Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

Won't you die tonight for love? (η παραχάραξη του νομίσματος)


Myslovitz "I'd Like To Die Of Love"

Ο έρωτας κι ο θάνατος.
Πόσο μακριά και πόσο κοντά είναι ταυτόχρονα…
Στον θάνατο, η ύπαρξη χάνεται, εκμηδενίζεται, ενώ στον έρωτα έρχεται ο «μικρός θάνατος», ο οργασμός, τον τελειότερο ορισμού του οποίου έχει δώσει ο Βίλχελμ Ράιχ[1], στο βιβλίο του "Η Δολοφονία του Χριστού"("The Murder of Christ,1953): "Οργασμός είναι η απώλεια της ατομικότητας μέσα από μια διαφορετική κατάσταση ύπαρξης".

Υπάρχει ένα καταπληκτικό κείμενο σχετικά με την σχέση έρωτα και θανάτου και το έχει γράψει ο αγαπημένος μου συγγραφέας, ο Βασίλης Ραφαηλίδης[2]

:«H κατά Ρέημοντ Τσάντλερ «απλή τέχνη του φόνου» είναι πράγματι και απλή και τέχνη.
Με τρόπο ερασιτεχνικό, μπορούν να σκοτώσουν οι πάντες.
Μια δόση τρέλας, και η δουλειά έγινε.
Όμως τα πράγματα δυσκολεύουν σε μια δολοφονία οργανωμένη με επαγγελματική τάξη και ευσυνειδησία.
Μάλιστα, για να μάθεις να σκοτώνεις με πλήρη επαγγελματική επάρκεια πρέπει να φοιτήσεις στη Σχολή Ευελπίδων. Η οποία δε βγάζει, βέβαια, επαγγελματίες δολοφόνους, βγάζει όμως επαγγελματίες πολεμιστές, και από μία άποψη είναι το ίδιο.
Όπως λέει και ο Ντε Κουίνσυ στο «η δολοφονία ως μία εκ των καλών τεχνών» είναι ταλέντο το να’σαι καλός δολοφόνος.
Ο Ντε Σαντ μάλιστα φτάνει στο σημείο να υποστηρίζει ότι ο φόνος είναι ερωτογόνος.
Και πως πετυχαίνεις την ύψιστη ηδονή όταν σκοτώνεις την ερωμένη σου τη στιγμή του οργασμού.
Αν όλα αυτά σας φαίνονται υπερβολικά, φέρτε στο νου σας κάτι περίεργα ερωτόλογα όπως το «θα σε φάω», «θα τον φας», «θα σε σκίσω», «θα σε ρουφήξω» και άλλα τέτοια που λέγονται σε στιγμές που η συνείδηση χαλαρώνει πολύ κάτω απ’την πίεση μιας ηδονής που διεκδικεί το maximum.Λοιπόν, δεν είναι και τόσο αθώα όλα αυτά τα κανιβαλικά, σε στιγμές που το ένστικτο λειτουργεί ξεκομμένο από την λογική που το ελέγχει.
Στη χειρότερη περίπτωση εκφράζουν έναν αταβιστικό κανιβαλισμό απωθημένο βαθιά στο υποσυνείδητο, και στην καλύτερη μια επιθυμία για μετάληψη του σώματος και του αίματος του αγαπημένου.
«Λάβετε, φάγετε, τούτο μου εστί το σώμα το υπέρ υμών κλώμενον».
Η Θεία Μετάληψη είναι το συμβολικό κατάλοιπο της πανάρχαιης Θεοφαγίας[3], τότε που ο πιστός έτρωγε στ’αλήθεια κάθε τι που πίστευε πως έχει υπερφυσικές ιδιότητες, που επιχειρούσε να τις οικειοποιηθεί.Κι αφού ο πιστός θέλει να βάλει μέσα του το Θεό, διότι πολύ τον αγαπάει, γιατί να μην πράξει ομοίως και ο τρελά ερωτευμένος;


H.I.M. "Join Me to Death"

Στην «Αυτοκρατορία των αισθήσεων» του Ναγκίζα Οσίμα[4], η πεολειχία καταλήγει σε πεοφαγία.Προσοχή, λοιπόν, στα πέη σας, όταν τα προσφέρετε σε πολύ ερωτευμένες γυναίκες, με έντονη θρησκευτικότητα ανθρωποφαγικού τύπου.
Ο Φρόυντ είναι σαφής επί του προκειμένου. Ο έρωτας κι ο θάνατος είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που ο οργασμός λέγεται και «μικρός θάνατος».
Στα λίγα δευτερόλεπτα που κρατάει, χάνεις την επαφή σου με τον κόσμο και για μια στιγμή περνάς στον παράδεισο.
Αν, μάλιστα, είσαι οπαδός της ινδουϊστικής αίρεσης του ταντρισμού[5], κάνεις ακατάπαυστα έρωτα χωρίς να εκσπερματώνεις ποτέ.
Κι όταν κάποτε εκσπερματώσεις πρέπει οπωσδήποτε να πεθάνεις από ηδονή στην κυριολεξία.
Είναι σίγουρα ο πιο ηδονικός θάνατος που θα μπορούσε να υπάρξει. Αλλά δεν σας τον συνιστώ.
Ούτε θα ήταν δυνατό να σας ευχηθώ να νοιώσετε κάποτε την υπέρτατη ηδονή που αισθάνεται ο κρεμασμένος την ώρα που ξεψυχάει εκσπερματώνοντας.
Μπορεί, λοιπόν, ο έρωτας και ο θάνατος να είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος, όμως καλό είναι επί του προκειμένου να παραχαράσσει κανείς το νόμισμα.
Πάντως, τα ειδικά μπορντέλα για στρατιώτες που πρόκειται να παν στο μέτωπο και τα ακόμα πιο ειδικά για τραυματίες πολέμου, οι άνθρωποι δεν τα έκαναν από βίτσιο.
Τα έκαναν γιατί ο έρωτας βρίσκεται πάρα πολύ κοντά στο θάνατο και τη δυστυχία και λειτουργεί αντισταθμιστικά και παραπληρωματικά.
Ο «μικρός θάνατος» είναι μια καλή άσκηση θανάτου, που θα συμβεί έτσι κι αλλιώς. Άλλωστε ούτε οι ανοργασμικοί, που είναι τέτοιοι γιατί φοβούνται το «μικρό θάνατο» έχουν κάποια πιθανότητα γλυτώσουν απ’τον άλλο, το μεγάλο, «Τον Μεγάλο Ύπνο», όπως θα’λεγε ο Τσάντλερ. Όνειρα γλυκά, λοιπόν, και για τον μικρό και για τον μεγάλο ύπνο» [6].

doctor
____________________________________________________________

[1] Βλ. παλαιότερο ποστ: Wilhelm Reich, o αιρετικός

[2] Βλ. παλαιότερο ποστ: Βασίλης Ραφαηλίδης

[3] «Tο πρόβλημα της αιμομειξίας είναι ακριβώς το ίδιο με το πρόβλημα της ανθρωποφαγίας» έγραφε ο Φρόυντ στη Mαρία Bοναπάρτη το 1932. Eάν προσθέσουμε αυτό το συλλογισμό στις παρατηρήσεις μας όσον αφορά την απουσία λέξεων για την ονομασία της θεοφαγίας και της αιμομειξίας στην αρχαία Eλλάδα και εάν λάβουμε υπ’ όψιν την σημασία των πιο αρχαίων (στοματικών, ανθρωποφαγικών) ταυτίσεων, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η θεοφαγία υπήρξε και εξακολουθεί να παραμένει μια από τις πυρηνικές φαντασιώσεις της ανθρωπότητας. Kαι τούτο, διότι οι φαντασιώσεις της ανθρωποφαγίας και της αιμομειξίας, που ενοποίησε ο Φρόυντ, περιλαμβάνονται αναπόσπαστα και αναμειγνύονται με τη φαντασίωση της θεοφαγίας. * Από την παρουσίαση του βιβλίου του Νικ.Νικολαϊδη, ψυχαναλυτή, με τίτλο "Θεοφαγία".

[4] πρώτη (ίσως και μοναδική) αληθινή hard-core ταινία που ξεπέρασε τα στενά όρια του είδους, και αναγνωρίστηκε ως μια ερωτικά επαναστατική ταινία, προβάλλεται ξανά σε παγκόσμια επανέκδοση με καινούριες κόπιες. Ξεπερνώντας τα καθιερωμένα, ο Οσίμα δημιουργεί ένα αριστούργημα πάνω στο θέμα του παράφορου έρωτα, που δε γνωρίζει όρια και δεσμά και καθοδηγείται αποκλειστικά από τις ορέξεις του υποσυνείδητου.
Ο έρωτας, στην πιο απλή και στοιχειώδη του έκφανση που είναι το σεξ, είναι ένα απλό φυσικό και βιολογικό γεγονός, όπως ακριβώς η γέννηση και ο θάνατος. Στις σύγχρονες κοινωνίες όμως έχει ηθικοποιηθεί και πολιτικοποιηθεί τόσο, ώστε να χάσει μεγάλο μέρος από την φυσικότητά του, και αντιμετωπίζεται ποικιλοτρόπως ανάλογα με την περιοχή, τη θρησκεία και την πολιτική κατάσταση. Ο Οσίμα θα επιχειρήσει μια "κάθαρση", αφαιρώντας ουσιαστικά ολόκληρο το εποικοδόμημα προκειμένου να καθαρίσει την ομίχλη γύρω από τις απόκρυφες λειτουργίες του σεξουαλικού ενστίκτου.

[5] Η διατήρηση του ελέγχου της διέγερσης, έτσι ώστε οι εραστές να μπορούν να παρατείνουν τη σεξουαλική πράξη και να την ολοκληρώσουν πριν φτάσουν στον οργασμό και την εκσπερμάτιση, έχει ως αποτέλεσμα όχι μόνο την αύξηση της ηδονής, αλλά και την ενεργειακή ανανέωση των δυο εραστών. Περισσότερα: Η Ασία στο κρεβάτι σας.

[6] Πηγή: Βασίλης Ραφαηλίδης, Μνημόσυνο για έναν ημιτελή θάνατο, σελ.138-139.

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2008

ο β' εμφύλιος



3 Οκτωβρίου 1824.
Εκλογές.
Από τη μία οι Υδραίοι και οι σύμμαχοί τους, Σουλιώτες και Ρουμελιώτες με επικεφαλής τους αδερφούς Κουντουριώτη, οι οποίοι είχαν ήδη παραλάβει τις δύο πρώτες δόσεις του δανείου[1], τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.
Αντίπαλοι: οι ηττηθέντες στον α’ εμφύλιο πόλεμο [2] Πελοποννήσιοι πολιτικοί και στρατιωτικοί παράγοντες.
Στις εκλογές επικράτησαν οι Υδραίοι και οι σύμμαχοί τους. Οι Πελοποννήσιοι, κατήγγειλαν τα αποτελέσματα ως προϊόντα εκβιασμού και εξαγοράς ψήφων. Ο Ζαΐμης, ο Λόντος, οι Δεληγιανναίοι, οι Κολοκοτρωναίοι και άλλοι Πελοποννήσιοι ηγέτες ετοιμάζονταν για την ένοπλη αναμέτρηση.
Τον Οκτώβριο του 1824 οι κάτοικοι της επαρχίας Αρκαδιάς αρνήθηκαν στην εθνική διοίκηση την απόδοση των προσόδων της επαρχίας τους και εξεδίωξαν τον κυβερνητικό αξιωματούχο, μη αναγνωρίζοντάς του το δικαίωμα επιβολής και είσπραξης των φόρων για λογαριασμό της κεντρικής εξουσίας. Οι περισσότεροι από τους οπλαρχηγούς και κοτσαμπάσηδες της επαρχίας ήταν άνθρωποι του Κολοκοτρώνη.
Η Διοίκηση χαρακτήρισε το γεγονός ανταρσία και διέταξε τον υπουργό Εσωτερικών Παπαφλέσσα να την καταστείλει. Ο Παπαφλέσσας έφτασε στην περιοχή και με την απειλή χρήσης βίας ζήτησε από τις τοπικές αρχές να πειθαρχήσουν στην εθνική διοίκηση και να αποδώσουν τους φόρους.
Ωστόσο, οι οπλαρχηγοί σε συνεννόηση με τον Κολοκοτρώνη αρνήθηκαν να υπακούσουν και έτσι οι δύο πλευρές ετοιμάστηκαν για την ένοπλη αναμέτρηση[3].
Μετά από διήμερη μάχη στους Κωνσταντίνους, χωριό της επαρχίας Αρκαδιάς, οι Πελοποννήσιοι υπερίσχυσαν των αντιπάλων τους, τα ένοπλα σώματα του Παπαφλέσσα διασκορπίστηκαν και ο ίδιος επέστρεψε ηττημένος στο Ναύπλιο.
Προς το τέλος του Νοεμβρίου του 1824 όμως τα κυβερνητικά στρατεύματα εισήλθαν στην Τρίπολη διασκορπίζοντας τους Πελοποννήσιους και ακινητοποιώντας τους στα γύρω χωριά.
Το σχέδιο εισβολής στον Μοριά είχε κληθεί να υλοποιήσει ο Ιωάννης Κωλέττης στηριζόμενος οικονομικά από τα χρήματα του δανείου με τα οποία φρόντισε να εξαγοράσει πολλούς τοπικούς ηγέτες του Σουλίου και της Ρούμελης[4].
Στις 23/11/1824, ένα πρώτο σώμα, υπό τον Γκούρα, εισέβαλε στην Κορινθία από τον Ισθμό. Τα στρατεύματα του Γκούρα σκόρπισαν τον φόβο και τον πανικό στην περιοχή λεηλατώντας και καταστρέφοντας.
Το δεύτερο σώμα, υπό τον Τζαβέλα, τον Ίσκο, τον Μπότσαρη και τον Καραϊσκάκη αποβιβάστηκε στο Αίγιο στις αρχές Δεκεμβρίου. Οι Ρουμελιώτες και οι Σουλιώτες, αφού λεηλάτησαν την Κερπινή και κατέστρεψαν τα σπίτια και όλα τα υπάρχοντα των Ζαΐμηδων και των υποστηρικτών τους, κατευθύνθηκαν στην Γορτυνία με σκοπό να κυνηγήσουν τους Δεληγιανναίους και να καταστρέψουν τις ιδιοκτησίες τους στα Λαγκάδια. Στα Λαγκάδια, οι Ρουμελιώτες προέβησαν σε εκτεταμένες καταστροφές και λεηλασία της περιουσίας των Δεληγιανναίων. Ο Γκούρας παράλληλα, λεηλατούσε και κατέστρεφε την περιοχή της Γαστούνης.
Στα τέλη Ιανουαρίου 1825 οι Δεληγιανναίοι έφτασαν στο Ναύπλιο και τέθηκαν υπό κράτηση, αφού παρέδωσαν τα όπλα τους.
Αλλά και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης είχε ήδη αποφασίσει να παραδοθεί προς το τέλος του 1824. Συνοδευόμενος από τον Δ.Πλαπούτα έφτασε στην Τρίπολη, παρουσιάστηκε ενώπιον της Επιτροπής που διοικούσε την πόλη, και έθεσε εαυτόν στη διάθεση της Διοίκησης. Εκεί αποφασίστηκε η μεταφορά του στο Ναύπλιο. Εκεί τον έθεσαν υπό περιορισμό στο σπίτι του Παπαφλέσσα.


