε σχέση με τον αντίκτυπο των δημοσιευμάτων της στο εξωτερικό: «Απογοήτευε τους υποδούλους Έλληνας και τους ομογενείς» [9].
Η κοινή επωδός όλων των συνηγόρων των ογδόντα έξι αξιωματικών αλλά και του Βασιλικού Επιτρόπου ήταν ότι οι κατηγορούμενοι προέβησαν στην παράνομη ασφαλώς ενέργεια για την οποία δικάζονταν, ως εκπρόσωποι και υπερασπιστές της τιμής του έθνους. Προκειμένου «να προστατεύσουν την ελληνικήν φυλήν από τους υβριστάς της».

Και αυτό αναγκάστηκε να το πράξει ο στρατός, διότι ούτε η Βουλή, ούτε η Δικαιοσύνη με τους εισαγγελείς της, ούτε η Αστυνομία, ούτε ο Βασιλεύς, εφρόντισαν, ως όφειλαν, να επέμβουν.

Οι αξιωματικοί, συνεπώς, με την πράξη τους “ετίμησαν την ελληνικήν φυλήν” [10]. Η Ακρόπολις εξέφραζε «αντεθνικάς ιδέας», ήταν «ίδρυμα αντεθνικόν» με «φανερούς και κρυφίους πόρους» , εξυπηρετούσε τους «φανερούς και κρυφούς εχθρούς του στρατού» και ο Γαβριηλίδης εξέφραζε αναρχικές απόψεις[11].

Η απόφαση.

Β. Βασιλειάδης, συνταγματάρχης πεζικού, Ν.Γιάνναρος και Ν.Πουρναράς, αντισυνταγματάρχες, Δ.Βακάλογλους και Α.Πάλλης, ταγματάρχες και Χ.Σοφιανός, αντισυνταγματάρχης. Άπαντες, πλην του Βασιλειάδη, των «ευγενών» όπλων.

Ο πρώτος, ως πρόεδρος του Β’Διαρκούς Στρατοδικείου Αθηνών, οι επόμενοι ως στρατοδίκες, και ο τελευταίος, με την ιδιότητα του βασιλικού επιτρόπου, ήταν εκείνοι που αθώωσαν πανηγυρικώς στις 24 Σεπτεμβρίου 1897 τους 86 κατηγορούμενους αξιωματικούς για την ολοκληρωτική καταστροφή, μετά από κανονική στρατιωτική επιχείρηση, των γραφείων της εφημερίδος «Ακρόπολις» στις 20 Αυγούστου 1894.
Δύο μήνες μετά από την απόφαση αυτή ιδρύεται από τους στρατιωτικούς η «Εθνική Εταιρία» η οποία μέσα σε τρία χρόνια θα υπερισχύσει πλήρως στην Ελλάδα και εξαιτίας της θα συρθεί η χώρα μας στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, όπου υπέστη πανωλεθρία.

Πηγή των παραπάνω πληροφοριών, καθώς και των πολύ διαφωτιστικών παραπομπών, το βιβλίο του Γ.Γιαννουλόπουλου, «Η ευγενής μας τύφλωσις», σσ. 3-21 [12].

Η πατριδοκάπηλη λαϊκίζουσα (ακρο)δεξιά, με την πατριδοκαπηλεία και τον αυτοτροφοδοτούμενο καταστροφικό εθνικισμό της «Εθνικής Εταιρείας» επέφερε την ήττα στον πόλεμο του 1897. Η ίδια παράταξη προκάλεσε τον εθνικό διχασμό κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, διαχειρίστηκε με τον χειρότερο τρόπο την Μικρασιατική Εκστρατεία με τα γνωστά τραγικά για την χώρα μας αποτελέσματα, συνεργάστηκε με τους Γερμανούς κατά την διάρκεια της Κατοχής, πλαισίωσε το μετεμφυλιακό παρακράτος, έγινε εξουσία κατά την επταετία 1967-1974 και με το ανόητο πραξικόπημα στην Κύπρο ευθύνεται πλήρως για την κατοχή του βορείου τμήματος της μεγαλονήσου από τους τούρκους.
Η ίδια παράταξη με τον στείρο εθνικισμό της οδήγησε σε τέλμα (και σε μελλοντική σίγουρη ήττα) τις διαπραγματεύσεις με την ΠΓΔΜ στις αρχές της δεκαετίας του 1990.
Κάθε φορά που οι –υποτίθεται- εθναμύντορες λαμβάνουν την εξουσία, η χώρα μας χάνει και ένα κομμάτι της. Κάθε φορά που η άκρα Δεξιά βρυχάται, η χώρα μας ζημιώνεται.
Αυτοί λοιπόν που αυτοτιτλοφορούνται ως φύλακες του έθνους, ως υπερπατριώτες, ως οι μόνοι άξιοι να ονομάζονται έλληνες, αυτοί που προσλαμβάνουν την έννοια του έθνους με μεταφυσικούς όρους, αυτοί που σπάνε κινηματογράφους, καίνε βιβλία, προπηλακίζουν και βιαιοπραγούν, χαρακτηρίζουν ανθέλληνα κάθε πολίτη που φέρει υπό το φως της Λογικής τις ιδεοληψίες τους, αυτοί που θέλουν πόλεμο και κάνουν τους παλληκαράδες, αυτοί που θεωρούν όλους όσους δεν αποδέχονται τις παρωχημένες ιδέες τους ως εθνικούς μειοδότες, ως πράκτορες του εχθρού, αυτοί που εξυφαίνουν ή πιστεύουν άκριτα τις πιο απίστευτες συνωμοσίες, όλοι αυτοί είναι οι μεγάλοι και πραγματικοί εχθροί της πατρίδας μας, οι πραγματικοί ανθέλληνες, είναι ο υπ’αριθμόν ένα κίνδυνος της Ελλάδος.
Είναι –όπως σωστά έγραφε ο Βλάσης Γαβριηλίδης- οι «νευροπαθείς ψευδοπατριώτες».
Κλείνω, με μία πολύ εύστοχη κρίση του κ.Γιαννολόπουλου σχετικά με τον ελληνικό εθνικιστικό λόγο:

«[Τα γεγονότα του 1897] οδήγησαν στην ήττα και τον, μικρής διάρκειας έστω, εξευτελισμό του εθνικιστικού λόγου ενός ορισμένου, βαλκανικού, και ειδικώτερα ελληνικού τύπου.
Του εθνικιστικού λόγου της εμμονής σε «ιστορικά δίκαια», του λόγου της αμετροέπειας, της προτεραιότητας στην αρχική εντύπωση και την εξωτερική εμφάνιση των πραγμάτων, της αναντιστοιχίας λόγων και πράξεων, της πλήρους απουσίας πνεύματος επαγγελματισμού, άρα και ευθύνης, της (ορθής) εκτίμησης ότι ο εγχώριος υπερπατριωτισμός ποτέ δεν κόστισε σε κανέναν χάρις στην ιδιάζουσα ανοχή της ελληνικής κοινωνίας σε αυτά τα ζητήματα –το πρόβλημα τελικώς είναι της κοινωνίας και όχι των επιδόξων σωτήρων της- και τέλος, της επιθετικής συμπεριφοράς, στα όρια της θρασυδειλίας, εναντίον του, άοπλου, «εσωτερικού εχθρού»: εναντίον εκείνων που κατά καιρούς αντιλαμβάνονται με εντελώς διαφορετικό τρόπο, και επιχειρούν να θέσουν σε δημόσιο διάλογο, την πραγματική υφή των εθνικών θεμάτων» [13].

