Δευτέρα, 27 Αυγούστου 2007

Ο Μύθος της Συνωμοσιολογίας των άσχετων

Οι επίσημοι πληροφορητές μας αυτές τις ημέρες σχετικά με τις πυρκαγιές είναι οι δημοσιογράφοι, σχετικοί με τις φωτιές όσο και εμείς οι απλοί πολίτες.

Άναψε, λέει η φωτιά, και ταυτόχρονα άναψαν άλλα 10 σημεία σε απόσταση λίγων εκατοντάδων μέτρων, άρα μιλάμε για καραμπινάτο εμπρησμό!

Λογικό συμπέρασμα για έναν παρατηρητή, λογικό για έναν άσχετο (του γράφοντος συμπεριλαμβανομένου).

Και όμως, η επιστήμη έχει αποδείξει ότι η ταυτόχρονη ανάπτυξη μετώπων σε μεγάλη απόσταση προέρχεται από την ίδια φωτιά και η πραγματικότητα δεν έχει σχέση με σενάρια επιστημονικής φαντασίας.
Ίσως θα έπρεπε το παρακάτω να το διαβάσουν πρώτοι από όλους οι ίδιοι οι δημοσιογράφοι που παραπληροφορούν τον κόσμο, άλλοι εν γνώσει τους και άλλοι εν αγνοία τους.

Αξίζει να διαβάσετε το παρακάτω, αξίζει να αφιερώσετε 20 λεπτά επιστημονικής ανάγνωσης ώστε να είστε σε θέση να μην παραπληροφορείστε επί χρόνια από αυτόκλητους επιστήμονες και από αφελείς συνωμοσιολόγους:


ΜΕΤΑΔΟΣΗ ΔΑΣΙΚΩΝ ΠΥΡΚΑΓΙΩΝ ΜΕ “ΚΑΦΤΡΕΣ”

Δρ. Γαβριήλ Ξανθόπουλος (δρ δασολόγος-ερευνητής, ειδικός στις δασικές πυρκαϊές στο Ινστιτούτο Μεσογειακών Δασικών Οικοσυστημάτων και Τεχνολογίας Δασικών Προϊόντων του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Ερευνας).
Υπουργείο Γεωργίας
Γενική Γραµµατεία Δασών και Φυσικού Περιβάλλοντος

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Η µετάδοση των δασικών πυρκαγιών µε κάφτρες είναι χαρακτηριστικό φαινόµενο των µεγάλων πυρκαγιών και αποτελεί ένα µεγάλο κίνδυνο για τις δασοπυροσβεστικές δυνάµεις. Η εµφάνιση του φαινοµένου προϋποθέτει:
α. Την ύπαρξη κατάλληλων φλεγόµενων τεµαχιδίων καύσιµης ύλης (καφτρών),
β. Την ύπαρξη δυνάµεων για τη µεταφορά τους και
γ. Την πιθανότητα να δηµιουργηθούν νέες εστίες εκεί όπου εναποτίθενται οι κάφτρες.

Μετάδοση µε κάφτρες είναι δυνατή σε αποστάσεις που υπερβαίνουν τα 10 χιλιόµετρα σε ακραίες περιπτώσεις.
Η εµφάνιση και η έκταση του φαινοµένου διαφέρει µεταξύ δασικών τύπων και επηρεάζεται από την ένταση της φωτιάς, τα χαρακτηριστικά των καφτρών, τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες και την τοπογραφία.
Η αντιµετώπιση του φαινοµένου είναι ιδιαίτερα δύσκολη και κάτω από ακραίες συνθήκες ουσιαστικά αδύνατη.
Προσπάθειες για αντιµετώπιση µιας τέτοιας πυρκαγιάς πρέπει να βασίζονται σε καλά σχεδιασµένη έµµεση προσβολή µε σωστή αξιοποίηση µέσων όπως οι επινώτιοι πυροσβεστήρες, τα επιβραδυντικά υγρά µακράς διάρκειας και τα εναέρια µέσα σε ρόλο επιφυλακής και άµεσης επέµβασης στις νεοδηµιουργούµενες εστίες.