Γρηγόριος Δικαίος ή Παπαφλέσσας (1788-1825)

Ο Κολοκοτρώνης σε επιστολή του προς τον Γ.Κουντουριώτη, υποχρεώθηκε να παραδεχθεί ότι οι ενέργειές του κινήθηκαν «ενάντια των νόμων του έθνους, ενάντια των συμφερόντων της πατρίδας». Δήλωνε έτσι την ειλικρινή του μεταμέλεια και «έθετε εαυτόν εις την κρίση της δικαιοσύνης».
Εν τω μεταξύ, τα ένοπλα σώματα που είχαν εισβάλει στην Πελοπόννησο είχαν προβεί σε εκτεταμένη χρήση βίας, σε καταστροφές, καταχρήσεις και λεηλασίες, σε διαπομπεύσεις και εξευτελισμούς των αντιπάλων. Οι αρπαγές και οι βιαιοπραγίες κατέστησαν ανεξέλεγκτες και γενικεύθηκαν στα χωριά και στις επαρχίες.
Η κεντρική διοίκηση δεν ήταν σε θέση να επιβάλει πειθαρχία στα σώματα των Ρουμελιωτών και Σουλιωτών ενόπλων που απαιτούσαν άμεση καταβολή των μισθών τους και συνέχιζαν να λεηλατούν την Πελοπόννησο.
Τα ρουμελιώτικα και σουλιώτικα στρατεύματα ήταν μισθοδοτούμενα από τα χρήματα του δανείου, δηλαδή από το «εθνικό ταμείο».
Μετά την ήττα των Πελοποννησίων, τη σύλληψη και τη φυλάκιση των περισσοτέρων από αυτούς (Θ.Κολοκοτρώνης, Δεληγιανναίοι, Νοταράδες, Παπατσώνης, Σισίνης κ.λπ) η εθνική διοίκηση βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν διαφορετικό κίνδυνο: Τον Ιμπραήμ Πασά που στα μέσα του Φεβρουαρίου του 1825 αποβίβασε τα στρατεύματά του στην περιοχή της Μεθώνης.
Οι Ρουμελιώτες και Σουλιώτες αποχώρησαν από την Πελοπόννησο και έτσι η άμυνα της Πελοποννήσου έπρεπε να στηριχθεί στις δικές της στρατιωτικές δυνάμεις.
Ποιοι όμως μπορούσαν να ξεσηκώσουν τα λεηλατημένα χωριά του Μοριά και να πείσουν τις κοινότητες να κινητοποιηθούν για τον πόλεμο, δηλαδή να πολεμήσουν, να προσφέρουν εργασία και τρόφιμα; Εκείνοι, τους οποίους οι ίδιοι πληθυσμοί είχαν μάθει να εμπιστεύονται, να ακολουθούν και να αναγνωρίζουν ως ηγέτες τους, ήταν φυλακισμένοι ή φυγάδες. Στις συνθήκες αυτές, η Διοίκηση αποφάσισε να παραχωρήσει γενική αμνηστία «εις όλους τους υποπεσόντας εις πολιτικά εγκλήματα» στις 18/5/1825 [5].
Η συνέχεια γνωστή:
«Ο Μπραΐμης, μπήκε στην Πελοπόννησο και την έκανε γης Μαδιάμ όχι από την παλληκαριά των Αράπηδων, αλλά από αυτά που λέγω. Δεκάξι χιλιάδες ασκέρια, το άνθος των Ελλήνων, Ρουμελιώτες, Πελοποννήσιοι Σπαρτιάτες κι’απ’άλλα μέρη, όλοι αυτήνοι κάθονταν εις τις Χώρες και εις τ’ άλλα χωριά και τρώγαν αρνιά και κότες, κι’ ο Αράπης όταν τους έβρισκε τους ξεποδάριαζε κυνηγώντας. Αυτά κάνει η διαίρεση και η διχόνοια» [6].

Πάρα πολλά περιστατικά της επανάστασης του 1821, όπως τα προεκτεθέντα, αποκρύπτονται επιμελώς από την εθνική ιστοριογραφία αλλά και γενικά από την ελληνική κοινωνία για να μην απομυθοποιηθούν οι αγωνιστές της επανάστασης που ακόμη και σήμερα αντιμετωπίζονται με δέος και σεβασμό σαν να είναι άγιοι και όποιος γράψει ή πει κάτι γι'αυτούς τους απλούς ανθρώπους με τις τόσες φυσιολογικές αδυναμίες και πάθη, τότε χαρακτηρίζεται από τους "εθνικώς σκεπτόμενους" ως ανθέλληνας, ή ως αποδομητής των ιερών και των οσίων του έθνους...
Έτσι, οι εθνομυθολογούντες κρίνουν τους δύο εμφυλίους με τα σημερινά δεδομένα, και απορούν για την συμπεριφορά αυτών των μεγάλων αγωνιστών αγνοώντας μάλλον ότι η εθνική συνείδηση εκείνη την εποχή δεν είχε καμία σχέση με το σήμερα.
Για την εθνική συνείδηση του τότε είχα ανοίξει παλαιότερα σχετικό ποστ: http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/04/1821.html


doctor
_____________________________________________________

[1] Α΄ Δάνειο (21/2/1824):800.000 λίρες, τιμή έκδοσης 59% τόκος 5%. Το ανέλαβε ο τραπεζικός οίκος Λόφναν. Απόσβεση σε 36 χρόνια. Πραγματικό ποσό δανείου:472.000 λίρες. Στάλθηκαν στην Ελλάδα 298.726 λίρες σε χρήμα και 10.063 σε εφόδια. (Τα υπόλοιπα κρατήθηκαν για μεσιτείες, τόκους 2
χρόνων, χρεωλύσια και για μυθώδη αμοιβή του Ορλάνδου και Λουριώτη). Τα χρήματα που έφθασαν στην Ελλάδα κατασπαταλήθηκαν στον εμφύλιο. (Εύη Σκληράκη, Η διδασκαλία της Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από τις Πηγές, Σμιλή, 1987, σ. 51).

[2] α’ εμφύλιος.


[3] Προς βοήθεια των Αρκαδινών οπλαρχηγών έσπευσαν οι γιοι του Θ.Κολοκοτρώνη, Γενναίος και Πάνος και αργότερα ο Κανέλλος Δεληγιάννης. Αλλά και κυβερνητικά στρατεύματα, υπό τον Βάσο Μαυροβουνιώτη και τον Διονύσιο Μούρτζινο, έσπευσαν να ενισχύσουν τον Παπαφλέσσα.

[4] Ισχυροί Σουλιώτες οπλαρχηγοί, όπως ο Κίτσος Τζαβέλας, ο Κ.Μπότσαρης, ο Γ.Δράκος και Ρουμελιώτες καπετάνιοι, όπως ο Ιωάννης Γκούρας, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Ανδρέας Ίσκος, ο Νάκος Πανουργιάς, ο Γ.Δυοβουνιώτης, είχαν συμφωνήσει με τον Κωλέττη και θα αναλάμβαναν την επιχείρηση εισβολής στον Μοριά με στόχο να καθυποτάξουν τους «αντάρτες» και να επιβάλλουν τους «νόμους του έθνους» στις επαρχίες που τους υποστήριζαν.

[5] Πηγή: «Ιστορία των Ελλήνων», εκδόσεις ΔΟΜΗ, 9ος τόμος «Η ελληνική επανάσταση 1821», σελ.254-262. Συγγραφέας, ο Ν.Ροτζώκος, Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας στο τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

[6] Μακρυγιάννης, «Απομνημονεύματα», εισαγωγή-σχόλια Σπύρου Ι.Ασδραχά, εκδόσεις Α.Καραβία, Αθήνα, όπως παρατίθεται στην «Ιστορία των Ελλήνων», ο.π. σελ.439.

Δευτέρα, 17 Μαρτίου 2008

Φανατισμός


O όχλος εν δράσει...

Το καλοκαίρι του 1955, διάφορα διαδοχικά επεισόδια ανάμεσα στην ελληνική και την τουρκική κοινότητα της Κύπρου δηλητηριάζουν τις σχέσεις Αθήνας και Άγκυρας. Η κατάσταση φτάνει σε παροξυσμό στις αρχές του Σεπτεμβρίου, όταν διαδίδεται η φήμη ότι εξερράγη βόμβα στο πατρικό σπίτι του Μουσταφά Κεμάλ στη Θεσσαλονίκη. Το βράδυ της 6/7ης Σεπτεμβρίου, ένα ανεξέλεγκτο πλήθος κατευθύνεται, με την ανοχή των αρχών, προς το Μπέιογλου (Πέρα), όπου τα περισσότερα εμπορικά καταστήματα είναι ρωμαίικα. Την επόμενη το πρωί, οι Πολίτες άναυδοι ανακαλύπτουν ένα τοπίο καταστροφής: όλες οι βιτρίνες της Μεγάλης Οδού του Πέρα είναι κατεβασμένες, το οδόστρωμα και τα πεζοδρόμια καλυμμένα με υφάσματα, σχισμένα ρούχα, σπασμένα γυαλιά. Ο απολογισμός είναι δραματικός:
1.004 σπίτια,
4.348 εμπορικά καταστήματα,
27 φαρμακεία,
21 εργοστάσια,
110 εστιατόρια,
αρκετά ξενοδοχεία και καφενεία,
73 εκκλησίες
και 26 σχολεία έχουν είτε καταστραφεί ολοσχερώς είτε υποστεί σοβαρές ζημιές.


Χάρτης της Κωνσταντινούπολης (Istanbul)

Είναι η πρώτη φορά που η ρωμηοσύνη εισπράττει κατ’ αποκλειστικότητα τη λαϊκή οργή. Όμηροι και υπόλογοι για τις ταραχές στην Κύπρο, θύματα αντιποίνων που θεωρούν άδικα, οι Ρωμηοί πιστεύουν ομόφωνα ότι τα γεγονότα όχι μόνο δεν ήταν αυθόρμητα αλλά κι ότι είχαν προγραμματιστεί με σύστημα. Τεκμήριο της ακλόνητης αυτής βεβαιότητας, η παντελής έλλειψη σωματικής βίας σχεδόν σε όλες τις περιπτώσεις. Οι αυτουργοί των βανδαλισμών ήλεγχαν απόλυτα τις πράξεις τους και δε δρούσαν υπό το καθεστώς της ταραχής [1].

***


H εβραϊκή συνοικία της Κέρκυρας

Στις 2 Απριλίου 1891, στην πόλη της Κέρκυρας, βρέθηκε το πτώμα ενός 11χρονου κοριτσιού. Το πτώμα ήταν άγρια κακοποιημένο, στραγγισμένο από το αίμα του, κλεισμένο μέσα σε σάκο μαζί με πίτουρα και χορτάρια.
Οι βασανιστές και σφαγείς του το είχαν αποθέσει στην εβραϊκή συνοικία της πόλης, κοντά στη Συναγωγή. Το κορίτσι, όπως γρήγορα αποδείχθηκε, ονομαζόταν Ρουμπίνα και ήταν κόρη του εβραίου ράφτη Βήτα Σάρδη [2].
Ο εισαγγελέας εφετών Μπένσης, που ανέλαβε τη διαλεύκανση της υπόθεσης, έστρεψε όλη του την δραστηριότητα προς την εβραϊκή κοινότητα της πόλης. Κατέσχεσε τα βιβλία της Συναγωγής, ανέκρινε Εβραίους και πολύ σύντομα διέταξε τη σύλληψη υπόπτων, ξεκινώντας μάλιστα από τους γονείς του δολοφονηθέντος κοριτσιού.
Αυτές οι κινήσεις των επίσημων αρχών έπεισαν και τους πλέον διστακτικούς ότι κάτι το πολύ σκοτεινό βρισκόταν πίσω από τον φρικτό θάνατο, κάτι που εκπορευόταν από το εσωτερικό της εβραϊκής κοινότητας. Το έναυσμα για την εκδήλωση αντισημιτικών ταραχών δόθηκε έτσι με τον πιο επίσημο τρόπο. Παρά τις διαμαρτυρίες και τις διαβεβαιώσεις του αρχιραβίνου της Κέρκυρας, αλλά και του νομάρχη, πλήθος ιστορίες κυκλοφόρησαν στην πόλη. Στην τελική τους εκδοχή, το κορίτσι παρουσιαζόταν ως χριστιανή κόρη την οποία ο δήθεν πατέρας της έκλεψε ή αγόρασε, ίσως στα Γιάννενα, ώστε να τη διαθέσει στις εβραϊκές ανθρωποθυσίες.
Πλήθη Κερκυραίων συγκεντρώθηκαν πάραυτα, σε κατάσταση υστερίας.
Αλίμονο στους Εβραίους που δεν πρόλαβαν να κλειστούν στα σπίτια τους. Λιθοβολισμοί, κακοποιήσεις, πυρπολήσεις, καταστροφές και λεηλασίες καταστημάτων, επιθέσεις κατά οικιών.
Τίποτε επίσημο και συγκεκριμένο όμως δεν μπορούσε να μαθευτεί. Οι αρχές επέβαλαν συσκότιση στις περί τα γεγονότα ειδήσεις και απαγόρευσαν την αποστολή τηλεγραφημάτων [3].
Στρατιωτικές δυνάμεις απέκλεισαν την Εβραϊκή συνοικία για περισσότερο από έναν μήνα, και μάλιστα τόσο αποτελεσματικά, ώστε λιμός έπληξε τους αποκλεισμένους.
Τα γεγονότα εξαπλώθηκαν και στα άλλα νησιά των Ιονίων. Στην Λευκάδα, οι αρχές έκλεισαν τον εβραϊκό πληθυσμό στο Φρούριο, κάτω από άθλιες συνθήκες, για να τον προστατεύσουν.
Στη Ζάκυνθο τα γεγονότα πήραν αγριότερες διαστάσεις καθώς ευθύς εξαρχής χρησιμοποιήθηκαν πυροβόλα όπλα [4].
Τα γεγονότα είχαν στο μεταξύ προκαλέσει διεθνή συγκίνηση και, εκτός από τη δυσαρέσκεια της αυτοκράτειρας της Αυστρίας και τη φιλεύσπλαχνη άφιξη στο νησί της πρώην αυτοκράτειρας της Γαλλίας, Ευγενίας, η ελληνική κυβέρνηση είχε να αντιμετωπίσει τη διεθνή επέμβαση, διπλωματική ακόμα και στρατιωτική. Πολεμικά σκάφη της Ιταλίας, της Αγγλίας και της Γαλλίας κατέπλευσαν στην Κέρκυρα ενώ εξετάστηκε πολύ σοβαρά η απόβαση αγημάτων [5].