doctor
_________________________________________

[1] Όλοι ανθυπολοχαγοί και υπολοχαγοί, πλην ενός, του λοχαγού Εμμανουήλ Μανουσογιαννάκη.
[2] Ο Βλάσης Γαβριηλίδης (1848-1920) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη, γιος του χρυσοχόου Γαβριήλ Γαβριηλίδη. Αποφοίτησε από τη Μεγάλη του Γένους Σχολή και σπούδασε πολιτικές επιστήμες και φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας, με υποτροφία του Γεωργίου Σίνου. Στο χώρο των Γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε μετά την επιστροφή του στην Κωνσταντινούπολη από τις σελίδες του περιοδικού Επτάλοφος, όπου δημοσίευσε μελέτες για την αρχαία ελληνική τραγωδία και το θεατρικό έργο του William Shakespeare. Την ίδια χρονιά (1868) εξέδωσε την εφημερίδα Ομόνοια, η οποία στη συνέχεια συγχωνεύτηκε με την εφημερίδα Νεολόγος. Με αφορμή δημοσίευση άρθρου του σχετικά με την καταπίεση της ελληνικής κοινότητας από την οθωμανική διοίκηση στην Πόλη, στην εφημερίδα Μεταρρύθμισις την οποία εξέδωσε μετά την Ομόνοια διώχτηκε από το Σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Β΄ και καταδικάστηκε ερήμην σε θάνατο. Ο Γαβριηλίδης κατέφυγε κρυφά στην Αθήνα, όπου από το 1877 πέρασε το υπόλοιπο της ζωής του. Συνεργάτης αρχικά στην Εφημερίδα των Συζητήσεων και στη συνέχεια εκδότης του σατιρικού περιοδικού Ραμπαγάς (από κοινού με τον Κλεάνθη Τριανταφύλλου), ακολούθησε λίγο αργότερα μοναχική πορεία εκδίδοντας το περιοδικό "Μη Χάνεσαι" του οποίου συνέχεια υπήρξε η εφημερίδα Ακρόπολις, η οποία στάθηκε πρωτοποριακή για την εποχή της τόσο ως προς την εμφάνισή της, όσο και ως προς την ύλη της. Μέσα από τις σελίδες της Ακροπόλεως ο Γαβριηλίδης προσπάθησε να προβάλλει την αγάπη του για την πατρίδα του και παράλληλα το θαυμασμό του για τα ευρωπαϊκά πολιτιστικά επιτεύγματα. Ο ριζοσπαστισμός του και οι συχνά ακραίες θέσεις του εναντίον θεσμών και προσώπων προκάλεσαν αντιδράσεις με αποκορύφωμα την καταστροφή των γραφείων της Ακρόπολης το καλοκαίρι του 1894 από ομάδα της Φρουράς Αθηνών και στη σύλληψή του το Νοέμβριο του 1904. Διώχτηκε κατά τη διάρκεια του εθνικού διχασμού. Συνεπής οπαδός των μεταρρυθμίσεων του Τρικούπη (όπως και του Ελευθέριου Βενιζέλου για ένα διάστημα) και σφοδρός πολέμιός του όταν δεν τολμούσε τις αναγκαίες ρήξεις με κατεστημένα συμφέροντα και νοοτροπίες, θαυμαστής της κοινωνικής «ευταξίας» και της συνεχούς οικονομικής προόδου των χωρών της δυτικής Ευρώπης και ιδιαιτέρως της Αγγλίας, πολέμιος της παραβιάσεως των νόμων, είτε ευθέως είτε διά της γνωστής μεθόδου της προσωπικής ερμηνείας και της επιλεκτικής εφαρμογής τους. Μετά το 1915 άρχισαν οι οικονομικές δυσκολίες. Πέθανε το 1920 από καρκίνο στα γραφεία της Ακρόπολης. Για περισσότερα βιογραφικά στοιχεία του Βλάση Γαβριηλίδη βλ. Γιαλουράκης Μανώλης, «Γαβριηλίδης Βλάσης», Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας 5. Αθήνα, Χάρη Πάτση, χ.χ., Λαμπρίας Τάκης, «Γαβριηλίδης Βλάσης», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό 2. Αθήνα, Εκδοτική Αθηνών, 1984 και Συναδινός Θ.Ν., «Γαβριηλίδης Βλάσιος», Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια 8. Αθήνα, Πυρσός, 1929. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.).Ο Βλάσης Γαβριηλίδης (1848-1920).
[3] Ο Γαβριηλίδης είχε πριν λίγες ημέρες αναχωρήσει για το Βερολίνο, ενώ η οικογένειά του παραθέριζε στην Κηφισιά.
[4] Ακρόπολις, 26 Σεπτεμβρίου 1894.
[5] Ακρόπολις, 14 Αυγούστου 1894. Στο απόσπασμα αυτό, ο Γαβριηλίδης με σκωπτικό τρόπο και κυρίως, σε ελάχιστες γραμμές –χαρακτηριστικά και τα δύο του ύφους του Βλάση Γαβριηλίδη και της σχολής του- αναδεικνύει ορισμένα πολύ ουσιαστικά θέματα της επικαιρότητας.
Πρώτον, το ζήτημα των στρατιωτικών δαπανών, που δεν ήταν ασφαλώς νέο. Το έθεταν κατά καιρούς, μεταξύ άλλων, και τα σατιρικά έντυπα της εποχής, συχνά, είναι αλήθεια, με μάλλον πρόχειρο τρόπο («Ασμοδαίος», 8 και 15 Αυγούστου, 5 και 19 Σεπτεμβρίου 1882, «Παληάνθρωπος», 3 Ιανουαρίου και 28 Ιουλίου 1883). Το δημοσίευμα της «Ακροπόλεως» όμως παρέπεμπε ευθέως σε μια ειδική όψη του προβλήματος, η αναφορά στην οποία δεν προοριζόταν να δημιουργήσει ρίγη ενθουσιασμού στους θιγόμενους. Ότι δηλαδή το μεγαλύτερο μέρος από τα διατιθέμενα ποσά το απορροφούσαν οι ανελαστικές δαπάνες του στρατεύματος, με άλλα λόγια οι μισθοί των αξιωματικών, κονδύλι που αυξάνονταν σταθερά μετά από κάθε κύμα προαγωγών. Στο θέμα αυτό, στο οικείο κεφάλαιο για το Υπουργείο Στρατιωτικών, αναφερόταν και ο Σπυρίδων Ευλάμπιος, του οποίου το βιβλίο για τις σοβαρές δυσλειτουργίες του ελληνικού δημόσιου τομέα είχε φτάσει στην Αθήνα την άνοιξη του 1894 και αποτελούσε αντικείμενο πολλών συζητήσεων και προβληματισμών (Σπυρίδων Ευλάμπιος, Η εν Ελλάδι κακοδιοίκησις, τα αίτια αυτής και τα της θεραπείας μέσα, Τεργέστη 1894, σσ.246-263.
Δεύτερον, η άμεση σχέση της μεγαλοϊδεατικής πολιτικής και προαγωγών στις τάξεις των αξιωματικών, διά της μεθόδου της «ανδραγαθίας» σε επιχειρήσεις «σπασίματος των συνόρων»… καθ’οδόν προς την Πόλη. Το πολιτικό μέσον από μόνο του, ή, ακόμη καλύτερα, σε συνδυασμό με κάποια έκθεση ανωτέρου για ανδραγαθία, αποτελούσε πολύ συχνά τον μοναδικό τρόπο ανόδου στη βαθμολογική κλίμακα, για το σύνολο σχεδόν των τραγικά υπεράριθμων αξιωματικών και υπαξιωματικών του ελληνικού στρατεύματος, που διακρίνονταν έτσι από τα πρώτα συνήθως χρόνια της σταδιοδρομίας τους, σε «προβιβάσιμους» και, ουσιαστικά, στάσιμους (Τασούλας, ήτοι αι εν Ελλάδι Βουλευτικαί Εκλογαί, Κωμωδία πολιτική, έμμετρος, εις πράξεις εξ, υπό Α.Π.Ευστρατίου, Αθήναι, 1890. Γ.Ασπρέας, Πολιτική Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος, 1821-1921, Αθήναι, Β’ έκδοση 1930, σσ.172-5, Θ.Βερέμης, Οι επεμβάσεις του στρατού στην Ελληνική Πολιτική, 1916-1936, Αθήνα 1977, κεφ.Β’ «Ανατομία του σώματος των Αξιωματικών του στρατού».
[6] Εφ. «Εστία», 29 Αυγούστου 1894.
[7] Ο Νικόλαος Λεβίδης, δικηγόρος, βουλευτής Αττικής, ο οποίος κατά την διάρκεια του μακρού βίου του κατόρθωσε να διανύσει πλήρως την απόσταση από την Αριστερά της εποχής του έως την άκρα Δεξιά, υπήρξε μεταξύ άλλων, ο άνθρωπος-κλειδί της Εταιρείας στην κυβέρνηση Δηλιγιάννη, όταν άρχισε ο πόλεμος του 1897, αλλά και ο εισηγητής της δημοφιλούς θεωρίας, το 1910, ότι τον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 τον προκάλεσε η Γερμανία για δύο λόγους: την επιβολή στην Ελλάδα του Διεθνούς Οικονομικού Ελέγχου και τον εξαναγκασμό του Γεωργίου σε παραίτηση (Εφ.Πατρίς, 14 Σεπτ.1910).
[8] Εστία, 25 Σεπτ. 1894, βλ.επίσης, Νικόλαος Δ.Λεβίδης, Αγόρευσις ενώπιον του Β’ Διαρκούς Στρατοδικείου τη 24η Σεπτεμβρίου 1894 έτους, κατά την δίκην ογδοήκοντα έξι Αξιωματικών κατηγορηθέντων επί φθορά της εφημερίδος «Ακρόπολις», Αθήναι, 1894, σσ.6-7.
[9] Εστία, 25 Σεπτεμβρίου 1894.
[10] Ν. Λεβίδης, ό.π., σ. 24.
[11] Ν .Λεβίδης, ό.π., σ.27, άρθρο του Λεβίδη στην Πρωία, 24 Αυγούστου 1894. Αγόρευση του Βασιλικού Επιτρόπου, Εστία, 24 Σεπτεμβρίου 1894.
[12] Πληροφορίες για το βιβλίο και τον συγγραφέα:
Η ευγενής μας τύφλωσις
Εξωτερική πολιτική και "εθνικά θέματα" από την ήττα του 1897 έως τη μικρασιατική καταστροφή
[13] Γ.Γιαννουλόπουλος, Η ευγενής μας τύφλωσις, σσ.56-7.