1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Από τους τρεις βασικούς µηχανισµούς µετάδοσης της θερµότητας, επαγωγή θερµών αερίων, ακτινοβολία και επαφή, µόνο οι δύο πρώτοι παίζουν σηµαντικό ρόλο στη µετάδοση των δασικών πυρκαγιών. Ο τρίτος δεν αποτελεί σηµαντικό παράγοντα εξαιτίας της χαµηλής θερµοαγωγιµότητας των δασικών καυσίµων. Ένας τέταρτος όµως µηχανισµός, η µετάδοση µε µικρά φλεγόµενα κοµµάτια καύσιµης ύλης, τις λεγόµενες “κάφτρες”, αποτελεί ένα σηµαντικό τρόπο µετάδοσης των πυρκαγιών που κάτω από συγκεκριµένες συνθήκες µπορεί να αποκτήσει κυρίαρχο ρόλο στην εξέλιξή τους.Μία νέα φωτιά που ανάβει από κάφτρα, µεταφραζόµενη από τον Αγγλικό όρο “spot fire“ σαν “σηµειακή φωτιά”, ορίζεται σαν µία “φωτιά που ανάβει έξω από την περίµετρο της κύριας πυρκαγιάς από σπινθήρες ή αναµµένα τεµάχια καύσιµης ύλης που µεταφέρονται από τον αέρα ή που κατρακυλούν”. Οι σηµειακές φωτιές είναι ένας από τους σηµαντικότερους κινδύνους που έχουν να αντιµετωπίσουν οι δασοπυροσβέστες. Κάτω από συνθήκες που ευνοούν τον τρόπο αυτό µετάδοσης ακόµη και σχετικά αργά κινούµενες πυρκαγιές είναι δυνατό να γίνουν επικίνδυνες και µάλιστα χωρίς προειδοποίηση καθώς µπορούν να υπερπηδήσουν και τις πλατύτερες αντιπυρικές ζώνες και να εγκλωβίσουν απλούς πολίτες καιδασοπυροσβέστες.Η κατανόηση της λειτουργίας του µηχανισµού αυτού µετάδοσης της πυρκαγιάς µπορεί να βοηθήσει στην πρόβλεψη της πιθανότητας για εµφάνιση του φαινοµένου και των διαστάσεών του, συµβάλλοντας έτσι στο να γίνει η δασοπυρόσβεση αποτελεσµατικότερη και ασφαλέστερη.

2. Ανάλυση του μηχανισµού μετάδοσης πυρκαγιάς με κάφτρες

Η µετάδοση πυρκαγιάς µε κάφτρες είναι ένα ιδιαίτερα πολύπλοκο φαινόµενο που η εµφάνιση και η έκτασή του εξαρτάται από την ύπαρξη τριών παραγόντων (Rothermel 1983):α. Την ύπαρξη κατάλληλων φλεγόµενων τεµαχιδίων καύσιµης ύλης (καφτρών),β. Την ύπαρξη δυνάµεων για τη µεταφορά τους καιγ. Την πιθανότητα να δηµιουργηθούν νέες εστίες εκεί όπου εναποτίθενται οι κάφτρες.

2.1. Ύπαρξη κατάλληλων καφτρών

Σε κάθε δασική πυρκαγιά υπάρχουν χιλιάδες µικρά τεµαχίδια καύσιµης ύλης που µπορούν σε κάποιο βαθµό να λειτουργήσουν σαν κάφτρες. Αρχικά, οι σπίθες µπορούν να παίξουν αυτό τον ρόλο αλλά προφανώς µόνο για µικρές αποστάσεις καθώς έχουν µικρή “διάρκεια ζωής”. Για µετάδοση πυρκαγιάς σε µεγάλες αποστάσεις οι κάφτρες πρέπει να έχουν κατάλληλαχαρακτηριστικά.