Γκραβούρα της Κέρκυρας

***
Τα δύο παραπάνω γεγονότα (δύο από τα αναρίθμητα στην ιστορία της ανθρωπότητας) αποτελούν τον ορισμό του πογκρόμ [6].
Η συνταγή γνωστή: επιστρατεύονται οι φοβικές και μισαλλόδοξες ψυχώσεις του όχλου, εφευρίσκεται/κατασκευάζεται η αφορμή (η φήμη περί έκρηξης βόμβας στο σπίτι του Κεμάλ και αντίστοιχα η φήμη περί της κλοπής του κοριτσιού ώστε να χρησιμοποιηθεί ως θύμα σε εβραϊκή ανθρωποθυσία), οργανώνεται η συνάθροιση του μαινόμενου πλήθους, ένας πύρινος λόγος από κάποιον ταγό, ένα σύνθημα, ένα νεύμα, δάδες και όπλα στα χέρια, ουρλιαχτά , και τα αποτελέσματα δεν μπορεί να τα συλλάβει ο νους του ανθρώπου. H νύχτα του Αγίου Βαρθολομαίου δεν τελειώνει ποτέ…
Η διαφορά στα δύο στιγμιότυπα είναι ότι τα Σεπτεμβριανά καταλαμβάνουν μεγάλο όγκο και σπουδαιότητα στην επίσημη ελληνική ιστοριογραφία, ενώ τα γεγονότα των Επτανήσων του 1891 είναι «κάτω από το χαλί». Κάποιοι νομίζουν ότι η εμφύσηση στους πολίτες μιας αγνής και αμόλυντης εικόνας για την χώρα τους βοηθά στην αυτογνωσία και στην ορθή συμπεριφορά των πολιτών…
Φυσικά ούτε οι Τούρκοι διδάσκουν τα «Σεπτεμβριανά» στα σχολεία τους- ή τα διδάσκουν όπως τους βολεύει, και το Ισραήλ κρύβει -ή όταν δεν μπορεί, δικαιολογεί τα καθημερινά του εγκλήματα εναντίον των Παλαιστινίων…
Οι θύτες και τα θύματα εναλλάσσονται σε αυτό το μακάβριο παιχνίδι της μισαλλοδοξίας, του φανατισμού και της απανθρωπιάς, ακόμη και σήμερα, σε πολλές γωνιές του κόσμου.
Στη χώρα μας-ευτυχώς, με την εξαίρεση κάποιων περιθωριακών κοινωνικών ομάδων (χρυσαυγίτες, αναρχικοί, χούλιγκανς) αυτές οι πρακτικές είναι απορριπτέες από όλη την κοινωνία.
Ποιο είναι το καύσιμο που μπαίνει στη μηχανή του όχλου;
Τι είναι αυτό που μετατρέπει έναν πολίτη σε μέλος μιας αγέλης που επιτίθεται;
Ο φανατισμός, η μισαλλοδοξία και το μίσος για τον «Άλλον».
Το μίσος που διδάσκεται από την οικογένεια, από το σχολείο, από τους παπάδες, και έτσι ο μέσος πολίτης των Βαλκανίων –και όχι μόνο- μαθαίνει να μισεί, μαθαίνει στα προβλήματά του να βρίσκει ενόχους και όχι λύσεις.
Οι πολιτικές ιδεολογίες στις ακραίες τους μορφές και η θρησκοληψία είναι οι μέντορες του φανατισμένου ανθρώπου.
Ο φανατισμένος άνθρωπος δεν δίνει το δικαίωμα στην ύπαρξη της άλλης γνώμης. Όταν υπάρξει άλλη γνώμη, τότε οι απαντήσεις είναι «έτοιμες».
Γράφει ο Θανάσης Τριαρίδης:
«Όποτε κάνω κριτική στις θρησκείες ή στην εκκλησία, γίνομαι «Αντίχριστος», όποτε μιλάω για τα εγκλήματα των Ελλήνων γίνομαι «ανθέλληνας», όποτε κάνω λόγο για τα εγκλήματα του κομμουνισμού μεταβάλλομαι σε «φασίστα» [7].
Και –για να συνεχίσω πάνω στην ίδια σκέψη- όποιος μιλάει για τις διώξεις και τον ρατσισμό που βίωσαν οι έλληνες της Αλβανίας από τον Χότζα, οι Ρωμηοί [8] της Πόλης από το εθνικιστικό τουρκικό κράτος, οι έλληνες της Ε.Σ.Σ.Δ. από τον Στάλιν, χαρακτηρίζεται από τους «προοδευτικούς» ως εθνικιστής!
Οι υπεραπλουστεύσεις, οι απλοϊκές κρίσεις (γιατί η συνωμοσιολογία του ΚΚΕ σχετικά με τον ρόλο των Αμερικανών είναι λιγότερο γελοία από την συνωμοσιολογία του ΛΑΟΣ;) και οι κατατάξεις σε μορφή άσπρου-μαύρου (τις έζησα προσωπικά στο θέμα των Τσάμηδων, όπου κατηγορήθηκα ότι αφού δεν πήρα από... υποχρέωση το μέρος των ελλήνων σημαίνει ότι ήμουν με το μέρος των …Τσάμηδων!) είναι η πηγή κάθε μορφής φασισμού και ρατσισμού.
Μια ανοιχτή κοινωνία στην πράξη, οφείλει να είναι ανεκτική στο διαφορετικό, όπως αυτό κι αν προσδιορίζεται: στις πολιτικές πεποιθήσεις, στις σεξουαλικές προτιμήσεις, στη θρησκεία, στο χρώμα του δέρματος, στη γλώσσα.
Μία Δημοκρατία είναι αληθινή όταν δίνει λόγο ακόμη και στους εχθρούς της, όταν δεν αποκλείει κανέναν από την κοινωνική ανέλιξη με πρόσχημα κάποια ιδιότητα ή χαρακτηριστικό που δεν συνάδει με αυτά της πλειονότητας.
Είμαστε υπερήφανοι που συμπατριώτες μας είναι βουλευτές και υπουργοί σε άλλες χώρες, αλλά δεν συζητάμε καν το ενδεχόμενο να αποκτήσουν οι μετανάστες στη χώρα μας το δικαίωμα στο «εκλέγειν» και στο «εκλέγεσθαι».
Η ανοχή, η ενσυναίσθηση, η έλλειψη εθνοκεντρικής θεώρησης των πάντων, η αγάπη για τον άνθρωπο, είναι τα κύρια χαρακτηριστικά της ανοιχτής κοινωνίας.

doctor

______________________________________________________________
­­­­­­­
[1] «Οι Ρωμηοί της Πόλης», εκδόσεις Εστία, σελ.43. Συγγραφείς του βιβλίου είναι η Μερόπη Αναστασιάδου και ο Πωλ Ντυμόν.
Η Μερόπη Αναστασιάδου γεννήθηκε το 1964 στην Θεσσαλονίκη. Είναι νομικός και ιστορικός, ερευνήτρια του Εθνικού Κέντρου Επιστημονικής Έρευνας της Γαλλίας στο τμήμα Τουρκικών και Οθωμανικών Σπουδών. Ο Πωλ Ντυμόν γεννήθηκε το 1945 στην Βηρυτό. Είναι ιστορικός, καθηγητής τουρκικής γλώσσας, λογοτεχνίας και ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Στρασβούργου.

[2] Ο πατέρας του είχε δηλώσει την εξαφάνιση στην Αστυνομία και είχε προσλάβει κήρυκα (ντελάλη), υποσχόμενος αμοιβή σε όποιον βοηθούσε τις έρευνες για την ανεύρεσή του. Τα στοιχεία της υπόθεσης, το θρήσκευμα του δολοφονημένου παιδιού και η απελπισμένη αναζήτησή του από τον πατέρα άφησαν αδιάφορη την κοινή γνώμη και τις αρχές της πόλης. Γι’αυτούς, το έγκλημα ήταν οπωσδήποτε εβραϊκή πλεκτάνη…(«Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες», του Γ.Μαργαρίτη, Καθηγητή Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ,σελ.33-34).

[3] Τα του φόνου δημοσιεύτηκαν με κάθε λεπτομέρεια στις Αθηναϊκές εφημερίδες σε καθημερινή βάση, με πολλές μάλιστα ανατριχιαστικές εκδοχές, βλ. λ.χ. τα φύλλα «Εφημερίδος» και των «Καιρών» από τις 3 Απριλίου και μετά. Αντίθετα, οι μετέπειτα εξελίξεις αποδόθηκαν με μεγάλη καθυστέρηση και με πολύ λιγότερες λεπτομέρειες, καθώς επιβλήθηκε τηλεγραφική και ταχυδρομική λογοκρισία, στην προσπάθεια να διαφυλαχθεί το κύρος του κράτους. Ο αριθμός των νεκρών εβραίων, λ.χ. είναι άγνωστος.(ο.π. υποσημείωση 10, σελ.34).

[4] Οι μικρές στρατιωτικές δυνάμεις που υπήρχαν στα νησιά αποδείχθηκαν ανεπαρκείς για να προλάβουν ή να καταστείλουν τις ταραχές, γεγονός που οδήγησε στην αποστολή στρατιωτικών ενισχύσεων από την Πελοπόννησο, και την Αθήνα. Στο τέλος Απριλίου μεταφέρθηκαν στην Κέρκυρα μονάδες πυροβολικού και ισχυρή ναυτική μοίρα. (ο.π. σελ. 36).


[5] Οι διπλωματικές πιέσεις προς την ελληνική κυβέρνηση πήραν μορφή τελεσιγράφου από τις αρχές Μαΐου. Στο τέλος του πρώτου δεκαημέρου του ίδιου μήνα, αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά και αυστριακά πολεμικά πλοία εστάλησαν στην Κέρκυρα. Η κατάσταση, στο μεταξύ, άγγιζε την τραγωδία: «Από της 4ης Απριλίου διατελεί η εβραϊκή συνοικία εν στενώ αποκλεισμώ. Πολλοί Εβραίοι αναγκάζονταν να επαιτώσιν όπως αγοράσωσιν ολίγον άρτον διά τας οικογενείας των. Αν ο αποκλεισμός παραταθή επί τινας ημέρα, ότε ο καύσων θα κατασταθή μάλλον επαισθητός, βέβαιον είναι ότι η δημόσια υγεία σπουδαίον διατρέχει κίνδυνον επειδή δεν είναι απίθανον να αναπτυχθή εν τη Ισραηλιτική συνοικία επιδημική τις νόσος, αφού οι κάτοικοι ταύτης αναγκάζονται να μένωσι κεκλεισμένοι εις τα πυκνότατα κατωκημένας οικίας των εν αις συνεσωρεύθησαν και πάντες οι εκτός της εβραϊκής κατοικούντες Ισραηλίται, ούτως ώστε εν περιωρισμένω χώρω είνε εγκεκλεισμένοι εξακισχίλιοι (6.000) άνθρωποι!» («Εφημερίς», 5 Μαΐου 1891).

[6] Πογκρόμ: (το) ακλ.ουσ. [λ.ρωσική] κίνηση για την εξόντωση των Εβραίων στην τσαρική Ρωσία // (γεν.) εξοντωτικός διωγμός («Ελληνικό Λεξικό», Τεγόπουλος-Φυτράκης, Ζ’ έκδοση,σελ.616).

[7] Θανάσης Τριαρίδης, «Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα», εκδ. «Τυπωθήτω», σελ. 346.

[8] Το πρόβλημα της ονομασίας των ελληνόφωνων χριστιανών της Πόλης (ρουμ ορντοντόξ για το τουρκικό κράτος) δημιουργείται όταν η πλειονότητα των κατοίκων της Ελλάδος θεωρεί ότι η ονομασία «ρωμηοί» είναι υποτιμητική ή τέλος πάντων δεν συνάδει με την σφυρηλάτηση της «εθνικής ουσίας» από τον Παπαρρηγόπουλο και μετά. Στο προεισαγωγικό σημείωμα των συγγραφέων του βιβλίου «οι Ρωμηοί της Πόλης» και μάλιστα από την πρώτη παράγραφο γίνεται η αποσαφήνιση του όρου: «Όταν τελειώναμε τη μελέτη αυτή, λίγες μέρες πριν στείλουμε το χειρόγραφο στον εκδότη, καταληφθήκαμε ξαφνικά από αμηχανία. Αναρωτηθήκαμε αν είχαμε δίκαιο που χρησιμοποιήσαμε συστηματικά τη λέξη «Ρωμηοί», για να ονομάσουμε τους Έλληνες της Πόλης. Ζητήσαμε λοιπόν τη γνώμη ενός από τους κύριους Πολίτες συνομιλητές μας. Απάντηση: «Έτσι λέμε κι εμείς. Αυτό είναι το σωστό». Ως υπενθύμιση εξάλλου αυτής της καταγωγής, ορθρογραφούνται στο κείμενο αυτό όχι με γιώτα (Ρωμιοί), όπως προτείνεται σε αρκετά σύγχρονα λεξικά της νεοελληνικής γλώσσας, αλλά με ήτα (Ρωμηοί), έτσι ώστε να είναι ακόμη σαφέστερη η μεταλλαγή του διψήφου μακρού φωνήεντος άλφα-γιώτα (αι) στο επίσης μακρό ήτα» («Οι Ρωμηοί της Πόλης, σελ.9).

Τρίτη, 11 Μαρτίου 2008

Απ' τη Βρετάνη έρχομαι...


General de Gaulle speaking on the BBC during the war.

Επειδή το τελευταίο διάστημα αναπαράγεται (άκριτα) ένας ακόμη εθνικιστικός urban legend, και για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας, παραθέτω αρχικά ένα πολύ ωραίο άρθρο του Πάσχου Μανδραβέλη από την Καθημερινή, για να δείτε περί τίνος πρόκειται:

"Ενας από τους μύθους που ευρέως κυκλοφορούν έχει να κάνει με τη μετονομασία της Μεγάλης Βρετανίας σε «Ηνωμένο Βασίλειο», προκειμένου να καμφθούν οι αντιρρήσεις της Γαλλίας, όταν η Βρετανία ήταν να μπει στην ΕΟΚ.
Τον μετέφερε αυτούσιο στον δημόσιο διάλογο ο κ. Γιώργος Καρατζαφέρης. Βγαίνοντας από τη συνάντησή του με την υπουργό Εξωτερικών κ. Ντόρα Μπακογιάννη, ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ δήλωσε, μεταξύ άλλων, τα εξής:
«Ο Ντε Γκωλ από τη δική του την πλευρά επέβαλε στην αυτοκρατορία της Μ. Βρετανίας να μπει στην Ευρώπη με το όνομα Ηνωμένο Βασίλειο, επειδή είχε και αυτός τη Γαλλική Βρετάνη. Εάν έχεις δίκιο επιμένεις, εάν αισθάνεσαι ότι έχεις άδικο τότε κάνεις τη μία υποχώρηση μετά την άλλη».
Αρες, μάρες, κουκουνάρες, που λέγαμε μικροί.
Η Μεγάλη Βρετανία είναι μέρος της χώρας που ονομάζεται «Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας». Το όνομα υπάρχει από πολύ παλιά, πριν καν υπάρξει ΕΟΚ.
Το «Ηνωμένο Βασίλειο» υπάρχει από το 1801 όταν ενώθηκε η Μεγάλη Βρετανία με την Ιρλανδία. Τότε το όνομα ήταν «Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Ιρλανδίας», για να αλλάξει μια τελευταία φορά το 1920, όταν μετά την επανάσταση των Ιρλανδών έγινε ανεξάρτητη χώρα η Ιρλανδία.
Εκτοτε το όνομα της χώρας είναι «Ηνωμένο Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας» και δεν έχει καμιά σχέση ούτε με τα βέτο του Ντε Γκωλ ούτε με τη γαλλική Βρετάνη.
Η αντίθεση της Γαλλίας του Ντε Γκωλ για είσοδο του «Ηνωμένου Βασιλείου» υπήρξε, αλλά για άλλους πολύ πρακτικούς λόγους που είχαν να κάνουν με την Κοινή Αγροτική Πολιτική, τον συσχετισμό δυνάμεων μέσα στην τότε ΕΟΚ, και τους φόβους του στρατηγού για αμερικανική επιρροή στην Ευρώπη.
Βέβαια, ο πρόεδρος του ΛΑΟΣ έχει παράδοση στην επισημοποίηση οποιασδήποτε μπαρούφας κυκλοφορεί στους καφενέδες της χώρας.
Το 2001 με ερώτησή του στη Βουλή ζητούσε από την κυβέρνηση να τον πληροφορήσει αν «οι Εβραίοι είχαν ειδοποιηθεί και φύγει από τους δίδυμους πύργους λίγο πριν το χτύπημα των τρομοκρατών». Από το κανάλι του μπορεί κάποιος να ακούσει και από την εφημερίδα του μπορεί να διαβάσει κάθε είδος εθνικοπατριωτικής αρλούμπας.
Το ερώτημα, βέβαια, δεν είναι γιατί κυκλοφορούν τέτοιοι μύθοι. Στους καφενέδες της επικράτειας, αλλά και στο Διαδίκτυο, κυκλοφορούν πολλοί αντίστοιχοι. Αλλοι είναι φοβικοί, (όπως, για παράδειγμα, η δήλωση Κίσινγκερ για «την ελληνική γλώσσα που πρέπει να καταστραφεί για να πληγεί η Ελλάδα»), και άλλοι κολακευτικοί (π.χ. ότι για δύο ψήφους στο πρώτο Κογκρέσο χάθηκε η ευκαιρία να είναι επίσημη γλώσσα των ΗΠΑ η ελληνική!).