Πέμπτη, 15 Ιανουαρίου 2009

Μισαλλοδοξία και Φανατισμός




Τον Φεβρουάριο του 2006, στο θέατρο του Νέου Κόσμου "ανέβηκε" η θεατρική παράσταση με τίτλο "εγώ, το θείο βρέφος".
Η υπόθεση του έργου έχει ως εξής: Στη Γαλιλαία ζει ο Αντώνης, ένα παιδί που ζηλεύει το γειτονόπουλό του, βλέποντας να το ψάχνουν οι μάγοι και προσπαθεί να τους παραπλανήσει ότι αυτός είναι το Θείο Βρέφος. Συνειδητοποιώντας τελικά πως δεν μπορεί να γίνει θεός στη χώρα του, φεύγει και έπειτα από χρόνια γράφει στους γονείς του ότι στην Κίνα έχει γίνει Βούδας.
Να κατεβεί η παράσταση ζητούσαν με πλακάτ και συνθήματα συγκεντρωμένοι έξω από το θέατρο που δήλωναν «χριστιανοί ορθόδοξοι της Ελλάδος», ανάμεσα στους οποίους και καλόγεροι, στις 21/2/2006.
Σύμφωνα με την Ελευθεροτυπία, οι συγκεντρωμένοι φώναζαν «είστε Αντίχριστοι!» και «θα σας κάψουμε», ενώ είχαν μπλοκάρει το δρόμο μπροστά από το θέατρο εμποδίζοντας και τους θεατές να εισέλθουν στην παράσταση.
Ο Β.Θεοδωρόπουλος (ο σκηνοθέτης) και οι συντελεστές του έργου πρόλαβαν και κλειδώθηκαν μέσα στο θέατρο, ενώ οι συγκεντρωμένοι φώναζαν «αν δεν κατεβάσετε το έργο, θα σας κάψουμε».

Πάντως, η παράσταση δόθηκε, αν και ξεκίνησε με καθυστέρηση, και με την αστυνομία έξω από το θέατρο.
Στις 13/1/2009 εκδικάστηκε η υπόθεση:
Αθώοι κρίθηκαν από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο οι έξι κατηγορούμενοι συντελεστές της θεατρικής παράστασης «Εγώ είμαι το θείο βρέφος» που είχε ανέβει τον Σεπτέμβριο του 2006. Στο σύνολο τους αντιμετώπιζαν την κατηγορία της κακόβουλης καθύβρισης της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Ενώπιον του δικαστηρίου βρέθηκαν ο συγγραφέας και σκηνοθέτης Γιάννης Καλαβριανός, οι ηθοποιοί Αναστασία Μποζοπούλου, Ευθύμιος Παπαδημητρίου, Μαρία Κοσκινά, Χρήστος Θεοδωρίδης και ο καλλιτεχνικός διευθυντής του θεάτρου του Νέου Κόσμου Βαγγέλης Θεοδωρόπουλος.
Η κατηγορία είχε απαγγελθεί μετά από μήνυση πολιτών που υποστήριζαν ότι η επίμαχη παράσταση του Θεάτρου Νέου Κόσμου προσβάλει το θρησκευτικό συναίσθημα.
Απολογούμενοι οι έξι κατηγορούμενοι τόνισαν ότι δεν είχαν πρόθεση να βλασφημήσουν ενώ όπως ανέφεραν κανένας από τους θεατές δεν είχε αισθανθεί προσβεβλημένος. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε η κατηγορία.

Πηγές:
Βλέπε επίσης σχετικό θέμα του φίλου blogger Ροϊδη: http://roides.wordpress.com/2009/01/15/15jan09/

***

Δεν είναι η πρώτη φορά που οι "θεματοφύλακες" της Ηθικής, φανατικοί χριστιανοί προσπαθούν να επιβάλουν τα πιστεύω τους στην κοινωνία.
Με πρόσχημα την προστασία των συμβόλων της πίστεώς τους, εκφράζουν στην κοινωνία τα πραγματικά τους πιστεύω: την φίμωση κάθε διαφορετικής άποψης για τις ιδεοληψίες τους και την προσπάθεια πλήρους κατίσχυσης της δικής τους θρησκείας απέναντι σε ο,τιδήποτε διαφορετικό.
Δυστυχώς, στον ίδιο δρόμο της μισαλλοδοξίας κινείται και το ΚΚΕ.
Με πρόσχημα "το δικαίωμα στην απεργία" εμποδίζει ή προπηλακίζει εργαζομένους που δεν θέλουν να απεργήσουν, θεωρεί αριστερό μόνο όποιον έχει κομματικό διαβατήριο, προβαίνει σε βαθιά αντιδημοκρατικές πράξεις και μέσω της κ.Κανέλλη καλλιεργεί έναν οπισθοδρομικό -κατ'επίφασιν αριστερό- εθνικισμό.
Δυστυχώς όμως και ο ΣΥΝ, μετά την εκλογή του κ.Τσίπρα στην ηγεσία του, έχει μπει και αυτός στον εύκολο και ανέξοδο δρόμο του λαϊκισμού και της εκ του ασφαλούς αντιπολίτευσης. Κρίμα, που πολύ συμπαθείς και αξιόλογοι πολιτικοί, όπως ο κ.Κουβέλης ή ο κ. Παπαγιαννάκης έχουν παραγκωνιστεί. Τα νούμερα στις δημοσκοπήσεις ήρθαν, έφυγε όμως η ποιότητα του λόγου του ΣΥΝ.

Ο δογματισμός, η μισαλλοδοξία, ο φανατισμός κυριαρχούν στην κοινωνία.
Στα κανάλια κυριαρχεί όχι όποιος έχει τα σωστότερα επιχειρήματα αλλά όποιος καταφέρνει να καλύψει με την φωνή του τους άλλους.
Ο μέσος νεοέλληνας διαποτίζεται καθημερινά με μίσος, με φανατισμό και διδάσκεται από τους ταγούς και νομείς της εξουσίας σε μια πρόσληψη της πραγματικότητας με όρους αυτοεκπληρούμενης προφητείας.
Όλα αυτά, εν μέσω μιας τεράστιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης που πλέον χτυπάει και την δική μας πόρτα. Αντί της σοβαρότητος όμως, βλέπουμε όλοι μια μακαριότητα, μια νωχέλεια και μια συνειδητή απραξία. Σε κυβέρνηση και αντιπολίτευση.
Μου θυμίζει όλη αυτή η κατάσταση την εικόνα από τον Τιτανικό που βυθιζόταν, και η ορχήστρα αμέριμνη έπαιζε μουσική.
Εύχομαι να μπει νερό γρήγορα στο τρομπόνι μπας και ξυπνήσει κανείς...

doctor


Υ.Γ. Φοβάμαι ότι ένα "θερμό" επεισόδιο με την Τουρκία, δεν θα "χάλαγε" τον Καραμανλή και τον Ερντογάν. Το αντίθετο μάλιστα... Ήδη ο φιλοκυβερνητικός τύπος "παίζει" διάφορα σενάρια προσπαθώντας να αποπροσανατολίσει τον κόσμο.