Το ζήτημα -καθόλου κολακευτικό για τη χώρα και τον δημόσιο διάλογο- είναι πως αυτοί οι αστικοί μύθοι επισημοποιούνται από τους πολιτικούς. Δεν μπορεί ο υπουργός Παιδείας μιας σοβαρής χώρας να ξεπατικώνει μια ανοησία από το Ιnternet και να την εκφωνεί δημόσια, ούτε ο αρχηγός ενός κοινοβουλευτικού κόμματος να μεταφέρει στις δηλώσεις του όποια «αρλούμπα» του κατέβει ή του έχουν πει. Αποτελούν μέρος -ίσως το πιο γραφικό- της αναξιοπιστίας του πολιτικού λόγου. Αν οι πολιτικοί μας δεν μπορούν ούτε τα στοιχεία να εκφέρουν σωστά, πόση εμπιστοσύνη μπορούμε να έχουμε στις εκτιμήσεις και τις δυνατότητές τους; [1]

***



Αυτό που εκπλήσσει είναι η ευκολοπιστία των περισσοτέρων και κυρίως η ταχύτητα με την οποία εξαπλώνονται τέτοιου είδους μύθοι, ειδικά μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου.
Βέβαια η ανασκευή του ψεύτικου επιχειρήματος του αρχηγού του ΛΑΟΣ (ο οποίος δεν έχει πρόβλημα να "εκτίθεται" συνεχώς, αφού απευθύνεται σε πολίτες που δεν μπαίνουν στον κόπο να ψάξουν και να ψαχτούν) είναι σαν να παραβιάζει κανείς ανοιχτές πόρτες ή σαν να ... κλέβει εκκλησία...

Πάμε λοιπόν:

1) 1963: Στις 14 Ιανουαρίου ο πρόεδρος της Γαλλικής Δημοκρατίας στρατηγός Ντε Γκωλ εκφράζει τις επιφυλάξεις της Γαλλίας για την πολιτική διάθεση της Βρετανίας να αναγνωρίσει το «κοινοτικό κεκτημένο» αλλά και για το ενδεχόμενο η ΕΟΚ να απορροφηθεί από την Ατλαντική Κοινότητα «υπό αμερικανική ηγεμονία» και αναγγέλλει ότι θα ασκήσει βέτο στην ένταξη της Βρετανίας στην ΕΟΚ.
Στις 29 Ιανουαρίου διακόπτονται μονομερώς οι διαπραγματεύσεις και με τις τέσσερις υποψήφιες χώρες. Παράλληλα, ο Αντενάουερ ανησυχεί από τις διμερείς σχέσεις Λονδίνου - Μόσχας και την προειδοποίηση του Ντε Γκωλ, σύμφωνα με την οποία οι Βρετανοί «θα πουλήσουν το Βερολίνο στους Σοβιετικούς», καθώς και από το ενδεχόμενο ανάπτυξης των γαλλοβρετανικών σχέσεων εις βάρος της Γερμανίας σε περίπτωση ένταξης της Βρετανίας στην ΕΟΚ. [...]

1967: [...] Στις 11 Μαΐου η Βρετανία υποβάλει εκ νέου αίτηση ένταξης στην ΕΟΚ με στόχο να βελτιώσει την ανησυχητική εξέλιξη της οικονομίας της και πολύ σύντομα την ακολουθούν η Ιρλανδία, η Δανία και η Νορβηγία.
Η Γαλλία εξακολουθεί να διατηρεί τις επιφυλάξεις της ως προς την ένταξη της Βρετανίας σε συνδυασμό πλέον και με την κατάσταση της οικονομίας της και με νέο βέτο «παγώνει» την έναρξη των διαπραγματεύσεων, χωρίς αυτό να σημαίνει και απόρριψη της βρετανικής αίτησης [2] .

2) Modern History Sourcebook: President Charles de Gaulle: Le Grand "Non": Britain's Proposed Entry Into The Common Market, May 16, 1967. Αν διαβάσετε το κείμενο (το παραθέτω στην υποσημείωση 3), δεν θα βρείτε ούτε μια αναφορά του De Gaulle σχετικά με τις ασυναρτησίες περί υποχρεωτικής μεταβολής της ονομασίας της Μεγάλης Βρετανίας σε ... Ηνωμένο Βασίλειο [3].

3) Σχετικά με την ιστορία του Ην.Βασιλείου και των "επωνυμιών" τουμπορείτε να δείτε: α) Αcts of Union 1707 και β) Act of Union 1800 [4].

4) Από το BBC: 1967: De Gaulle says 'non' to Britain - againThe French President, Charles de Gaulle, has for a second time said he will veto Britain's application to join the Common Market. He warned France's five partners in the European Economic Community (EEC) that if they tried to impose British membership on France it would result in the break-up of the community. All five - Belgium, the Netherlands, Luxembourg, Italy and Germany - have said they would support negotiations towards British membership. Only France remains opposed [5].

5) De Gaulle's courting of West Germany (culminating in the Franco-German Treaty of Cooperation of January 1963) offers a striking contrast to his vetoing of Britain's application for membership of the Common Market in 1962.
The topic of de Gaulle's relations with Britain provides both the Mémoires de guerre and the Mémoires d'espoir with one of their richest and most constant themes. His continual use of the term 'Anglo-Saxons' with reference to the British and the Americans betrays his fundamental attitude: Britain is inextricably linked to the United States, historically, culturally, linguistically, economically and politically. Hence Britain's cold-shouldering of the Common Market when it was formed. Both history and geography, two other favourite themes of the author of the Mémoires, are invoked to justify his conviction that Britain has never favoured any form of European union, with or without her own participation:
How can one be surprised that Britain is fundamentally opposed to this enterprise, knowing that on account of her geography, and consequently on account of her politics, she has never accepted either that the Continent should unite or that she should join it? One could even say that in a way, Europe's last eight centuries of history are encapsulated by this observation. (Mémoires d'espoir, p.203) [6].

Όσο για την "Βρετάνη" που θέλησε -σύμφωνα με τον αρχηγό του ΛΑΟΣ- να διασφαλίσει ο Ντε Γκωλ και κατά πόσο "γαλλική" είναι:

Brittany (in Breton: Breizh pronounced [bʁejs]; in French: Bretagne, [bʁətaɲ] (help·info); Gallo: Bertaèyn) is a former independent kingdom and duchy, and a province of France. It is also, more generally, the name of the cultural area whose limits correspond to the old province and independent duchy. Brittany is one of the six Celtic nations. It was at one time called "Lesser Britain" [7].

Και όσο ψάχνει κανείς, τόσο περίτρανα αποδεικνύεται η ένδεια και η ρηχότητα του εθνικιστικού λόγου που δεν διστάζει να καταφεύγει σε πλήθος ιδεοληψιών, ιστορικών κατασκευών και άκριτης υιοθέτησης της κάθε αρλούμπας και σαχλαμάρας που κυκλοφορεί στην "πιάτσα". Βέβαια σε αυτούς που απευθύνεται ο εθνικιστικός λόγος, αυτά "πιάνουν" διότι οι αποδέκτες είναι απλοί δέκτες και φερέφωνα και όταν αυτά που πιστεύουν συγκρούονται με την πραγματικότητα, τότε τόσο το χειρότερο για την ...πραγματικότητα...

doctor
_________________________________________

[1] "Καθημερινή", 26/2/2008: http://www.medium.gr/articles/120403393654826.shtml
[2] "Το ΒΗΜΑ" , 31/12/2000 , Σελ.: D24, Κωδικός άρθρου: B13156D241ID: 231396 http://www.tovima.gr/print_article.php?e=B&f=13156&m=D24&aa=1
[3] Source:Remarks, made by President Charles de Gaulle at his fifteenth press conference on May 16, 1967, were made available through the courtesy of the French Press and Information Service, New York.http://www.fordham.edu/halsall/mod/1967-degaulle-non-uk.html
[4] Πηγή: Wikipedia, τα links παρατίθενται εντός των πράξεων "acts of union 1707" και της πράξης "act of union 1800".
[5] BBC NEWS: http://news.bbc.co.uk/onthisday/hi/dates/stories/november/27/newsid_4187000/4187714.stm [6] http://www.intellectbooks.com/europa/number1/pedley.htm
[7] http://en.wikipedia.org/wiki/Brittany

Δευτέρα, 3 Μαρτίου 2008

Τσάμηδες


Προπαγανδιστικός χάρτης των
Αλβανών εθνικιστών

Αφορμή του σημερινού ποστ υπήρξε η κατακραυγή της κοινής γνώμης, των ΜΜΕ, (αλλά και πολλών συμμετεχόντων) προς τους καθηγητές της Παντείου σε εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στις 21/2/2008 στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και όπου συνέβησαν ντροπιαστικά πράγματα προς τους καθηγητές Πανεπιστημίου από υπερπατριώτες.



Η επίσημη ελληνική εκδοχή των όσων συνέβησαν με τους Τσάμηδες είναι μεροληπτική, όπως επίσης είναι μεροληπτική και στην Αλβανία (υπέρ των Τσάμηδων φυσικά).
Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, η περιοχή της Τσαμουριάς περιήλθε στην Ελλάδα. Στους Τσάμηδες (ή Τσιάμηδες) αναγνωρίστηκαν δικαιώματα έλληνα πολίτη. Γι’αυτό και αντέδρασαν στην προσπάθεια Ιταλίας και Αυστρίας που ήθελαν την υπαγωγή τους στο αρτισύστατο κράτος της Αλβανίας. Μια φράση από το Υπόμνημα που υπέβαλαν οι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας στην Διεθνή Επιτροπή Ελέγχου στις 6/11/1913 είναι ενδεικτική:
«Θα συμπολεμήσουμε με τα αδέρφια μας τους Χριστιανούς, μέχρις εσχάτων, για ν’αποκρούσομε το ζυγό του αλβανικού κράτους και να διατηρήσουμε την ελευθεριά μας στην αγκαλιά της μητέρας μας Ελλάδας…».
Η Ελλάς παύει σιγά-σιγά να θεωρείται «μητέρα» από τη στιγμή που το ελληνικό κράτος απαλλοτρίωσε τα τσιφλίκια των ισχυρών τσιάμηδων και τα διένειμε στους ακτήμονες. Από τη δυσαρέσκεια αυτή επωφελήθηκαν οι Ιταλοί που με επιδέξια προπαγάνδα κατόρθωσαν να «πείσουν» τους Τσιάμηδες ότι δεν είναι Τούρκοι, όπως πίστευαν, αλλά Αλβανοί! Δηλαδή η αλβανοποίηση των Τσιάμηδων συντελείται εντός 10 περίπου ετών (1913-1925) [1].

Για την εκδίωξη των Τσάμηδων από την Θεσπρωτία στην Αλβανία υπάρχουν δύο εκδοχές:

1) Για τους Τσάμηδες (αλλά και για την Αλβανία), η μειονότητα καταστράφηκε μέσα σε ένα πλαίσιο που το συνθέτουν οι μεθοδικοί διωγμοί εκ μέρους των τότε ελληνικών κυβερνήσεων και κρατικών αρχών καθώς και οι τρομερές αγριότητες από Έλληνες εθνικιστές, σε βάρος των μελών της, στο τέλος της Κατοχής [2].
2) Για τους έλληνες, η καταστροφή της μειονότητας ήταν περίπου επιβεβλημένη, καθώς τα μέλη της, εκτός από αμετανόητοι και φανατικοί ανθέλληνες, ήταν, σε εκπληκτικό ποσοστό, απλώς εγκληματικές φυσιογνωμίες [3].

Η σημερινή επίσημη ελληνική-εθνοκεντρική θέση συνοψίζεται ως εξής: «Στη διάρκεια της ιταλικής επίθεσης και κατά τους χρόνους της ιταλικής κατοχής, ο ρόλος των Τσάμηδων ήταν εγκληματικός. Πολέμησαν στο πλευρό των Ιταλών, κατέλυσαν τις ελληνικές αρχές, οργάνωσαν μονάδες τρομοκρατικής δράσης εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού, ευθύνονται για την εκτέλεση 49 επιφανών κατοίκων της Παραμυθιάς και για την εκτέλεση του νομάρχη Βασιλάκου και γι’αυτό αντιμετώπισαν την μήνιν των αντιστασιακών οργανώσεων της περιοχής. Στη διάρκεια της γερμανικής φυγής, οι Τσάμηδες υπό το βάρος της ενοχής και υπό το κράτος της απειλής, εγκατέλειψαν, περίπου 18.000, την Ελλάδα και μέσω Κονισπόλεως έφθασαν στην Αλβανία, όπου έγιναν στηρίγματα του Χοτζικού και των μεταγενέστερων καθεστώτων [4].

Μια προσεκτική όμως μελέτη των πολλών ντοκουμέντων της εποχής, αποδεικνύει ότι η παραπάνω θέση του Καργάκου είναι απλώς μια εθνοκεντρική θεώρηση των γεγονότων, πλήρως εναρμονισμένη με την «επίσημη» ελληνική θέση.

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή.
Για πολλούς αιώνες η συγκατοίκηση των Τσάμηδων με τους γύρω χριστιανικούς πληθυσμούς δεν αποτελούσε ιδιαίτερο πρόβλημα στο πλαίσιο της πολυθρησκευτικής και πολυεθνικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι προστριβές ανάμεσα σε χωριά και σε κοινότητες δεν έλειπαν, χωρίς όμως να πάρουν τον χαρακτήρα μείζονος και αδιεξόδου προβλήματος. Στη διάρκεια των πολέμων του 1912-1913 το γυαλί άρχισε να ραγίζει [5].
Στα 1923 και 1926, η παρουσία των Τσάμηδων και το ζήτημα της περαιτέρω τύχης τους, προκάλεσαν ατέρμονες συζητήσεις. Ως μουσουλμάνοι μπορούσαν να θεωρηθούν Τούρκοι, άρα ανταλλάξιμοι [6], και να μεταφερθούν στην Μικρά Ασία. Οι ίδιοι διαμαρτυρήθηκαν έντονα τότε και κατέφυγαν σε επιτροπές της Κοινωνίας των Εθνών και στη διεθνή διπλωματία για να αποφύγουν τον ξεριζωμό, ζητώντας ουσιαστικά να θεωρηθούν αλλόθρησκοι έλληνες[7].
Τελικά κέρδισαν την υπόθεση, μάλλον επειδή η τουρκική κυβέρνηση αρνήθηκε πεισματικά να τους δεχτεί [8].
Μεγάλο ρόλο έπαιξε και η Ιταλία του Μουσολίνι, της οποίας θαυμαστής ήταν τότε ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος που επί των ημερών του αποφασίστηκε η εξαίρεση της ανταλλαγής των Τσάμηδων [9].
Την ίδια περίοδο, στα 1923 και 1924, έφθασαν στην περιοχή μερικές χιλιάδες πρόσφυγες, «ανταλλάξιμοι» χριστιανοί της Μικράς Ασίας δηλαδή, σταλμένοι εκεί από τις ελληνικές κυβερνητικές υπηρεσίες, με σκοπό να εντείνουν την πίεση προς τους Τσάμηδες και να τους υποχρεώσουν να αναχωρήσουν. Οι πρόσφυγες, με στήριγμα τη νομοθεσία περί υποχρεωτικών απαλλοτριώσεων, εγκαταστάθηκαν στα χωράφια των Τσάμηδων, ειδικά στις πλούσιες ζώνες της Ηγουμενίτσας, και, προπαντός του Φαναριού. Το πλάνο, εκτός από τη μοιρασιά των καλλιεργημένων χωραφιών, περιελάμβανε και τη μοιρασιά των κατοικιών. Αυτή η στενή, καταναγκαστική συγκατοίκηση με τους πρόσφυγες υπήρξε ιδιαίτερα επώδυνη για τους Τσάμηδες.
Στο πλαίσιο των πιέσεων που ασκούσε η ελληνική διοίκηση στους ντόπιους κατοίκους-προσπαθώντας να εκμαιεύσει αποτέλεσμα, φέρνοντας προ τετελεσμένων τους αρμόδιους διπλωματικούς κύκλους- εκδόθηκαν εντολές για άμεση μετακίνηση των Τσάμηδων από την περιοχή, και μάλιστα με σημείο συγκέντρωσης την παραλία. Εκεί οι συγκεντρωμένοι Τσάμηδες αναγκάζονταν να περιμένουν, ενίοτε για πολλές εβδομάδες, τα υποτιθέμενα πλοία που θα τους μετέφεραν στην Τουρκία. Εξυπακούεται ότι οι περιουσίες αυτών των ανθρώπων, αφήνονταν, εκείνο το διάστημα, έρμαιο στις διαθέσεις των προσφύγων ή των χριστιανών γειτόνων [10].