Τετάρτη, 7 Ιανουαρίου 2009

Ο χαμένος παράδεισος



(Αποσπάσματα από το ομότιτλο βιβλίο του Giles Milton).

«Λοιπόν, σε ποια γλώσσα θα θέλατε να συνομιλήσουμε;» με ρωτάει ο Πέτρος Μπρούσαλης, ενενήντα τριών ετών, όταν τον επισκέπτομαι στο σπίτι του στην Αθήνα. Μιλάει με προφορά τραγανιστή και παλιομοδίτικη σαν μπισκότο Χάντλυ εντ Πάλμερ. «Ελληνικά, γαλλικά ή αγγλικά; Τα αγγλικά μου είναι λιγάκι «σκουριασμένα» για την εποχή μας». Η προφορά του είναι η προφορά της εδουαρδιανής γκουβερνάντας του, τα αισθήματά του αυτά ενός ανθρώπου που δεν συνήλθε ποτέ από την απώλεια της παιδικής του ηλικίας. «Ξεχάστε την Κωνσταντινούπολη, την Αλεξάνδρεια και τη Βηρυτό» λέει. «Η Σμύρνη πριν από την καταστροφή ήταν το πιο κοσμοπολίτικο μέρος του κόσμου».
Στη Σμύρνη έδρευαν δεκαεπτά εταιρείες που εμπορεύονταν αποκλειστικά είδη πολυτελείας τα οποία εισάγονταν απευθείας από το Παρίσι. Και όταν ο πατέρας του Πέτρου ήθελε να διαβάσει μια καθημερινή εφημερίδα, μπορούσε να διαλέξει ανάμεσα σε έντεκα ελληνικές, επτά τουρκικές, επτά αρμενικές, τέσσερις γαλλικές και πέντε εβραϊκές, για να μην αναφέρουμε όσες εισάγονταν από σχεδόν κάθε ευρωπαϊκή πρωτεύουσα.
Ανάμεσα στο μεγαλείο των μεγαλοπρεπών κτιρίων της Σμύρνης [1]υπήρχε έντονη ανθρώπινη δραστηριότητα. Γυρολόγοι και μικροπωλητές πουλούσαν την πραμάτεια τους πάνω στην προκυμαία, που είχε μήκος κοντά ενάμισι χιλιόμετρο. Νερουλάδες κουβαλούσαν τα κουδουνιστά μπρούντζινα δοχεία τους, ενώ χότζες-ιεροδιδάσκαλοι του Ισλάμ- μουρμούριζαν προσευχές, ελπίζοντας να κερδίσουν κάνα δυο δεκάρες. Και φτωχοί δικολάβοι, συνήθως Ιταλοί, παρέδιδαν μαθήματα ξένων γλωσσών σε τιμή ευκαιρίας.
«Έβλεπες όλες τις φυλές…» θυμάται ο Γάλλος δημοσιογράφος Γκαστόν Ντεσάν. «Ελβετούς ξενοδόχους, Γερμανούς εμπόρους, Αυστριακούς ράφτες, Άγγλους μυλωνάδες, Ολλανδούς εμπόρους σύκων. Ιταλούς χρηματιστές, Ούγγρους γραφειοκράτες, Αρμένιους πράκτορες και Έλληνες τραπεζίτες».



Η προκυμαία ήταν γεμάτη εύθυμα μπαρ, ζυθοπωλεία και σκιερά υπαίθρια καφενεία, που οι μυρωδιές των εδεσμάτων τους γαργαλούσαν τον ουρανίσκο. Η μυρωδιά της ψημένης κανέλας κυριαρχούσε σε ένα αρμένικο ζαχαροπλαστείο. Καπνός με άρωμα μήλου αναδινόταν από τους ναργιλέδες στα τουρκικά καφενεία. Καφές κι ελιές. Τριμμένη μέντα και αρμανιάκ-κάθε μυρωδιά ήταν ξεχωριστή και όλες μαζί μαρτυρούσαν την παρουσία δεκάδων γαστριμαργικών παραδόσεων. Στα εστιατόρια του λιμανιού της Σμύρνης έβρισκες τα πάντα: γλυκά του Καυκάσου, boeuf à la mode, ελληνικές πίτες και πουτίγκες του Γιόρκσάιρ.
Ο πρόξενος των Η.Π.Α. Τζορτζ Χόρτον θυμόταν ότι κάθε καφενείο «είχε τα δικά του πολιτάκια, δηλαδή ορχήστρες με κιθάρα, μαντολίνο και τσίτερ. Οι οργανοπαίχτες πρόσθεταν μεγάλο μπρίο στο ρεπερτόριό τους με την εκτέλεση τοπικών τραγουδιών και αυτοσχεδιασμών… Το κέφι των Σμυρνιών ήταν ασυγκράτητο» [2].


Οι κοινότητες/συνοικίες της Σμύρνης.

Στην πόλη κυριαρχούσε το ελληνικό στοιχείο. Ο πληθυσμός των Ελλήνων άγγιζε τις 320.000 ψυχές και είχαν το μονοπώλιο των ξερών σύκων, της σουλτανίνας και των βερίκοκων-προϊόντα για τα οποία η Σμύρνη ήταν ξακουστή. Επιπλέον ήταν ιδιοκτήτες πολλών από τις μεγαλύτερες επιχειρήσεις της πόλης, ανάμεσα στις οποίες περιλαμβάνονταν τα δύο μεγαλύτερα πολυκαταστήματα, του Ξενόπουλου και το Ορισντιμπάκ, που εμπορεύονταν αγαθά εισαγόμενα από όλον τον κόσμο.
Οι Έλληνες διέπρεπαν σε κάθε κοινωνικό τομέα και σε κάθε επάγγελμα. Η Σμύρνη καμάρωνε για τις πολλές ορθόδοξες εκκλησίες της και τα εξίσου πολλά σχολεία της. Ο νεαρός Αριστοτέλης Ωνάσης ήταν ένας από τους πολλούς έλληνες Σμυρναίους που φοίτησαν στην περίφημη Σχολή Αρώνη. Στην ιδιοκτησία των Ελλήνων βρίσκονταν ακόμη πολλά από τα καλύτερα ξενοδοχεία, ζυθοπωλεία και καφενεία της πόλης.
Επίκεντρο της επιχειρηματικής δραστηριότητας των Ελλήνων ήταν η προκυμαία, εκεί όπου οι πλουσιότεροι έμποροι είχαν τις αποθήκες τους. «Στην προκυμαία άκουγες όλες τις γλώσσες του κόσμου» θυμάται ο Πέτρος Μπρούσαλης «και έβλεπες πλοία από παντού. Υπήρχαν τόσα πολλά πλοία, που αναγκάζονταν να αράζουν με την πρύμνη στην προκυμαία».
Το λιμάνι ήταν ένα από τα αξιοθέατα της Σμύρνης. Υπήρχαν τριάντα τρεις ατμοπλοϊκές εταιρείες που ανεφοδίαζαν με καύσιμα τα φορτηγά που κατέφθαναν καθημερινά από το Λονδίνο, το Λίβερπουλ,τη Μασσαλία, τη Γένοβα, το Μπρίντεζι, την Τεργέστη και την Κωνσταντινούπολη, όπως και από τα μεγαλύτερα λιμάνια του Λεβάντε.
Καθώς τα εμπορεύματα και οι καρποί φορτώνονταν στα φορτηγά πλοία, ο παππούς του Πέτρου επέλεγε τα πιο ώριμα και ζουμερά σύκα για να φιλέψει με αυτά το νεαρό εγγονό του. «Τον θυμάμαι επίσης να διαλέγει κάθε χρόνο ένα κιβώτιο που προοριζόταν για δώρο στο βασιλικό ζεύγος της Μεγάλης Βρετανίας».
Οι Έλληνες ζούσαν σε όλη την πόλη.
Η ευρωπαϊκή κοινότητα είχε συναθροιστεί στην ελληνική συνοικία, πίσω ακριβώς από την προκυμαία. Η οδός των Φράγκων ήταν η κεντρική οδική αρτηρία που διέτρεχε την ευρωπαϊκή συνοικία. Είχε σχεδιαστεί πολύ πριν από την εμφάνιση του αυτοκινήτου και ήταν υπερβολικά στενή-ακόμα και για να χωρέσει την ανθρώπινη κυκλοφορία. Κι όμως, παρά το στριμωξίδι, τη ζέστη, το θόρυβο και τις συγκρούσεις με γαϊδούρια και καμήλες, παρέμενε ο πιο δημοφιλής εμπορικός δρόμος σε όλη την πόλη. Εκτός των άλλων, εδώ βρίσκονταν και οι μεγάλες τράπεζες της πόλης- η τουρκική Αυτοκρατορική Οθωμανική Τράπεζα, η γαλλική Κρεντί Λυονναί, η βρετανική Μπρίτις Οριένταλ και η αυστριακή Τράπεζα της Βιέννης. Τουλάχιστον επτά χώρες διέθεταν τα δικά τους ταχυδρομικά δίκτυα, που λειτουργούσαν παράλληλα με τα Οθωμανικά Ταχυδρομεία. Επίσης υπήρχαν αρκετές δεκάδες ασφαλιστικές εταιρείες.
Το πιο φανταχτερό κτίριο της ευρωπαϊκής συνοικίας ήταν το Γκραντ Οτέλ Κράιμερ Παλάς, με το αχανές λόμπι και τις μεγάλες τραπεζαρίες του. Ο ταξιδιωτικός οδηγός του Μπέντεκερ συνιστούσε ιδιαιτέρως την παγωμένη ξανθιά μπύρα που εισαγόταν απευθείας από το Μόναχο. Το Γκραντ Οτέλ πρόσφερε επίσης γερμανικές εφημερίδες και είχε το πιο καλό εστιατόριο της πόλης που σέρβιρε σπεσιαλιτέ όπως το sauerbraden και το blanquette d’agneau σε μια θορυβώδη διεθνή πελατεία. «Άγγλοι, Έλληνες και Γερμανοί πηγαινοέρχονταν. Μερικοί πελάτες φορούσαν ινδικά τουρμπάνια, άλλοι ρούχα στην τελευταία λέξη της μόδας από το Λονδίνο».
Ακριβώς δίπλα στην ευρωπαϊκή περιοχή της Σμύρνης υπήρχε η δραστήρια αρμενική συνοικία, που στέγαζε άλλη μία ακμάζουσα κοινότητα της πόλης. Οι Αρμένιοι αριθμούσαν περί τις δέκα χιλιάδες ψυχές και είχαν τη φήμη ανθρώπων φίλεργων και ευσυνείδητων.

Η γειτονική εβραϊκή συνοικία ήταν κατά παράδοση μία από τις πιο βρόμικες. Όμως, έως το 1909, όταν την επισκέφτηκε ο Μαρσέλ Μιρτίλ, είχε εκσυγχρονιστεί και οι συνθήκες υγιεινής ήταν ικανοποιητικές. Ωστόσο, διατηρούσε την γραφικότητα που είχε σαγηνεύσει τους ταξιδιώτες του περασμένου αιώνα. Οι γυναίκες εξακολουθούσαν να φορούν παραδοσιακές ενδυμασίες της Ανατολής και φημίζονταν για την ομορφιά τους. Οι Εβραίοι ένιωθαν εξίσου άνετα όταν έκαναν δουλειές με τους Έλληνες ή τους Τούρκους. «Είναι εξαιρετικά γλωσσομαθείς» γράφει ο Γκαστόν Ντεσάν «και μπορούν να μιλούν τουρκικά με τους Τούρκους και ελληνικά με τους Έλληνες». Σημείωσε με ενδιαφέρον ότι μεταξύ τους εξακολουθούσαν να μιλούν μια ισπανική διάλεκτο, κληρονομιά του διωγμού τους από την Ισπανία το 1492.

Οι Αμερικανοί ήταν μάλλον νεοαφιχθέντες. Άρχισαν να φτάνουν στη Σμύρνη στα τέλη του δέκατου ένατου αιώνα και σύντομα εξελίχθηκαν σε μία από τις πλέον δραστήριες κοινότητες της πόλης. Στην πλειοψηφία τους ζούσαν στον Παράδεισο –μια μεγάλη παροικία στις παρυφές της πόλης και ίδρυσαν σημαντικά εκπαιδευτικά και ανθρωπιστικά ιδρύματα [3]. Απασχολούσαν πολλές χιλιάδες εργάτες και έχαιραν μεγάλου σεβασμού για το φιλανθρωπικό τους έργο. Τους εκπροσωπούσε επάξια ο εκδηλωτικός Αμερικανός πρόξενος Τζορτζ Χόρτον, που βρισκόταν στην καρδιά κάθε κοινωνικής εκδήλωσης. «Τσάγια, χοροί, μουσικά απογεύματα και βραδιές δίνονταν στα πολυτελή σαλόνια των πλουσίων Αρμενίων και Ελλήνων» γράφει. "Υπήρχαν τέσσερις μεγάλες λέσχες, η Cercle de Smyrne (Κύκλος της Σμύρνης), στην οποία σύχναζαν κυρίως Βρετανοί, Γάλλοι και Αμερικανοί, η Sporting,που διέθετε ένα όμορφο κτίριο με κήπο στην προκυμαία, η ελληνική λέσχη και μια λέσχη στην εξοχή, γνωστή ως Country Club κοντά στο Αμερικανικό Κολέγιο, με εξαιρετικό γήπεδο γκολφ και ιππόδρομο" [4].

Η γραφική τουρκική συνοικία της πόλης απλωνόταν στις βραχώδεις πλαγιές του όρους Πάγος (Κιζίλ νταγ). Αυτή η περιοχή ήταν η πλέον πυκνοκατοικημένη, γεμάτη από σχεδόν ετοιμόρροπα κτίσματα –ένας λαβύρινθος από κατοικίες, καφενεία, μικρά καταστήματα και τζαμιά.
Οι 140.000 άνθρωποι που ζούσαν εκεί ήταν στην πλειονότητά τους τεχνίτες και μάστορες «που κατασκεύαζαν μπακιρένια σκεύη, κουδούνες για καμήλες, πέταλα, λουκέτα, αλυσίδες και βαρέλια για τη συγκομιδή των σύκων». Έτσι γράφει ο σερ Τσαρλς Ουίλσον- συγγραφέας του Murray’s Handbook (γνωστός ταξιδιωτικός οδηγός του δεκάτου ενάτου αιώνα), προσθέτοντας ότι αυτοί ήταν οι μόνοι Τούρκοι που εξακολουθούσαν να φορούν παραδοσιακά ενδύματα.
Οι επισκέπτες πλημμύριζαν το σουκ (παζάρι) αναζητώντας την Ανατολή του παραμυθιού. Μολονότι οι τούρκοι κατείχαν δευτερεύοντα ρόλο στο εμπόριο της Σμύρνης, κυριαρχούσαν στα πολιτικά δρώμενα της πόλης. Ο Οθωμανός διοικητής της Σμύρνης (βαλής) ήταν πάντα τούρκος και πρωταρχικός του στόχος ήταν να υπηρετήσει τα συμφέροντα όλων των διαφορετικών εθνοτήτων που ζούσαν στην Σμύρνη. Μια ματιά στην απογραφή του 1913 αποκαλύπτει τις δυσκολίες της αποστολής του. Οι χριστιανοί της Σμύρνης υπερτερούσαν αριθμητικά των μουσουλμάνων, σε αναλογία μεγαλύτερη του δύο προς ένα. Στην πόλη του βαλή οι χριστιανοί αποτελούσαν την πλειοψηφία, παρόλο που αυτή βρισκόταν στον μουσουλμανικό κόσμο. Για πολλούς τούρκους –ιδιαίτερα για τους υπουργούς της κυβέρνησης στην Κωνσταντινούπολη- η Σμύρνη ήταν η πόλη των απίστων.