Πεπεισμένοι για την επικείμενη αναχώρησή τους, αρκετοί Τσάμηδες έσπευδαν να πωλήσουν στους χριστιανούς γείτονές τους γη, σπίτια και περιουσιακά στοιχεία που έτσι κι αλλιώς κινδύνευαν να τα χάσουν από τις απαλλοτριώσεις και τους υποχρεωτικούς, περί της αποκαταστάσεως των προσφύγων, νόμους. Είχαν έτσι την ελπίδα ότι θα εξασφάλιζαν ένα μικρό κομπόδεμα, το οποίο θα τους βοηθούσε στα νέα μέρη όπου περίμεναν να μεταφερθούν. Όλοι αυτοί, στη συνέχεια, όταν διευθετήθηκε το ζήτημα της παραμονής τους, βρέθηκαν χωρίς περιουσία και αναγκάστηκαν, για λόγους βιοπορισμού να εκπατριστούν, όχι προς την Τουρκία πλέον αλλά προς την γειτονική Αλβανία. Εκεί συναντούσαν «φυγόδικους», όσους δηλαδή είχαν αντιταχθεί στα μέτρα και για τον λόγο αυτό κατέληξαν «καταζητούμενοι» των αρχών, είτε όσους, από τους Βαλκανικούς Πολέμους και δώθε, είχαν κατηγορηθεί για ανθελληνική δράση. Έτσι λοιπόν, από πολύ νωρίς, δημιουργήθηκε στη γειτονική Αλβανία μια κοινότητα εκπατρισμένων Τσάμηδων που έφερε βαριά την αίσθηση της ταπείνωσης και της αδικίας [11].
Ο ταραγμένος διεθνής ορίζοντας στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1930-1940 και η επιβολή της δικτατορίας των Γεωργίου και Μεταξά δεν βοήθησαν προς την άμβλυνση των αντιθέσεων στην Θεσπρωτία. Εκτός από την Αλβανία, η Ιταλία του Μουσολίνι ενέταξε το ζήτημα της Τσαμουριάς στο διπλωματικό της οπλοστάσιο, ενθαρρύνοντας φασιστικού τύπου αλυτρωτικές κινήσεις στους χώρους των Τσάμηδων του εξωτερικού, εκείνων δηλαδή που είχαν καταφύγει στην Αλβανία ή την Ιταλία. Ταυτόχρονα, οι πιέσεις που ασκούσε το καθεστώς της 4ης Αυγούστου στις μειονότητες της χώρας, ειδικά σε αυτούς που θεωρούνταν «στρατηγική απειλή», έδιναν επιχειρήματα στον αλυτρωτισμό και όξυναν τις τοπικές εντάσεις. Ο νόμος του 1937 [12] που προέβλεπε υποχρεωτική απαλλοτρίωση για τις υπολειπόμενες αλβανικές περιουσίες στο όνομα του αναδασμού της γης, θεωρήθηκε έτσι ευθέως εχθρική κίνηση, εκ μέρους του ελληνικού κράτους, από τους εντός και εκτός συνόρων Τσάμηδες.
Η αίσθηση αυτή έγινε ακόμη πιο έντονη καθώς συνοδεύτηκε από προκλητικές καθυστερήσεις στην καταβολή των προβλεπομένων από τον ίδιο νόμο αποζημιώσεων, καθυστερήσεις που προστέθηκαν στα οφειλόμενα από προγενέστερες απαλλοτριώσεις [13].
Η στηριγμένη σε απερίγραπτες γραφειοκρατικές κωλυσιεργίες καθυστέρηση του ελληνικού κράτους στην καταβολή αποζημιώσεων για τις απαλλοτριωμένες περιουσίες τους πριν ή μετά το 1937, θεωρήθηκε, ακόμα και από έλληνες διοικητικούς παράγοντες, άδικη μεταχείριση και εύλογη πηγή δυσαρέσκειας και ταραχών [14].

Οι επαφές πολλών από τους Τσάμηδες με τη φασιστική Ιταλία χρονολογούνταν από τις αρχές της δεκαετίας του 1930. Μερικές από τις σημαντικές οικογένειες της περιοχής, απογοητευμένες από τη μικρή και ανίσχυρη Αλβανία και την αδυναμία της να τους προσφέρει ουσιαστική προστασία, είχαν στραφεί στην Ιταλία. Η δραστηριότητα των διάσημων αργότερα, στην περίοδο της Κατοχής, αδερφών Μαζάρ και Νουρή Ντίνο, χρονολογούνταν από τη δεκαετία του 1930, οπότε και μετέφεραν στα χωριά της μειονότητας απόψεις εθνικιστικές και ταυτόχρονα φασιστικές [15].

Η ιταλική απειλή, η οποία εκφράστηκε με άμεσο και συγκεκριμένο τρόπο από τον Απρίλιο του 1939 και την κατάληψη της Αλβανίας από ιταλικές στρατιωτικές δυνάμεις, οδήγησε την κυβέρνηση στην λήψη μέτρων ασφαλείας στην περιοχή. Εκτός από την πύκνωση των δυνάμεων του Στρατού και της Χωροφυλακής στις παραμεθόριες ζώνες, οι επιλεκτικές επιστρατεύσεις εφέδρων από τις ίδιες ζώνες, έθιξαν άμεσα τους Τσάμηδες.
Στην αύξηση των πιέσεων εναντίον τους, προστέθηκε η απομάκρυνση των ανδρών από την περιοχή, μέσω της διαδικασίας της επιστράτευσης.
Αυτή η κατάσταση, σε συνδυασμό με την «καχύποπτη» συμπεριφορά των στρατιωτικών αρχών απέναντι στους στρατευθέντες Τσάμηδες, προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις στους δεύτερους, αντιδράσεις που εκφράστηκαν με κύμα λιποταξιών και με έντονη τάση προς την ανυποταξία, τη μη παρουσίαση δηλαδή στα στρατολογικά γραφεία και τις μονάδες επιστράτευσης.
Οι κινήσεις αυτές έθεταν τους Τσάμηδες στρατιώτες ή στρατεύσιμους εκτός νόμου, ενώ συγχρόνως ενίσχυαν το κλίμα εχθρότητας και καχυποψίας που επικρατούσε εναντίον τους. Οι φυγόδικοι, οι λιποτάκτες και οι ανυπότακτοι Τσάμηδες, καταδιωκόμενοι από τις ελληνικές υπηρεσίες, κρύβονταν ή περνούσαν τα σύνορα.
Στην άλλη πλευρά των συνόρων συναντούσαν τις στρατολογικές πρωτοβουλίες της ιταλικής φασιστικής διοίκησης, η οποία, με υποσχέσεις «αλυτρωτισμού», συγκροτούσε τάγματα εθελοντών, πλαισιωμένων σε μεγάλο βαθμό από ξεριζωμένους, πρόσφατα ή παλαιότερα, Τσάμηδες.
Με τη σειρά τους, οι κινήσεις αυτές ενέτειναν την επαγρύπνηση των ελληνικών αρχών και σκλήρυναν τα μέτρα που έπαιρναν.
Οι εκτοπίσεις Τσάμηδων προς τα νησιά πολλαπλασιάστηκαν, με κύριο προορισμό την μακρινή Κρήτη, ενώ άρχισαν οι διώξεις και οι έρευνες στα σπίτια, σε αναζήτηση όπλων ή πρακτόρων του εχθρού. Ο τελευταίος κύκλος της βίας είχε αρχίσει.


Χάρτης του νομού Θεσπρωτίας

Η άφιξη στην Τσαμουριά, λίγο μετά την έναρξη του ελληνο-ιταλικού πολέμου, των ιταλικών στρατευμάτων, συνοδευόμενων από μονάδες Αλβανών εθελοντών στις οποίες πλειοψηφούσαν οι Τσάμηδες, προκάλεσε νέες ανατροπές.
Πολλοί πρόσφυγες ή φυγάδες από την περιοχή επέστρεψαν στον τόπο τους, διψώντας σε πολλές περιπτώσεις για αντεκδίκηση, ή έστω διεκδικώντας τα όσα είχαν χάσει. Ο θρίαμβός τους υπήρξε βραχύβιος.
Στα μέσα Νοεμβρίου του 1940 οι Ιταλοί υποχώρησαν και μαζί τους οι Τσάμηδες εθελοντές και όσοι είχαν εκτεθεί ιδιαίτερα στην υποδοχή των τελευταίων. Η δε επιστροφή των ελληνικών αρχών στην περιοχή κάθε άλλο παρά ήπια ήταν. Στρατιώτες και χωροφύλακες θεώρησαν ότι βρίσκονται σε εχθρικό έδαφος, απέναντι σε ανθρώπους που τους μαχαίρωσαν πισώπλατα στην αρχή του πολέμου [16].
Οι ελληνικές στρατιωτικές αρχές προέβησαν σε «επίσημες» δίκες και εκτελέσεις ενός αριθμού κατοίκων, μεταξύ των οποίων και ο μουφτής της Παραμυθιάς, ο οποίος είχε ευλογήσει τα εθελοντικά στρατεύματα. Επιπλέον, μερικές εκατοντάδες άνδρες εκτοπίστηκαν στην Χίο, τη Μυτιλήνη και την Κρήτη[17].




Στην αρχή της Κατοχής, οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Θεσπρωτίας ήταν γύρω στις είκοσι χιλιάδες [18]. Ο αριθμός των ενόπλων Τσάμηδων που έδρασαν στην Κατοχή (στις πολιτοφυλακές τους, σε γερμανική υπηρεσία ή στον ΕΛΑΣ) μπορεί να υπολογιστεί ανάμεσα στις 2.500-3.000.
Οι πρώτοι μήνες της Κατοχής υπήρξαν σχετικοί ήρεμοι στην περιοχή, συγκριτικά με τα όσα συνέβησαν τα προηγούμενα χρόνια.
Φυσικά, σε αυτό το διάστημα δραστηριοποιήθηκαν οι αλυτρωτικοί και φασιστικοί μηχανισμοί τόσο στα Τίρανα όσο και στην περιοχή, οι κινήσεις τους όμως παρέμεναν στο στάδιο των σχεδίων και των προθέσεων. Οι εκτοπισθέντες Τσάμηδες επέστρεψαν, όπως και οι λιποτάκτες, ανυπότακτοι και φυγόδικοι από την Αλβανία.
Οι αρχές όμως παρέμειναν ελληνικές (η έδρα της Νομαρχίας διατηρήθηκε στην Ηγουμενίτσα ως το 1943 οπότε και μεταφέρθηκε στην Παραμυθιά) και η Χωροφυλακή μπόρεσε να ενισχυθεί και με ντόπιους χριστιανούς εθελοντές, «χωροφύλακες άνευ θητείας».

Στη διάρκεια του 1941 οι αντεκδικήσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες παρέμειναν σχετικά περιορισμένες και φορούσαν κυρίως κτηματικές διαφορές ή κακοποιήσεις γυναικών στις δύσκολες ημέρες του ελληνο-ιταλικού πολέμου. Προοδευτικά αυξήθηκαν τα κρούσματα ληστειών, συχνά με θρησκευτικό περίβλημα. Επίσης, μερικές παλιές βεντέτες ξαναήλθαν στο φως [19].

Από την αρχή του 1942 αυτή η φαινομενική «ηρεμία» [20] άρχισε προοδευτικά να δοκιμάζεται.
Το πρώτο συμβάν που μετέβαλε ριζικά το κλίμα και μετέτρεψε τις «βεντέτες» και τις «διαφορές» σε μετωπική σύγκρουση των δύο κοινοτήτων προήλθε παραδόξως από στελέχη της ελληνικής διοίκησης, της Χωροφυλακής. Στις 12/1/1942, στο κέντρο της Παραμυθιάς, ο ανθυπασπιστής της Χωροφυλακής Ηλίας Νίκου, Διοικητής του τοπικού σταθμού, μαζί με έναν σύντροφό του, δολοφόνησε δύο από τους πιο σημαντικούς παράγοντες των Τσάμηδων στην περιοχή, τον κτηματία Τεφήκ Κεμάλ και τον γιατρό Αχμέτ Κασήμ.
Οι Τσάμηδες βέβαια απέδωσαν την ευθύνη για τη δολοφονία σε σχέδιο των ελληνικών αρχών της Θεσπρωτίας και έναν μήνα αργότερα δολοφόνησαν, εις ένδειξη αντιποίνων, τον Νομάρχη Θεσπρωτίας Γεώργιο Βασιλάκο [21].

Η ρήξη στην κορυφή πολλαπλασίασε τις συγκρούσεις στη βάση. Καθώς το κύρος του ελληνικού κρατικού μηχανισμού ως παράγοντα ευταξίας και ισονομίας κατέρρευσε, τα πάντα μπορούσαν να συμβούν. Οι διεκδικούμενες περιουσίες έγιναν πλέον αντικείμενο αιματηρών αντιπαραθέσεων.
Η προοδευτική δημιουργία μεγάλου αριθμού φυγοδίκων, εξαιτίας των αμοιβαίων βιαιοτήτων, δημιούργησε ισχυρές συμμορίες στην ύπαιθρο, οι οποίες, με τη σειρά τους, μεθόδευσαν τις συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο κοινότητες [22].