Η λεβαντίνικη κοινότητα ήταν μακράν η πλουσιότερη της πόλης [5]. Ευρωπαϊκής καταγωγής, αλλά έχοντας αφομοιώσει τους τρόπους της Ανατολής, τα μέλη της ζούσαν στην Τουρκία από τα χρόνια της βασιλείας του Γεωργίου Γ’.
Είχαν βοηθήσει περισσότερο από κάθε άλλη κοινότητα στο πλάσιμο μιας Σμύρνης -κατ’εικόνα και ομοίωσή τους- πλούσιας, κοσμοπολίτικης, με μεικτό αίμα και διαφορετικές πολιτισμικές κληρονομιές.
Στα εργοστάσια και στα ορυχεία τους εργάζονταν όλοι, ανεξαρτήτως φυλής ή εθνικότητας. Και η έγνοια τους για το εργατικό προσωπικό τους είχε ευγενή κίνητρα και εκδηλωνόταν με φιλανθρωπικές πράξεις. Τις σκοτεινές ημέρες του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, πολλές οικογένειες της Σμύρνης χρωστούσαν την ζωή τους στους Λεβαντίνους κροίσους.
Η πλειονότητα των Λεβαντίνων ζούσε στο Κορδελιό, στο Βουτζά ή στον Παράδεισο, τρία από τα πιο ακριβά και περιζήτητα εξοχικά προάστια της Σμύρνης. Οι οικογένειες Ζιρώ, Γουντ, και Πάτερσον –όπως και πολλές άλλες- ζούσαν σε ανακτορικές επαύλεις. Όλες κατείχαν μυθικές περιουσίες.

Η συμβίωση των κοινοτήτων της Σμύρνης.
«Τα πηγαίναμε καλά με τους Τούρκους», θυμάται ένας Έλληνας ονόματι Ηλίας Κουρκούλης, ένας από τους πολλούς πρόσφυγες που ρωτήθηκαν για τη ζωή που άφησαν πίσω τους το ’22. «Τους επισκεπτόμασταν συχνά και τα σπίτια μας ήταν δίπλα στα δικά τους. Περνούσαμε μαζί τις ώρες της σχόλης μας και παίζαμε στην ίδια ποδοσφαιρική ομάδα».
Ως τις αρχές του εικοστού αιώνα, οι ζωές των διαφόρων εθνοτήτων συνέκλιναν.
Οι κοινότητες δανείζονταν ελεύθερα η μια τα έθιμα της άλλης, και επιπλέον υιοθετούσαν ατάκες και εκφράσεις του καθημερινού λόγου.
Καθώς οι γείτονες γίνονταν φίλοι, προσκαλούσαν ο ένας τον άλλον σε γιορτές και πανηγύρια. Όταν η νεαρή Ελληνίδα Αγλαΐα Κοντού παντρεύτηκε, το ζευγάρι έλαβε μερικά υπέροχα δώρα από τους Τούρκους γείτονές τους. «[Ένας] μας έδωσε ένα μακρύ ρολόι με έναν αετό που σήμαινε τις ώρες. Σε μια άλλη περίσταση, εμείς τους κάναμε δώρο ένα γραμμόφωνο με επτά δίσκους».
Σε μια τόσο ετερογενή πόλη, ήταν αναπόφευκτες οι σποραδικές κοινωνικές εντάσεις, ειδικά μεταξύ των λιγότερο μορφωμένων. Το εβραϊκό Πάσχα ήταν μια στιγμή έντασης ανάμεσα σε Έλληνες και Εβραίους. Ανάμεσα στους μεγαλύτερους σε ηλικία, υπήρχαν άνθρωποι –κυρίως αναλφάβητοι- που πίστευαν στις πανάρχαιες δεισιδαιμονίες σύμφωνα με τις οποίες οι Εβραίοι θυσίαζαν ένα χριστιανόπουλο για να αναμείξουν το αίμα του με τον άζυμο άρτο της λατρείας τους. Όταν, το 1901, ένα μικρό Ελληνόπουλο εξαφανίστηκε, ο όχλος ξεχύθηκε στην εβραϊκή συνοικία και σήμανε τις καμπάνες μιας παρακείμενης εκκλησίας καλώντας τους χριστιανούς στα όπλα. Ο ελληνορθόδοξος μητροπολίτης και η διοίκηση της πόλης έσπευσαν να καταδικάσουν τις πράξεις του όχλου. Οι πρωταίτιοι συνελήφθησαν και κατέληξαν στο δικαστήριο. Ο εξευτελισμός τους ήταν πλήρης όταν το χαμένο ελληνόπουλο βρέθηκε σώο και αβλαβές.
Τέτοια δυσάρεστα περιστατικά ήταν σπάνια και καταστέλλονταν ταχύτατα από το βαλή της πόλης, τον Ραχμί μπέη. Το γράμμα του νόμου πάντα υπερίσχυε και για πάνω από μισό αιώνα –από τις αρχές της δεκαετίας του 1860 μέχρι το 1914- η Σμύρνη ήταν μία από τις πιο «φωτισμένες» πόλεις του κόσμου.
Οι ευρωπαίοι διανοούμενοι που επισκέπτονταν την Σμύρνη γοητεύονταν παρατηρώντας μια τέτοια πολυφυλετική πόλη από κοντά.
Τα σύννεφα του πολέμου καλύπτουν την Σμύρνη.
Ο πληθυσμός της Σμύρνης συνέχισε να απολαμβάνει τις χαρές της ζωής καθ’όλη τη διάρκεια της άνοιξης του 1914. Στα σαλόνια των λεσχών δίνονταν απογευματινά τσάγια και στο υπαίθριο θέατρο Αλάμπρα ανέβαιναν παραστάσεις ιταλικής οπερέτας.
Όμως, καθώς πλησίαζε το Πάσχα, γινόταν φανερό ότι τα όμορφα παράλια στα βόρεια της Σμύρνης βρίσκονταν σε βαθιά αναταραχή.
Χιλιάδες μουσουλμάνοι πρόσφυγες είχαν διαφύγει πανικόβλητοι από τη συνεχιζόμενη πολεμική αναμέτρηση στα Βαλκάνια και τώρα γύρευαν εκδίκηση.
Στόχος τους ήταν η ελληνική κοινότητα που ζούσε στα παράλια της Τουρκίας στο Αιγαίο.
Η κρίση ξέσπασε τον Μάιο του 1914, όταν μεγάλος αριθμός προσφύγων έφτασε στην κωμόπολη Αδραμμύτιο, περίπου εκατόν δέκα χιλιόμετρα βόρεια της Σμύρνης.
Συνοδεύονταν από ένοπλα σώματα, τους τσέτες, άτακτους πολεμιστές που ήταν οπλισμένοι με ρόπαλα, μαχαίρια και τουφέκια.
Ξεχύθηκαν στο κέντρο της πόλης και άρχισαν να λεηλατούν σπίτια και καταστήματα ελληνικής ιδιοκτησίας.
Τα γραφεία των πλουσίων εμπόρων της πόλης, της οικογένειας Καζάζη, καταστράφηκαν και τους δόθηκε διορία είκοσι τεσσάρων ωρών για να εγκαταλείψουν την Τουρκία.
Όταν η οικογένεια απηύθυνε έκκληση στους Οθωμανούς ηγεμόνες για βοήθεια, αντιμετώπισε ένα τείχος σιωπής.
Η κυβέρνηση της Κωνσταντινούπολης δεν είχε ακόμα συνέλθει από τις απανωτές στρατιωτικές ήττες στα Βαλκάνια και δεν είχε καμία διάθεση να υπερασπιστεί τους Έλληνες που ζούσαν στην επικράτειά της.
Έτσι, «αντί να αποθαρρύνουν [τους ατάκτους]» γράφει ο Άρνολντ Τόυνμπι, ο οποίος τα επόμενα χρόνια θα ταξίδευε πολύ στην Τουρκία, «οι αρχές τους οργάνωναν, τους εξόπλιζαν και τους παρείχαν ελευθερία να φέρουν τα αποτελέσματα που κι οι ίδιες επιθυμούσαν, αλλά προτιμούσαν να μην επιδιώκουν ανοικτά»[6].
Η λεηλασία του Αδραμυττίου υπήρξε η αρχή ενός δύσκολου καλοκαιριού, που σφραγίστηκε από τις διώξεις των ελληνικών κοινοτήτων που ζούσαν επί αιώνες στα τουρκικά παράλια του Αιγαίου[7].

***

Ο κύκλος της ωμής βίας έφτασε στο αποκορύφωμά του στην προκυμαία της Σμύρνης, τον Σεπτέμβριο του 1922. Τα γεγονότα αυτά, με παραστατικό και ζωντανό τρόπο, διαδραματίζονται μέσα στο υπέροχο βιβλίο του Giles Milton [8], το οποίο γνωρίζει μεγάλη επιτυχία στην Ελλάδα (έχει κάνει ήδη πέντε εκδόσεις μέσα σε λίγους μήνες). Ένα βιβλίο που νομίζω θα συναρπάσει όποιον τον διαβάσει, αφού ο αφηγηματικός του τόνος που το κάνει να μοιάζει με λογοτεχνικό έργο είναι εκπληκτικός και ο αναγνώστης μαγνητίζεται και καταπίνει τις σελίδες του. Ειδικά, η λεπτομερής καταγραφή της καταστροφής της Σμύρνης είναι τόσο ζωντανή που νομίζεις ότι βρίσκεσαι κάπου εκεί.
Εγώ, διάβασα τις 448 σελίδες του μέσα σε μία εβδομάδα και πραγματικά συγχαίρω τον Giles Milton για την εκπληκτική δουλειά που έκανε. Ο Milton, δεν χαρίζεται σε κανέναν. Ούτε στον ελληνικό στρατό και τα όσα έκανε κατά την προέλασή του στα βάθη της Μικράς Ασίας, αλλά ούτε και στους τούρκους σχετικά με την καταστροφή της Σμύρνης και όσον αφορά το φασιστικό στήσιμο του τουρκικού κράτους μέσω της φυσικής εξόντωσης των μειονοτήτων. Ειδικά για τη φωτιά στη Σμύρνη παρουσιάζει πλήθος μαρτυριών (όχι ελλήνων ή τούρκων) οι οποίες δεν αφήνουν καμία αμφιβολία για το ότι ο τουρκικός τακτικός στρατός έκαψε την Σμύρνη.
Κάνει επίσης μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση της προσωπικότητας του δαιμονοποιημένου Αριστείδη Στεργιάδη.
Μεγάλη παραφωνία η μετάφραση του εκδοτικού οίκου που διανέμει το βιβλίο (Εκδόσεις Μίνωας). Ο πρωτότυπος τίτλος είναι «Paradise lost, Smyrna 1922: The Destruction of Islam’s City of Tolerance”, και ο οποίος μεταφράστηκε σε: «Χαμένος Παράδεισος, Σμύρνη, 1922, Η καταστροφή της μητρόπολης του μικρασιατικού Ελληνισμού» (!!!).

Κλείνω, με ένα απόσπασμα από τα όσα κατέγραψε ο George Horton, ο Αμερικανός πρόξενος της Σμύρνης, φεύγοντας από την φλεγόμενη Σμύρνη με πλοίο του Αμερικανικού Πολεμικού Ναυτικού:
«Τη στιγμή πού το αντιτορπιλικό απομακρυνόταν απ' την τρομερή σκηνή και ερχόταν στο σκοτάδι, οι φλόγες πού τώρα λυσσομανούσαν επάνω σε μια εκτεταμένη περιοχή της πόλεως, δυνάμωναν διαρκώς σε λαμπρότητα παρουσιάζοντας μια σκηνή απαίσιας και τρομερής μεγαλοπρέπειας. Ιστορικοί και αρχαιολόγοι δήλωσαν ότι δεν γνωρίζουν παρά μόνο ένα γεγονός στα χρονικά του κόσμου πού θα μπορούσε να συγκριθεί ως προς την αγριότητα,
την έκταση και ως προς όλα τα στοιχεία φρίκης, σκληρότητας και ανθρώπινου πόνου προς την καταστροφή της Σμύρνης και του Χριστιανικού πληθυσμού της απ' τους Τούρκους, κι' αυτό ήταν η καταστροφή της Καρχηδόνος απ' τους Ρωμαίους.
Πραγματικά στην Σμύρνη, τίποτε δεν έλειπε σχετικά με την θηριωδία, την ακολασία, τη σκληρότητα και όλη τη μανία του ανθρώπινου πάθους, το οποίο εξ αιτίας της ολοκληρωτικής αναπτύξεώς του, κατεβάζει το ανθρώπινο γένος σε επίπεδο χαμηλότερο κι απ' το πιο σκληρότερο και φρικτότερο επίπεδο του κτήνους.
Γιατί καθ' όλη τη διάρκεια του διαβολικού αυτού δράματος οι Τούρκοι λήστευαν και βίαζαν. Ακόμα και ο βιασμός μπορεί να κατανοηθεί σαν ένα ορμέμφυτο της φύσεως, ακαταγώνιστο ίσως, όταν τα πάθη εξαπλώνονται άγρια μέσα σε έναν λαό χαμηλής νοοτροπίας και κατώτερου πολιτισμού, αλλά ο επανειλημμένος βιασμός γυναικών και κοριτσιών δεν μπορεί ν' αποδοθεί ούτε σε θρησκευτική μανία, ούτε σε κτηνώδη πάθη.
Ένα απ' τα δυνατώτερα συναισθήματα που πήρα μαζί μου απ' τη Σμύρνη ήταν το συναίσθημα της ντροπής, διότι ανήκα στο ανθρώπινο γένος» [9].

doctor
_______________________________________

[1] Οι επιβλητικές τράπεζες και οι λέσχες της προκυμαίας ήταν απτά σύμβολα της ακμής της Σμύρνης. Το Σπόρτινγκ Κλαμπ, το Γκραντ Οτέλ Κράιμερ Παλάς και το Θέατρο της Σμύρνης ήταν μεγαλόπρεπα κτίρια που ο λευκός όγκος τους αστραποβολούσε κάτω από το φως του ήλιου και τα καθιστούσε ορατά από απόσταση χιλιομέτρων.
[2] George Horton, Η μάστιγα της Ασίας (Blight of Asia), σ.102.
[3] Ανάμεσα σε αυτά ήταν το Αμερικανικό Διεθνές Κολέγιο (American International College) για αγόρια, ένα Διεθνές Αμερικανικό Διακολεγιακό Ινστιτούτο (International American Collegiate Institute) για κορίτσια, καθώς και παραρτήματα της ΧΑΝ και της ΧΕΝ. Είχαν επίσης στην ιδιοκτησία τους την εταιρεία Standard Oil Company, που η μεγάλη της δεξαμενή δέσποζε στο άκρο της προκυμαίας.
[4] Horton, ό.π. σσ.101-2.
[5] Είχαν τα μεγαλύτερα οικονομικά συμφέροντα σε κάθε σχεδόν εμπορική δραστηριότητα της πόλης. Ήλεγχαν τις ναυτιλιακές εταιρείες της Σμύρνης, όπως και τις ασφαλιστικές, τα ορυχεία, τις τράπεζες και τις περισσότερες κερδοφόρες επιχειρήσεις εισαγωγών-εξαγωγών. Τα βαμβακερά υφάσματα και τα χαλιά ήταν δύο από τα σημαντικότερα εξαγώγιμα προϊόντα και τους είχαν εξασφαλίσει τα θεμέλια για τις τεράστιες περιουσίες τους. Άλλη μια εξαιρετικά κερδοφόρα δραστηριότητα ήταν οι εξαγωγές ξηρών καρπών. Επίσης, οι Λεβαντίνοι εισήγαν πολλά αγαθά στην Τουρκία, μεταξύ άλλων καφέ, ζάχαρη και γούνες. Η κλίμακα των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων τους ήταν πραγματικά τεράστια. Ένας από τους εμπορικούς κλάδους των επιχειρήσεων της οικογένειας Ζιρώ, η Ανατολική Εταιρεία Ταπητουργίας (Oriental Carpet Manufacturing Company), απασχολούσε 150.000 ανθρώπους, πολλοί από τους οποίους ήταν κάτοικοι της Σμύρνης. Η επιχειρηματική αυτοκρατορία των Ουίτταλ-που περιλάμβανε μια τεράστια επιχείρηση εξαγωγής φρούτων- ήταν ακόμη μεγαλύτερη.
[6] Arnold Toynbee, το Δυτικό Ζήτημα μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, σ.302.
[7] Πηγή: Ο Χαμένος Παράδεισος, Γκάις Μίλτον, σσ. 27-72.
[8] Το "Χαμένος παράδεισος" είναι μια δυνατή ιστορία καταστροφής, ηρωισμού και επιβίωσης, ειπωμένο με τον ξεχωριστό λόγο που κατέστησε τον Γκάιλς Μίλτον, επιτυχημένο δημοσιογράφο και συγγραφέα. Ξετυλίγεται μέσα από τις αναμνήσεις επιζώντων, πολλοί απ’ τους οποίους μιλάνε για πρώτη φορά δημόσια, και τις μαρτυρίες εκείνων που βρέθηκαν στη δίνη μιας από τις μεγαλύτερες καταστροφές της σύγχρονης ιστορίας. Στις 9 Σεπτεμβρίου 1922, το τουρκικό ιππικό μπήκε στη Σμύρνη, την πιο πλούσια και κοσμοπολίτικη πόλη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στην πόλη υπήρχε διάχυτος ο φόβος ότι ο νικηφόρος πια τουρκικός στρατός θα ξεσπούσε με παράφορο μένος στους κατοίκους της Σμύρνης. Η πραγματικότητα όμως διέψευσε και την πιο δυσοίωνη πρόβλεψη. Αυτό που συνέβη τις επόμενες δύο εβδομάδες έχει καταγραφεί ως ένα απ' τα πιο φρικτά δράματα στην ιστορία του εικοστού αιώνα, το δράμα του ξεριζωμού χιλιάδων προσφύγων, των οποίων το αίμα κυλάει στις φλέβες πολλών σύγχρονων ελληνικών οικογενειών. Σχεδόν δύο εκατομμύρια άνθρωποι έπεσαν θύματα μιας τρομακτικής, σε βιαιότητα και έκταση, καταστροφής.
http://www.minoas.gr/book-2433.minoas (περιέχει και συνέντευξη του συγγραφέα στο Βήμα).
[9] George Horton, ό.π. σσ.139-40.