Τον Δεκέμβριο του 1942, ο Έλληνας Νομάρχης Θεσπρωτίας, Κ.Κοντογιάννης, σε έκθεσή του προς τη Γενική Διοίκηση Ηπείρου περιέγραφε τις προσπάθειές του για την ειρήνευση της περιοχής, καθώς οι διαρκείς συγκρούσεις και διαμάχες μεταξύ χριστιανών και μουσουλμάνων την είχαν μεταβάλει σε κόλαση, ειδικά μετά την δολοφονία από τους χριστιανούς ενός επιφανούς μουσουλμάνου, του Γιασίν Σαντίκ.
Η έκθεση του Νομάρχη αντικατοπτρίζει το κλίμα της εποχής και αν την διαβάσει κανείς ( παραθέτω χαρακτηριστικά της αποσπάσματα στην υποσημείωση 23) θα δει ότι ο Νομάρχης θεωρεί αυτούς που σκότωσαν τον Σαντίκ ως δολοφόνους και δυναμιτιστές ενός καλού κλίματος που είχε αρχίσει να διαφαίνεται [23].
Από το καλοκαίρι του 1942, οι ιταλικές δυνάμεις είχαν αρχίσει να χρησιμοποιούν Τσάμηδες ένστολους ως βοηθητική Χωροφυλακή στην προσπάθειά τους να εντοπίσουν χριστιανούς φυγόδικους ή να καταδιώξουν χριστιανικές συμμορίες.
Η κίνηση αυτή έδωσε για πρώτη φορά στοιχεία «κρατικής οργάνωσης» στους μουσουλμάνους της Θεσπρωτίας, δικαιώματα δηλαδή στους ένοπλους μηχανισμούς καταστολής, έξω από τους οποίους τους κρατούσε, με πεισματική ευλάβεια, το ελληνικό κράτος.
Από την άλλη πλευρά, στους χριστιανούς, τη θέση του ολοένα και πιο αδύναμου ελληνικού κράτους πήρε σταδιακά η οργάνωση του ΕΔΕΣ, τροφοδοτούμενη από τους φυγόδικους και τα μέλη των συμμοριών που είχαν δημιουργηθεί την προηγούμενη έκρυθμη περίοδο. Εξυπακούεται ότι οι προθέσεις του ΕΔΕΣ στερούνταν οποιασδήποτε διάθεσης εξισορρόπησης και κατευνασμού καταστάσεων καθώς μάλιστα τις τροφοδοτούσε ακριβώς η ένταση, τα πάθη, ο φόβος και η διάθεση για εκδίκηση
Απέναντι στην νέα απειλή δεν υπήρχαν πολλά περιθώρια ελιγμών για τους Τσάμηδες, μετριοποθείς ή μη. Η ενίσχυση των ενόπλων σωμάτων τους μετά το καλοκαίρι του 1943 και η ένταξή τους στο γερμανικό πλέον πλέγμα ασφαλείας ήταν, στην τότε συγκυρία, περίπου μονόδρομος [24].
Παρόμοια φαινόμενα είχαμε πολλά στην Eυρώπη του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Σχεδόν παντού. Στην Eλλάδα είχαμε επίσης το αυτονομιστικό κίνημα των βλαχοφώνων υπό τον Διαμάντη και Mατούση, όπου όμως οι «κεφαλές» των Bλάχων, με πρώτο τον Eυ. Aβέρωφ, αντιστάθηκαν σθεναρά και αποφασιστικά.
Στο Kόσοβο, οι αλβανόφωνοι με κοινωνική οργάνωση παρόμοια με των Tσάμηδων, υποδέχθηκαν επίσης τους Γερμανούς κατακτητές ως «απελευθερωτές» από τη σερβική καταδυνάστευση και συνεργάστηκαν ευρύτατα και στενότατα μαζί τους.
Tα ίδια πάνω κάτω φαινόμενα παρατηρήθηκαν στην Oυκρανία, στη Λευκορωσία, στους Kοζάκους του Nτον και σε πολλά άλλα μέρη, όπου η εθνική καταπίεση ήταν τόσο γενικευμένη ώστε οι καταπιεζόμενες εθνότητες να διεκδικούν το δικαίωμα να επιλέγουν τον καταπιεστή τους [25].
Το 1943 ήταν μια χρονιά γενικευμένης σύγκρουσης. Δύο γεγονότα σφράγισαν την περίοδο αυτή και αποτέλεσαν σημείο αναφοράς, και άλλοθι, για τα όσα επακολούθησαν το 1944: η καταστροφή του Φαναριού και η εκτέλεση των 49 προκρίτων της Παραμυθιάς.
Στις 27/7/1943, 800 Τσάμηδες υπό την αρχηγία τω αδερφών Ντίνο, σε συνεργασία με δυνάμεις Κατοχής, έκαναν επιδρομή στα χωριά του Φαναρίου.
Λεηλατήθηκαν και πυρπολήθηκαν 519 κατοικίες, σκοτώθηκαν 800 κάτοικοι (από αυτούς οι 231 ήταν γυναίκες που προηγουμένως βιάσθηκαν) και συνελήφθησαν 500 άτομα που στάλθηκαν όμηροι στα Ιωάννινα. Ολοσχερής ήταν και η απώλεια του κτηνοτροφικού πλούτου. Περίπου 24 χωριά ερημώθηκαν
Η εκτέλεση των 49 επιφανέστερων κατοίκων της Παραμυθιάς στις 29/9/43, έγινε ως αντίποινα των 5 Γερμανών που σκοτώθηκαν στη Σκάλα της Παραμυθιάς [26].
Ο Γερμανός φρούραρχος δημοσιοποιεί την εκτέλεση με το ακόλουθο ανακοινωθέν:

«Εξετελέσθησαν σήμερον την 7ην πρωινήν οι κάτωθι 49 Έλληνες πολίται, διότι δεν ετήρησαν τους όρους της προκηρύξεως του Γερμανού Στρατηγού και ενήργησαν σαμποτάζ, ένθα επήλθεν ο θάνατος 5 γενναίων Γερμανών στρατιωτών»,
Παραμυθιά,
29/9/1943
Εκ του Γερμανικού Φρουραρχείου [27].

Ακολούθησε μια περίοδος τακτικού σχεδόν πολέμου, διανθισμένου με διαδοχικά κύματα «οικογενειακών» αντεκδικήσεων.
Η πρόσκαιρη ειρήνευση της άνοιξης του 1944, που οφειλόταν μάλλον στην ανακωχή του ΕΔΕΣ με τους Γερμανούς, έληξε με δραματικό τρόπο τον Ιούνιο του 1944 όταν ο ΕΔΕΣ, ενισχυμένος, πέρασε σε γενική αντεπίθεση στην περιοχή.
Στις 26/6/1944 τμήματα της Χ Μεραρχίας του ΕΔΕΣ, εκμεταλλευόμενα την σύμπτυξη των γερμανικών στρατιωτικών μονάδων από την περιοχή, επιτέθηκαν στην Παραμυθιά και την κατέλαβαν έπειτα από σύντομη αντίσταση της τσάμικης πολιτοφυλακής.
Παρά τις περί του αντιθέτου διαβεβαιώσεις, μέσα σε λίγες ώρες, στις 27 Ιουνίου 1944, πρώτη ημέρα της απελευθέρωσης, η πόλη μεταβλήθηκε σε σφαγείο.
Όλες οι μαρτυρίες, από οποιαδήποτε πλευρά κι αν προέρχονται, συμφωνούν στην έκταση και στη βιαιότητα των θανατώσεων και κακοποιήσεων σε βάρος των μουσουλμάνων κατοίκων. Πολλές εκατοντάδες θανατώθηκαν με τους πιο μαρτυρικούς τρόπους μέσα και γύρω από την πόλη.
Η γενική κακοποίηση των γυναικών και η αρπαγή περιουσιών συμπλήρωσαν την εικόνα. Το απόγευμα της ίδιας ημέρας, ο ταγματάρχης Κρανιάς, Διοικητής του 16ου Συντάγματος του ΕΔΕΣ, αποφάσισε την εκτέλεση 34 Τσάμηδων που είχαν επιβιώσει της σφαγής. Η απόφαση εφαρμόστηκε αμέσως [28].
Δεν ήταν η τελευταία φάση του «ζητήματος της Τσαμουριάς».
Η φρίκη της Παραμυθιάς επαναλήφθηκε αυτή τη φορά στο Φιλιάτι και στα γύρω μουσουλμανικά χωριά.
Ορίστε πως περιγράφει η Ελ.Μαντά την κατάσταση:

«Ο αλβανικός πληθυσμός που είχε παραμείνει στην πόλη και δεν είχε περάσει μαζί με τους υπόλοιπους τα σύνορα, καταδιώχθηκε απηνώς, τα θύματα υπήρξαν δεκάδες, τα αλβανικά σπίτια λεηλατήθηκαν και παραδόθηκαν στις φλόγες, και τζαμιά καταστράφηκαν. Για πέντε περίπου ημέρες στην πόλη επικράτησε το χάος και η καταστροφή. Δεκάδες γυναίκες και παιδιά κλείστηκαν στο κτίριο του σχολείου και μόνο χάρη στην παρέμβαση αξιωματικών της Συμμαχικής Αποστολής και των Ελλήνων κατοίκων της πόλης, που δεν συμφωνούσαν με την τακτική των μονάδων του ΕΔΕΣ, διασώθηκαν και αφέθηκαν μετά από ημέρες ελεύθεροι να εγκαταλείψουν το ελληνικό έδαφος και να περάσουν στην Αλβανία» [29].

Οι δυνάμεις του ΕΛΑΣ αντιτάχθηκαν σε αυτή την επιχείρηση και έγιναν αψιμαχίες. Τόσο οι στρατιωτικές όσο και οι πολιτικές αρχές του ΕΛΑΣ ενημέρωσαν άμεσα τις προϊστάμενές τους αρχές, διαμαρτυρόμενες έντονα για την παρασπονδία του ΕΔΕΣ , καθώς και για την ανθρωποκτόνο –σε βάρος αμάχων- στρατιωτική δράση των δυνάμεων του ΕΔΕΣ. Παραδόξως όμως, η αντίδραση των προϊσταμένων αρχών του ΕΛΑΣ ήταν εξαιρετικά αρνητική, καθώς μάλιστα ζητούσε ευθύνες από τους τοπικούς Διοικητές του ΕΛΑΣ για τη μαχητική στάση τους [30].
Το ΚΚΕ (Γραφείο Περιοχής Ηπείρου) στηλιτεύει την στρατολόγηση -εκ μέρους του ΕΔΕΣ – Τσάμηδων δολοφόνων που ως δρούν ως μισθοφόροι:

«[…] ο «Αγωνιστής», όργανο του ΕΑΜ Γιαννίνων τους βγάζει τη μάσκα (σ.σ.εννοεί τον ΕΔΕΣ) και τους καλεί να εξηγήσουν πως αυτοί οι προστάτες των Χριστιανών της Τσαμουργιάς έχουν στους κόλπους τους τους αρχηγούς των Μπαλιστών, Χακή Ρουσέτ και τον εγκληματία Χακή Σιέχο και πως αυτοί αυτόκλητοι προστάτες των χριστιανών της Βορείου Ηπείρου φιλοξενούν στα Γιάννενα τον δήμιο της Ελληνικής μειονότητας της Αλβανίας, τον εμπρηστή του Καλογοραντζά και δολοφόνου πολλών Ελλήνων της Βορείου Ηπείρου, τον αλή Νεβίτσα» [31].
Παρά τις προσπάθειες των τοπικών οργανώσεων του ΕΑΜ (το 4ο Τάγμα του 15ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ αποτελείτο από χριστιανούς και μουσουλμάνους μαχητές) [32], η φυγή των Τσάμηδων προς την Αλβανία συνεχίστηκε ως τον Δεκέμβριο του 1944. Σε 22-25.000 εκτιμά η Ελ.Μαντά τα άτομα που πέρασαν κακήν κακώς τα σύνορα αυτή την εποχή [33].
Στις 20/1/1947, ο επικεφαλής του Σταθμού της Ελληνικής Βασιλικής Χωροφυλακής στην Πάργα, σε αναφορά του προς τον Νομάρχη Πρεβέζης, προσδιόριζε:

«Λαμβάνω την τιμήν να αναφέρω ότι εν τη περιφερεία μου παρέμειναν και ευρίσκονται ήδη 113 Τσάμηδες, εξ’ ων: Επτά είναι άρρενες νομίμου ηλικίας (21ον έτος), εβδομήκοντα εννέα (79) είναι θήλεις πάσης ηλικίας και καταστάσεως και τριάντα τέσσερα παιδιά ηλικίας 20 και κάτω ετών […]»! [34].

Τελικά, και οι λίγοι που είχαν απομείνει έφυγαν, με το καλό ή το άγριο. Άφησαν πίσω τους έναν απροσδιόριστο αριθμό θυμάτων πάνω στον οποίο στηρίχθηκε η Αλβανική Βουλή για να ανακηρύξει, στις 30/6/1994, πενήντα χρόνια μετά τις σφαγές της Παραμυθιάς, την ημέρα επετείου, την 27η Ιουνίου, ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Τσάμηδων [35].

***

Μετά από κάθε ιστορική μου αναζήτηση, μέσα σε βιβλία, στο διαδίκτυο, ή όπου αλλού βρεθώ, νιώθω ότι όσοι μένουν μόνο σε αυτά που έμαθαν στο σχολείο, είτε αυτό είναι στην Ελλάδα και διδάσκει μόνο τα κακά που έκαναν (όντως) οι Τσάμηδες, είτε αυτό είναι στην Αλβανία και διδάσκει μόνο τα κακά που έκαναν (όντως) οι Έλληνες, τότε μέσα από τις μη αμφισβητούμενες βεβαιότητες που διδάχθηκαν, και σε συνδυασμό με την εθνική γραμμή των ΜΜΕ (την οποία δεν παραβαίνουν διότι τότε θα χάσουν από την πίτα της τηλεθέασης, ακροαματικότητας, αναγνωσιμότητας κ.λπ.), προβαίνουν σε εσφαλμένες κρίσεις, και νιώθουν ότι ανήκουν σε ένα έθνος «αγνό» και «αμόλυντο», και έχουν απέναντι πάντα κακούς.
Τι διδάσκεται σήμερα στα σχολεία; Στο βιβλίο της Β’ τάξης του Ενιαίου Λυκείου με τίτλο «Θέματα Ιστορίας», στο κεφάλαιο «Ελληνοαλβανικές σχέσεις», εντόπισα δύο μόνο αναφορές στους Τσάμηδες, πλήρως αρνητικές και αποστειρωμένες:

Α) «[…] οι Τσάμηδες, που ήταν αλβανοί μουσουλμάνοι και κατοικούσαν στη Θεσπρωτία, συναγωνίζονταν τον ιταλικό ή το γερμανικό στρατό σε εχθρικές ενέργειες εναντίον των Ελλήνων. Για το λόγο αυτό, όταν αποσύρονταν τα γερμανικά στρατεύματα κατοχής, έκριναν σκόπιμο να εγκαταλείψουν και αυτοί τα χωριά τους- για να αποφύγουν τις νόμιμες συνέπειες- και να εγκατασταθούν στην Αλβανία» [36].

Όλες οι σφαγές εις βάρος των αμάχων Τσάμηδων, αναφέρονται από το σχολικό βιβλίο ως …συνέπειες κα μάλιστα «νόμιμες» !!! Τα «συγχαρητήριά» μου στους συγγραφείς του βιβλίου…

Πάμε και στο δεύτερο απόσπασμα:

Β) «[…] έκτοτε άρχισαν (σ.σ. οι Τσάμηδες) να επιδίδονται σε αλυτρωτική δραστηριότητα, ενθαρρυνόμενοι από τα υπό ιταλική κηδεμονία Τίρανα, και τη Ρώμη. […]
Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι τσάμικοι πληθυσμοί της Θεσπρωτίας δημιούργησαν μονάδες που συνεργάστηκαν με τις ιταλικές ή και τις γερμανικές αρχές κατοχής. Έλληνες υπήκοοι αυτοί, στράφηκαν εμπράκτως εναντίον άλλων ελλήνων και διέπραξαν σωρεία εγκλημάτων και βιαιοπραγιών. Φοβούμενοι τις συνέπειες των πράξεών τους, το σύνολο σχεδόν των Τσάμηδων ακολούθησε τις δυνάμεις Κατοχής, κατά την υποχώρησή τους από την Ελλάδα στην Αλβανία […] [37].