Κυριακή, 4 Ιανουαρίου 2009

Νταρφούρ και Παλαιστίνη



Αυτές τις ημέρες τα δελτία ειδήσεων σε όλο τον κόσμο-και πολύ περισσότερο στην χώρα μας- ασχολούνται διεξοδικά με τη νέα επίθεση του Ισραήλ στη λωρίδα της Γάζας. Ανταποκρίσεις, αναλύσεις, πάνελ και συζητήσεις με ειδικούς και «ειδικούς».
Δικαίως.
Δικαίως ο κόσμος ξεσηκώνεται βλέποντας τα "παιδιά του Ολοκαυτώματος" να μεταμορφώνονται από θύματα σε θύτες.
Δικαίως αγανακτεί και διαδηλώνει.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι πρόκειται για μια ευαισθητοποιημένη κοινή γνώμη που δεν μπορεί να βλέπει άμαχους να σκοτώνονται και μικρά παιδιά να μην έχουν να φάνε.
Ισχύει κάτι τέτοιο;
Φοβάμαι πως όχι.
512 οι νεκροί μέχρι αυτή τη στιγμή στην λωρίδα της Γάζας και χιλιάδες οι διαδηλώσεις σε όλο τον κόσμο.
Όμως, πόσες πορείες έχουν γίνει στην χώρα μας για το Νταρφούρ;
Πόσο έχει ξεσηκωθεί η κοινή γνώμη για τα όσα συμβαίνουν εκεί;
Ο αριθμός των νεκρών στο Νταρφούρ εκτιμάται σε 300 με 400.000 και ο αριθμός των προσφύγων στους 1.200.000.
Οι συγκρούσεις συνεχίζονται αμείωτες και η κατάσταση είναι τραγική.





Η πραγµατικότητα της βίας δεν αναλύεται επιτυχηµένα, ούτε, πολύ περισσότερο, δίνεται λύση στο πρόβληµα µε το να ισχυρίζονται κάποιοι ότι οι κάτοικοι της Αφρικής είναι υπανάπτυκτοι και γι’ αυτό συµβαίνουν όσα συµβαίνουν. Το πρόβληµα αφορά όλη την ανθρωπότητα και κυρίως τα δυτικά και αναπτυγµένα κράτη.
Σύµφωνα και µε τον Ουµπέρτο Έκο και το βιβλίο του «Με το βήµα του Κάβουρα», «ήδη από τα τέλη τής προηγούµενης χιλιετίας σηµειώθηκαν δραµατικά βήµατα προς τα πίσω. Έχει κανείς την εντύπωση ότι η Ιστορία, εξουθενωµένη από όλα αυτά τα άλµατα που σηµειώθηκαν κατά τις δύο προηγούµενες χιλιετίες, αρχίζει να κινείται ταχύτατα προς τα πίσω, παραπαίοντας… µε το βήµα τού κάβουρα».

Πίσω από αυτή την επιλεκτική δημοσιότητα, πίσω από αυτή την επιλεκτική κρίση των πολιτικών κομμάτων κρύβεται κάτι βαθύτερο: τους φόνους στην Παλαιστίνη δεν τους διαπράττει ο οποιοσδήποτε. Τους διαπράττουν οι "μισητοί" εβραίοι με συνεργούς τους "ιμπεριαλιστές αμερικανούς".
Ενώ στο Νταρφούρ, σκοτώνονται οι "αράπηδες" μεταξύ τους. Ούτε ιμπεριαλιστές υπάρχουν εκεί, ούτε σιωνιστές...
Μέσα από αυτό το επιλεκτικό ενδιαφέρον υποφώσκει ένας υποσυνείδητος [;] αντισημιτισμός και μία σπάνια ευκαιρία για την Αριστερά να κατακεραυνώσει πάλι τους ιμπεριαλιστές που αιματοκυλούν τον κόσμο. Μόνο που το ΚΚΕ τηρούσε "σιγή ιχθύος" όταν τα σοβιετικά στρατεύματα εισέβαλλαν στο Αφγανιστάν, στην Βουδαπέστη, στην Πράγα...



Κοινώς, το δράμα του παλαιστινιακού λαού αποτελεί "βούτυρο στο ψωμί" του αντισημίτη, του αντιιμπεριαλιστή αλλά και του ρατσιστή ("υποανάπτυκτοι αράπηδες είναι στο Νταρφούρ..."). Έτσι, οι μερικές χιλιάδες νεκροί παλαιστίνιοι έχουν μεγαλύτερη αξία από τους 300-400.000 νεκρούς του Νταρφούρ.
Εγώ προσωπικά πονάω για κάθε ανθρώπινη ζωή που χάνεται σε κάθε πόλεμο, για κάθε παιδική ψυχή που σβήνει με ένα "γιατί" -γεμάτο απορία- ζωγραφισμένο σε ένα ζευγάρι αθώα μάτια. Δεν συμψηφίζω, δεν απλοποιώ, δεν διαγράφω και κυρίως δεν κινώ την σκέψη μου με βάση την ειδησεογραφία.
Η βία πρέπει να είναι καταδικαστέα από όπου κι αν προέρχεται.
Κάθε ζωή είναι ιερή, κάθε ανθρώπινο σώμα έχει δικαίωμα στη ζωή.
***
Σήμερα 3 αστυνομικοί δέχθηκαν επίθεση στα Εξάρχεια.
Ένας αστυνομικός 21 ετών παραλίγο να χάσει την ζωή του. Ο κόσμος που επιθυμούν κάποιοι έχει πολλά κοινά με αυτόν που νομίζουν ότι καταστρέφουν.

doctor

Υ.Γ. Την μία από τις χθεσινές πορείες στην Αθήνα την διοργάνωσαν οι εξής : το ΚΚΕ, η ΚΝΕ και το ΠΑΜΕ! Η μανιοκατάθλιψη του ΚΚΕ εμφανίζεται πλέον ως το τρισυπόστατον της μιας θεότητας...

Υ.Γ.2 Όσο για την αδιέξοδη πολιτική που ακολουθεί το Ισραήλ αλλά και η Χαμάς παραθέτω ένα έξοχο και επίκαιρο όσο ποτέ κείμενο του Θανάση Τριαρίδη: http://www.triaridis.gr/keimena/keimD010.htm