Ενώ εμείς τους φερθήκαμε μια χαρά, ξαφνικά, αναίτια και ανεξήγητα, αυτοί πήγαν με τους Γερμανούς!
Και μετά βγάζουμε αφρούς όταν λένε οι τούρκοι ότι οι έλληνες περνάγαμε μια χαρά στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ότι μας είχαν στα όπα όπα και ξαφνικά εμείς επαναστατήσαμε δείχνοντας αγνωμοσύνη και εκμεταλλευόμενοι την καλοσύνη των τούρκων!
Μισές αλήθειες εμείς, μισές αλήθειες και οι Τσάμηδες. Και οι δύο γράφουμε μόνο αυτά που πάθαμε και τίποτα από όσα κάναμε. Το δε επιχείρημα ότι τους τιμωρήσαμε επειδή συνεργαστήκανε με τους Γερμανούς είναι γελοίο, διότι οι περισσότεροι έλληνες συνεργάτες των Γερμανών συνέθεσαν μετά την Κατοχή το μετεμφυλιακό κράτος και παρακράτος…
Ένα προπαγανδιστικό βίντεο με τις –εξίσου ανιστόρητες- θέσεις των Τσάμηδων μπορείτε να δείτε εδώ:





Η σύγκρουση των δύο κοινοτήτων προήλθε από το αμοιβαίο μίσος και την μισαλλοδοξία, ειδικά την θρησκευτική, που ενισχύθηκε με τον άκρατο φανατισμό του μεσοπολέμου και ειδικά των ετών λίγο πριν τον πόλεμο, φαινόμενο πανευρωπαϊκό που δεν θα μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη αυτή τη γωνιά.
Η σύγκρουση ήταν σφοδρή, με την υποκίνηση της επίσημης Αλβανίας που ήθελε –με όχημα την τσάμικη μειονότητα- να προσαρτήσει την Τσαμουριά , και της επίσημης Ελλάδας που θέλοντας να διορθώσει το «λάθος» του Θ.Πάγκαλου –που εξαίρεσε τους Τσάμηδες από την ανταλλαγή των πληθυσμών- υποκίνησε την «τελική λύση» ώστε να απαλλαγεί από μια «επικίνδυνη» μειονότητα.
Ο ρόλος της φασιστικής Ιταλίας επίσης διαλυτικός και υπέρ της μετωπικής σύγκρουσης.
Και όπως σε κάθε πόλεμο, έτσι και εδώ ίσχυσε το «ουαί τοις ηττημένοις».
Οι νικητές πήραν τα εδάφη των ηττημένων και οι τελευταίοι εκδιώχθηκαν στην μητέρα-πατρίδα.
Το να προσπαθούν σήμερα οι νικητές Έλληνες να ρίχνουν όλο το βάρος στους Τσάμηδες (λες και δεν ήθελαν να «απαλλαγούν» από αυτούς) ή να απαιτούν σήμερα τα εγγόνια των Τσάμηδων τις περιουσίες τους (τι να πούνε οι έλληνες της Πόλης, της Ίμβρου ή της Τενέδου, τι να πούνε οι έλληνες του Πόντου, τι να πούνε όμως και οι οθωμανοί κάτοικοι της ελληνικής επικράτειας που ξεριζώθηκαν κατά την ανταλλαγή των πληθυσμών, τι να πούνε οι γερμανικές μειονότητες της Ε.Σ.Σ.Δ. για τα όσα υπέστησαν μετά την λήξη του Β’Παγκοσμίου Πολέμου κ.λπ.), αποτελεί κατ’εμέ μια πλήρως λάθος στάση και μία ακόμη απόδειξη ότι όταν κάποιος μαθαίνει μισές αλήθειες ή λάθος ιστορία, τότε όλη η σκέψη του είναι λάθος.
Η αδυναμία συνεννόησης μεταξύ της Ελλάδος και της ΠΓΔΜ είναι μία τρανταχτή απόδειξη.
Στην Τσαμουριά, έγινε μια μάχη με νύχια και με δόντια, με τσεκούρι και φωτιά, με φόνους, με βιασμούς, με καταστροφές και ωμότητες, έγινε μια παστρική και εκούσια μάχη, ένα ξεκαθάρισμα λογαριασμών μεταξύ δύο φανατισμένων κοινοτήτων.
Το να θεωρούμε τους μεν (όποιοι κι αν είναι αυτοί) ως άγιους και τους δε ως δαίμονες, μπορεί να ικανοποιεί τα πατριωτικά μας αισθήματα ή να μας επιφέρει μια εθνική ανάταση, όμως πόρρω απέχει από την ιστορική αλήθεια.
Κλείνω το σημερινό θέμα με μία υπέροχη φράση που υπάρχει στο οπισθόφυλλο του καταπληκτικού (και μακράν του πιο αντικειμενικού εν προκειμένω) βιβλίου του κ.Μαργαρίτη «Ανεπιθύμητοι Συμπατριώτες»:

«Αλίμονο στα έθνη και στις κοινωνίες που πιστεύουν ότι βρίσκονται πάνω και πέρα από την Ιστορία και ότι είναι εξ ορισμού αναμάρτητες».

doctor

_______________________________________________________________

[1] Σαράντος Καργάκος, «Αλβανοί-Αρβανίτες-Έλληνες», εκδ.Ι.Σιδέρη, σελ.303-304.
[2] Οι απόψεις των οργανώσεων των Τσάμηδων στην Αλβανία ή στην ευρύτερη διασπορά προβάλλονται σε αρκετές διευθύνσεις στο διαδίκτυο, βλ. λ.χ.

http://www.chameriaassociation.org/index.html
http://www.aacl.com/Albanian_%20issues_chameria.htm
[3] Η φιλολογία περί έμφυτης εγκληματικής φύσης των Τσάμηδων διαδόθηκε μετά την αιματηρή εκκαθάριση της μειονότητας, με προφανή σκοπό να αμβλύνει τις εντυπώσεις. Χαρακτηρίζεται δε από μέγα πάθος: «Αναγνωρίζωμεν […] την υπεροχήν της Φυλής μας, το ανεξίκακον που μας διακρίνει ανέκαθεν, την έμφυτον διάθεσιν που έχομεν να λησμονώμεν και να συγχωρώμεν τους εχθρούς μας, αλλά προ μιας τοιαύτης προκλητικότητας των Αλβανών και προ της αισχράς αυτής πολιτικής των, ήτις είναι χαρακτηριστικόν όλων των κουτοπόνηρων και κατώτερων λαών […] Ησχολήθημεν υπέρ το δέον με τα αλβανικά εν γένει καθάρματα. Το εκάμαμεν όμως διά να παρουσιάσωμεν την τεραστίαν διαφοράν, ψυχικώς και πνευματικώς που υπάρχει μεταξύ των Ελλήνων και των Αλβανών (Θ.Γ. Παπαμανώλης, «Κατακαϋμένη Ήπειρος», Ίκαρος, Αθήνα, 1945 σελ.149.
Το 1949, στα ατελείωτα εγκλήματα των Τσάμηδων προστέθηκε και η συνεργασία τους «με τις κομμουνιστοσυμμορίες» του «διαβόητου Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας», βλ. Χαρίτων Λάμπρου, «Οι Τσάμηδες και η Τσαμουριά: απόγονοι παλαιών εξωμοτών, χθεσινοί δοσίλογοι και εγκληματίαι πολέμου, σημερινά πρωτοπαλήκαρα του κομμουνιστοσυμμοριτισμού», Αθήνα, 1949, σελ.19.
[4] Σαράντος Καργάκος, ο.π.287-288.
O Στάθης Καλύβας, καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Yale των ΗΠΑ, αναφέρει την λέξη «εθνοκάθαρση» για την εκδίωξη/απώθηση των Τσάμηδων στην Αλβανία: «Ένοπλοι Τσάμηδες συνόδευσαν τον ιταλικό στρατό κατά τη σύντομη προέλασή του στο ελληνικό έδαφος τον Νοέμβριο του 1940, ο τοπικός πληθυσμός υποδέχθηκε πανηγυρικά τους εισβολείς, ενώ σημειώθηκαν οι πρώτες λεηλασίες και επιθέσεις εναντίον χριστιανικών χωριών. H υποχώρηση των Ιταλών και η επιστροφή των ελλήνων κατοίκων έθεσε σε κίνηση μια δυναμική αντεκδικήσεων που κατέληξε στην εθνοκάθαρση των Τσάμηδων το 1944» (Πηγή: Εφημ. «Το ΒΗΜΑ», 04/12/2005 ,
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=14632&m=S04&aa=1 )

[5] Το μέτωπο της Ηπείρου δεν ήταν πρώτης προτεραιότητας για τους αντιμαχόμενους στρατούς. Οι επιχειρήσεις σε αυτό αποτελματώθηκαν για πολλούς μήνες, από τον Οκτώβριο του 1912 ως τους πρώτους μήνες του 1913, καθώς ο ελληνικός στρατός καθηλώθηκε στην αμυντική ζώνη των Ιωαννίνων. Μόνο τον Φεβρουάριο του 1913, με την άφιξη σημαντικών ελληνικών ενισχύσεων, έγινε δυνατή η ανάληψη μεγάλης κλίμακας επιθέσεων και η κατάληψη των Ιωαννίνων.

Στη διάρκεια αυτών των μηνών η στρατιωτική δράση εναποτέθηκε κυρίως σε μικρές επιδρομικές ομάδες «προσκόπων» (όπως ονομάζονταν στην ελληνική στρατιωτική διάλεκτο) ή «συμμοριών» (όπως τους έλεγε ο πολύς κόσμος).
Οι ομάδες αυτές συγκροτούνταν από ντόπιους ή από τους σχηματισμούς των εθελοντών και των ατάκτων, οι οποίοι πλαισίωναν, σε σημαντικό ποσοστό, και τους δύο στρατούς. Πολλές λοιπόν συμμορίες άλλες ελληνικές, άλλες αλβανικές, και πάντοτε ληστρικές, υποκατέστησαν τη δράση των τακτικών στρατών που παρέμειναν ακινητοποιημένοι στις παρυφές των Ιωαννίνων.
Οι Τσάμηδες υπέστησαν πρώτοι τις πιέσεις των εγχώριων ή εισαγόμενων (από την Κρήτη συνηθέστερα) ελληνικών συμμοριών και, ανταποδίδοντας τα ίσα, συγκρότησαν δικές τους ανάλογες ομάδες. Το αίμα και η αντεκδίκηση άρχισαν να βαθαίνουν τις διαφορές στη Θεσπρωτία. (Γιώργος Μαργαρίτης, Καθηγητής Σύγχρονης Ιστορίας στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, «Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες», εκδ.Βιβλιόραμα, σελ.138-139).

[6] Την 30ήν Ιανουαρίου 1923 υπεγράφη σύμβασις «Περί ανταλλαγής ελληνικών και τουρκικών πληθυσμών», η οποία κατά το άρθρο 19, έχει το κύρος και την ισχύ έναντι των συμβαλλομένων μερών - κρατών, ως να περιλαμβάνεται εις την συνθήκη Ειρήνης, υπογραφείσαν εν Λωζάνη την 24-7-1923.

Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή πληθυσμών της Λωζάνης, ώριζεν ως γνώρισμα της τουρκικής ή ελληνικής εθνικής υπηκοότητος, την θρησκευτικήν πίστιν (βλ. Πράξεις υπογραφείσαι εν Λωζάνη τη 30 Ιανουαρίου και τη 24 Ιουλίου 1923, εν Αθήναις εκ του Τυπογραφείου (Εθνικού), υπουργείον Εξωτερικών και Κωνσταντοπούλου Δ., διεθνές δημόσιον δίκαιον, Θεσσαλονίκη 1961-1962, σελ. 106, ομοίως Κ. Σκαλτσά, Η Συνθήκη της Λωζάνης, Αθήναι 1973).

[7] Ακόμη κι όταν κάποιες οικογένειες Τσάμηδων, που είχαν τουρκική συνείδηση, ζήτησαν να μεταφερθούν στην Τουρκία, εμποδίστηκαν –με σύμφωνη γνώμη της Τουρκίας- για να μην τους μιμηθούν και οι μουσουλμάνοι της Γιουγκοσλαβίας ( Δημήτρης Μιχαλόπουλος, «Τσάμηδες», εκδ. Αρσενίδη, σελ. 95-96).
[8] Το πρόβλημα των Τσάμηδων προκλήθηκε από την ατυχή δήλωση του έλληνα αντιπροσώπου στη συνδιάσκεψη της Λωζάννης, Δημητρίου Κακλαμάνου, που παραδέχτηκε ότι οι Τσάμηδες, αν και ομόθρησκοι των Τούρκων, δεν είναι συμπατριώτες τους, και ως εκ τούτου δεν πρέπει να ανταλλαγούν (Δημήτρης Μιχαλόπουλος, ο.π., σελ.27).
Το θέμα της ανταλλαγής πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Αλβανίας φαίνεται πως τέθηκε από την αλβανική μόνο πλευρά σε ειδική συγκυρία (1925), απλώς ως διπλωματικό και διαπραγματευτικό επιχείρημα, και χωρίς ποτέ να υιοθετηθεί επίσημα ως επιδίωξη ή επιθυμία της (Ελευθερία Μαντά, «Οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες της Ηπείρου», ΙΜΧΑ, Θεσσαλονίκη, σελ.41).
[9] Στα χρόνια όμως της δικτατορίας του Θεοδώρου Πάγκαλου τα πράγματα άλλαξαν. Ο δικτάτορας δεν συμπεριέλαβε στον ανταλλάξιμο πληθυσμό τους Τσάμηδες, που με υπόδειξη των Ιταλών θεωρήθηκαν σαν αλβανικό φύλο. Ήδη η διαδικασία για την αλβανοποίηση των Τσάμηδων είχε προχωρήσει χάρη στους επιδέξιους πράκτορες της Ιταλίας και φυσικά χάρη στο άφθονο χρήμα. Ο Αχμέτ Ζώγου, βασιλιάς της Αλβανίας, έστειλε στην Αθήνα τον βουλευτή Αργυροκάστρου Βασίλειο Μπαμίχα, πρόσωπο διαβλητό λόγω της αναμείξεώς του σε οικονομικά σκάνδαλα, και συναντήθηκε με τον Πάγκαλο, τον Υπουργό Εξωτερικών Λουκά Κανακάρη-Ρούφο και άλλα πρόσωπα, και κατάφερε –ασφαλώς όχι μόνος- να πετύχει τη δήλωση Ρούφου, πως από την ανταλλαγή θα εξαιρεθούν οι Τσάμηδες και ότι η ελληνική κυβέρνηση ως έκφραση καλής θέλησης θα διαλύσει τους βορειοηπειρωτικούς συλλόγους (Σαράντος Καργάκος, ο.π. σελ.290-291).
[10] Ε.Μαντά, ο.π. σελ.47 και Δ.Μιχαλόπουλος, ο.π. σελ.45.
[11] Γ.Μαργαρίτης, ο.π. σελ.141-142.
[12] Α.Ν.735/1937, «Περί των Μουσουλμάνων των επικαλουμένων αλβανικήν καταγωγήν και περί αποδόσεως των παρ’αυτών διεκδικουμένων κτημάτων» (ΦΕΚ, φ.228/1937).
[13] Γ.Μαργαρίτης, ο.π.σελ.144-145.
[14] Έκθεση Οικονομικού Επιθεωρητή Ευαγγέλου Παλάσκα προς την Γενικήν Διοίκησιν Ηπείρου, 22 Ιουνίου 1942 (Συλλογή Γ. Μαργαρίτη, Φακ.Γενικής Διοίκησης Ηπείρου). Χαρακτηριστικό απόσπασμα της εν λόγω Έκθεσης παρατίθεται στο βιβλίο του Γ.Μαργαρίτη «Ανεπιθύμητοι συμπατριώτες» στις σελίδες 180-186.
[15] Βασίλης Κραψίτης, «Η ιστορική αλήθεια για τους μουσουλμάνους Τσάμηδες», σελ.50.
[16] Γ.Μαργαρίτης, ο.π. σελ.147-149.
[17] Οι μαρτυρίες σχετικά με την αιματηρή επιστροφή των ελληνικών στρατευμάτων στην περιοχή, στη διάρκεια του Νοεμβρίου του 1940, είναι πολλές και ποικίλλες. Γράφει σχετικά ο Γιάννης Σάρρας, «Ιστορικά-Λαογραφικά περιοχής Ηγουμενίτσας», σελ.631 κ.ε.:

«Τα έκτροπα σε βάρος των μουσουλμάνων συνεχίστηκαν από δημόσιους λειτουργούς και χριστιανούς κατοίκους, μόλις έφυγαν οι άντρες για εξορία. Με το πρόσχημα της δήθεν ανάκρισης […] καλούσαν στα γραφεία τους όμορφες χανούμισσες και τις βίαζαν. […]
Οι λεηλασίες σπιτιών, οι αρπαγές ζώων φανερές. Οι βιασμοί κοριτσιών και γυναικών πολλοί και επώνυμοι. Η βίαιη υποχρέωση σε έκδοση μουσουλμανίδων σε ορισμένα χωριά μεγάλη […].
Ο Γιάννης Σάρρας γράφει επίσης για την εκτέλεση των 8 μουσουλμάνων κατοίκων στη θέση Βίγλιζα στα υψώματα Λαδοχωρίου, που την επιβεβαιώνει –ως αυτόπτης μάρτυρας- ο Χρίστος Λόης, οπλίτης τότε στο 39ο Σύνταγμα Ευζώνων, και την καταγράφει στο βιβλίο του «Από τις σελίδες της μνήμης. Περιστατικά Πολέμου, 1940-1941», εκδ.Παπαδήμα, σελ.17.
[18] Η απογραφή του 1928 καταμέτρησε 19.000 περίπου μουσουλμάνους αλβανόφωνους στην περιοχή, ενώ η αντίστοιχη ημιτελής του 1940 (η πρώτη μετά τη δημιουργία του νομού Θεσπρωτίας, το 1936) τους προσδιόριζε σε 18.600 περίπου (Β.Κραψίτης, ο.π. σελ.169, και Ε.Μαντά, ο.π. σελ.17-18). Οι ιταλικοί υπολογισμοί του 1941, που καταμέτρησαν στη Θεσπρωτία 28.000 μουσουλμάνους Τσάμηδες, 26.000 χριστιανούς Τσάμηδες (και 20.000 έλληνες) ήταν σαφώς υπερβολικοί (ISR, T 821 Roll 354, fr 788. (IT4516) Comando Superiore FF.AA. Grecia, Ufficio Affari Civili, Relazione sull’opera svolta dal Comando Superiore FF.AA. Grecia nel campo Politico-economico durante il primo anno di occupazione (Maggio 1941-Magio 1942)-Ciamurioti.
[19] Ένα παράδειγμα αναβίωσης πανάρχαιων αντεκδικήσεων δίνεται στο βιβλίο του Ηλία Δρίζη «Ιστορία του χωριού Πλαισίου της επαρχίας Θυάμιδος/Φιλιατών», Αθήνα 1981, σελ.373:

«Το χωριό (Πλαίσιο Φιλιατών) θρήνησε και δύο θύματα […] το άλλο δε ένα μικρό παιδάκι, ο Γεώργιος Δημητρίου Χαϊδούσης, που δολοφονήθηκε από Τουρκαλβανούς στο λάκκο του Γκόρου […].
Το περιστατικό του φόνου του δεν ήταν τυχαίο, αλλά επιδίωξη των αγαρηνών. Ήθελαν με το θάνατό του να βγάλουν το άχτι τους, να πάρουν πίσω το αίμα του παιδιού του Μουχαρέμ Ρουσίτ, που το είχε σκοτώσει ο πατέρας του Μήτση Χαϊδούσης το 1909 στο Πουσί της Βάναρης.
Όμως ο μακαρίτης Δημήτριος Χαϊδούσης δεν άφησε ατιμώρητη την πράξη τους αυτή. Ένα χρόνο αργότερα και συγκεκριμένα προτού αρχίσουν τα ζερβικά (σ.σ. ο ΕΔΕΣ του Ζέρβα) τμήματα την επίθεση στο Φιλιάτι […] ο Μήτση Χαϊδούσης προηγούνταν μόνος του, χωρίς να ανήκει στο αντάρτικο, και στη μέση στο δρόμο Φιλιατού-Σπάταρης πήρε το αίμα του παιδιού του πίσω, σκοτώνοντας ένα τουρκόπουλο ως δεκαοχτώ χρονών […]».
[20] Η έννοια «φαινομενική ηρεμία» χρησιμοποιείται σχετικά και οπωσδήποτε συγκριτικά με το τι γινόταν σε άλλες περιοχές της χώρας κατά την διάρκεια της Κατοχής.
[21] Είναι χαρακτηριστική η «Έκθεση Διοικήσεως Χωροφυλακής Θεσπρωτίας προς την Ανωτέραν Διοίκησιν Χωροφυλακής Ηπείρου» 27/2/1942, Συλλογή Γ.Μαργαρίτη, Φακ.Γενικής Διοίκησης Ηπείρου, η οποία παρατίθεται αυτούσια στο ο.π. βιβλίο του Γ.Μαργαρίτη (σελ.174-177). Παραθέτω κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα:

Ελληνική Πολιτεία
Διοίκησις Χωροφυλακής Θεσπρωτίας
Γραφείον Δημοσίας Ασφαλείας
Αριθ.Πρωτ.16/22/1α

Εν Ηγουμενίτση τη 27η Φ/ρίου 1942

Προς
Ανωτέραν Διοίκησιν Χωροφυλακής Ηπείρου
Γραφείον Εμπιστευτικού
Εις Ιωάννινα

«Περί της εν Θεσπρωτία καταστάσεως και των ληπτέων μέτρων»

[…] η κατάστασις εν Θεσπρωτία από τις 14-1-42 καθ’ήν Χωροφύλαξ υπήρξε δράστης των φόνων των δύο σημαινόντων Μουσουλμάνων οξύνθη τα μέγιστα.[…]

Ο Ελληνικός πληθυσμός της περιφερείας μας ευρίσκεται υπό το Κράτος τρομοκρατίας δεδικαιολογημένης κατόπιν και της εσχάτως δολοφονίας εντός της Ηγουμενίτσης του Νομαρχούντος. Κατά τας πληροφορίας της υπηρεσίας μου απολύτως εξακριβωμένας οι διάφοροι κακοποιοί, οι εκτελεσταί καταρτισθέντων σχεδίων τόσον εν Θεσπρωτία όσον και εν Αλβανία θα συνεχίσωσιν το βδελυρόν έργον των δολοφονιών και εγκλημάτων εν γένει μέχρις επιτεύξεως ορισμένου επιδιωκομένου σκοπού, της προσαρτήσεως της Τσαμουρίας.
[…] Ο υποφαινόμενος ως και οι λοιποί διοικούντες Αξιωματικοί συνεργάται του, κατέβαλλον σοβαράς προσπαθείας μέχρι σήμερον προς επιβολήν της τάξεως και γεφύρωσιν του μεταξύ Ελλήνων και Μουσουλμάνων χάσματος και μίσους όπερ εδημιούργησαν τα πολεμικά γεγονότα.
Αι προσπάθειαι των Αξιωματικών-Διοικητών επέφερον σημαντικόν αποτέλεσμα ανατραπέν δυστυχώς εκ της εγκληματικής ενεργείας ενός παράφρονος Χωρ/κος, εδοκιμάσθησαν δε δεινώς οι διοικούντες Αξιωματικοί κατ’αρχάς λόγω της αντιδράσεως και αρνήσεως του Μουσουλμανικού στοιχείου ας αντιμετώπισαν, πάντως όμως κατώρθωσαν να επιφέρουσιν αποτέλεσμα όπερ ανέτρεψε δυστυχώς είς Χωρ/λαξ […]

Ο Προσ. Διοικητής της Διοικήσεως
(Υπογραφή)
Ιωάννης Χριστινίδης
Μοίραρχος

Κοινοποίησις Υ.Τ.Α.
Γενική Διοίκησις Ηπείρου
Ίνα ευαρεστηθή και λάβη γνώσιν και ενεργήση τα καθ’εαυτήν.

[22] Γ. Μαργαρίτης, ο.π., σελ.151-159.

[23] Παραθέτω παρακάτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα της έκθεσης του Νομάρχη, η οποία παρατίθεται αυτούσια στο ο.π. βιβλίο του Γ.Μαργαρίτη (σελ.193-197):

Ελληνική Πολιτεία
Νομαρχία Θεσπρωτίας
Αριθ.Πρωτ.Ε.Π.17

Προς την Γενικήν Δ/σιν Ηπείρου
Ιωάννινα

Εν Ηγουμενίτση τη 14/12/1942

Λαμβάνω την τιμήν να θέσω υπ’ όψιν Υμών τα εξής: Λόγω της γνωστής εν Θεσπρωτία καταστάσεως, ήχθην εις την σκέψιν, ότι αύτη θα εβελτιούτο σοβαρώς εάν συνιστώντο υπό την προεδρία μου μικταί Επιτροπαί εκ Χριστιανών και Μωαμεθανών, συνεζητούντο οι διαφοραί, επεδιώκετο η συμβιβαστική και υπό προσωρινόν τύπον επίλυσις τούτων, καθωρίζοντο τα υπεύθυνα διά την εν Θεσπρωτία ανωμαλίαν πρόσωπα, εξετοπίζοντο ταύτα και διά μιας δικαίας και εν επιγνώσει της καταστάσεως, ην διαμόρφωσαν αι συνθήκαι του παρελθόντος, διοικήσεως επεδιώκετο η γεφύρωσις της μεταξύ των Χριστιανών και Μωαμεθανών διαστάσεως.
[…] Προτού όμως υποβάλλω έγγραφον αναφοράν, η Μεραρχία διά του υπ’αρ.18/7451 της 20ής Νοεμβρίου εγγράφου της προς την Γενικήν Δ/σιν ανεκοίνωσεν ότι δεν κρίνει σκόπιμον την σύστασιν μικτών Επιτροπών. Ει και όμως δεν υιοθετήθησαν κατά ταύτα αι προτάσεις διέγνων, ότι η κατάστασις εβελτιώθη και εκ του γεγονότος ότι εσταμάτησαν αι δολοφονίαι Χριστιανών και εκ του ότι οι Μωαμεθανοί ήρξαντο προσερχόμενοι εις εμέ προς επίλυσιν των μετά των Χριστιανών διαφορών των.
Δυστυχώς την 6ην τρέχοντος μηνός εδολοφονήθη εν τη περιφερεία Πάργης ο εκ των σοβαρωτέρων Μωαμεθανών παραγόντων Γιασίν Σαντίκ, αύτη δε η πράξις των αγνώστων εγκληματιών επέπρωτο να τορπιλλίση ολόκληρον το οικοδόμημα της επιδιωκομένης μεταξύ Χριστιανών και Μωαμεθανών συνδιαλλαγής.
[…] Την επομένην της αφίξεώς μου επεσκέφθην τον Ιταλόν Συν/ρχην και υπεστήριξα ότι δεν πρέπει να αφεθή έκθετον το έργον της συνδιαλλαγής, ασφαλείας και τάξεως, έργον εις το οποίον εξαίρετον συμβολήν είχε ο ρηθείς Συν/ρχης, να τορπιλλισθή διά της πράξεως ολίγων εγκληματιών, οι οποίοι εκ προσωπικών αφορμών προέβησαν εις την δολοφονίαν του Γιασίν Σαντίκ, ως αντιστρόφως ομοίας πολύ περισσοτέρας όμως εγκληματικάς πράξεις είχον εκτελέσει και Μωαμεθανοί.

Ο Νομάρχης
Κ.Κοντογιάννης
Κοινοποιείται
Α.Δ.Χ. Ιωάννινα


[24] Γ.Μαργαρίτης, ο.π. σελ.161-163
[25] «Tσάμηδες και άλλα «απόβλητα» της εθνικής πορείας...», του Αντώνη Καρκαγιάννη, Εφημ.Καθημερινή, 06.11.2005:
http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_columns_27258_06/11/2005_162599
[26] Σ.Καργάκος, ο.π. σελ.305-306.

[27] Σ.Καργάκος, ο.π. σελ. 310.
[28 Β.Κραψίτης, ο.π. σελ.198, Γ.Μαργαρίτης, ο.π. σελ.165-166.
[29] Ελ.Μαντά, ο.π. σελ.195.
[30] Γενικό Στρατηγείο ΕΛΑΣ προς ΥΙη Ταξιαρχία, αρ.ΕΠΕ 9856, 13.10.1944: Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), Φακ.417, Φ=24/1/15. ΚΚΕ, Γραφείο Περιοχής Ηπείρου προς το Πολιτικό Γραφείο του ΚΚΕ, 14.10.44: ΑΣΚΙ, Φακ.417, Φ=24/1/18.
[31] Φακ.417, Φ=24/1/31. ΚΚΕ, Γραφείο Περιοχής Ηπείρου, Έκθεση «Για τη δράση του νέου φασίστα κατακτητή ΕΔΕΣ» Προς το Πολιτικό Γραφείο της ΚΕ του ΚΚΕ, 6.12.1944, υπογραφει ο Γραμματέας του Γραφείου, Μιχάλης Τσιάντης.
[32] Το τάγμα αυτό επειδή ήταν μικτό, ονομαζόταν και ως τάγμα «Τουρκαλβανών Παρτιζάνων» ακόμη και από το Π.Γ. του ΚΚΕ, έναντι ου οποίου, το Γραφείο Περιοχής Ηπείρου του ΚΚΕ διαμαρτύρεται: «Μας κάνει κατάπληξη πως το τάγμα του 15ου Συντάγματος του ΕΛΑΣ που αποτελείται από Έλληνες υπηκόους που μέσα σε αυτούς είναι και της Τσάμικης μειονότητας, πάλι Έλληνες υπήκοοι, ονομάστηκε «Τουρκαλβανοί Παρτιζάνοι» […] (Φακ.417, Φ=24/1/31. ΚΚΕ, Γραφείο Περιοχής Ηπείρου, «Προς το Π.Γ.».
[33] Ελ.Μαντά, σελ.200.
[34] Γ.Μαργαρίτης, σελ.170.
[35] Γ. Μαργαρίτης, σελ. 170. Ο κ.Μαργαρίτης σχολιάζει –στην ίδια σελίδα- τον όρο «γενοκτονία»: «Δεν θα αντιδικήσουμε εδώ πάνω στο τι σημαίνει ο όρος «γενοκτονία». Μια πρόχειρη περιδιάβαση στις ιστοσελίδες διαφόρων, λογικών ή παράλογων, φορέων ή ατόμων –η ασυδοσία του Διαδικτύου επιτρέπει να κυκλοφορεί ανεξέλεγκτα το καθετί μέχρι της τελικής ακύρωσης κάθε αξιοπιστίας- δίνει το μέτρο της κατάχρησης του όρου, ειδικά στις βαλκανικές γειτονιές μας.
[36] «Θέματα Ιστορίας», Β’ Ενιαίου Λυκείου, Ο.Ε.Δ.Β., σελ.80. Την επιμέλεια της «σύνοψης» ανέλαβαν και ολοκλήρωσαν ο κ.Φανούριος Βώρος, Επίτιμος Σύμβουλος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου (Π.Ι.) και ο κ.Γιάννης Γρυντάκης, Σχολικός Σύμβουλος φιλολόγων, αποσπασμένος στο Π.Ι.
[37] ο.π. σελ.95.


****

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Λόγω τεχνικού προβλήματος τα σχόλια δεν ήταν δυνατόν να μεταφερθούν από το προηγούμενο blog και έτσι τα έχω αντιγράψει στο παρόν blog και τα έχω συμπεριλάβει στο πρώτο σχόλιο. Αριθμός αρχικών σχολίων: 108.