Για να είναι ένα τεµαχίδιο καύσιµης ύλης κατάλληλο για να λειτουργήσει σαν κάφτρα πρέπει να είναι εύκολο να αποκολληθεί από την υπόλοιπη καύσιµη ύλη και να ανυψωθεί µε τη δύναµη της επαγωγικής στήλης που δηµιουργεί η πυρκαγιά. Αυτό εξαρτάται από τη θέση του στο χώρο (απόσταση από το έδαφος, ύπαρξη καιγόµενης ύλης κάτω από αυτό), τον τρόπο προσκόλλησής του στην υπόλοιπη δασική ύλη µεγάλων διαστάσεων (όσο ευκολότερη η αποκόλληση τόσο µεγαλύτερος ο αριθµός από κάφτρες), αλλά και τα αεροδυναµικά του χαρακτηριστικά (υψηλός αεροδυναµικός συντελεστής). Ακόµη, το τεµαχίδιο πρέπει να είναι εύφλεκτο και αρκετά µεγάλο για να καίει για αρκετή ώρα ώστε να φθάσει αναµµένο στο έδαφος, ενώ παράλληλα πρέπει να είναι ελαφρύ (χαµηλό ειδικό βάρος) για να µεταφερθεί µακριά από τον άνεµο µόλις βγει από την άµεση άνωση της επαγωγικής στήλης της πυρκαγιάς.

Από τα παραπάνω είναι εµφανές ότι η πιθανότητα µετάδοσης µε κάφτρες σε µεγάλες αποστάσεις διαφέρει ανάλογα µε το δασικό τύπο εξαρτώµενη από την ευκολία δηµιουργίας καφτρών και τα χαρακτηριστικά αυτών.

Παραδείγµατος χάρη, ο φλοιός ορισµένων ειδών ευκαλύπτου (Eucalyptus sp.) δηµιουργεί ιδανικές κάφτρες: ευρίσκεται υψηλότερα από την παρεδάφια βλάστηση και νεκρή καύσιµη ύλη, ανάβει µε ετοιµότητα, αποκολλάται εύκολα σε µεγάλα τµήµατα που καίνε για πολλή ώρα, έχει χαµηλό ειδικό βάρος και παρουσιάζει αρκετά µεγάλη αντίσταση στον άνεµο (έχει υψηλό αεροδυναµικό συντελεστή).

Στις περίφηµες µεγάλες πυρκαγιές της 16ης Φεβρουαρίου του 1983 στην Αυστραλία (Ash Wednesday fires) στις οποίες χάθηκαν εβδοµήντα πέντε άτοµα, εκατοντάδες χιλιάδες ζώα και καταστράφηκαν 2.539 κατοικίες, παρατηρήθηκε µετάδοση µε κάφτρες σε αποστάσεις µέχρι 10 χλµ. κάνοντας ουσιαστικά αδύνατη τη δασοπυρόσβεση όσο επικρατούσαν οι ακραίες καιρικές συνθήκες που προκάλεσαν τη θεοµηνία (Dorgelo 1984).

Άλλη σηµαντική πηγή καφτρών είναι τα νεκρά ιστάµενα δέντρα. Ο φλοιός αυτών των δένδρων είναι ξερός και αποκολλάται εύκολα.
Επίσης τµήµατα του κορµού (κορυφή, κλαδιά) σε προχωρηµένη σήψη είναι ιδιαίτερα εύφλεκτα και έχουν χαµηλό ειδικό βάρος. Όλα αυτά γίνονται ιδανικές κάφτρες που µπορούν να µεταδώσουν την πυρκαγιά σε µεγάλες αποστάσεις ενώ παράλληλα όταν το ιστάµενο δένδρο ανάψει παράγει µεγάλο αριθµό από σπίθες που εύκολα δηµιουργούν νέες εστίες σε µικρή απόσταση (Brown and Davis 1973).Αξίζει να σηµειωθεί ότι οι πυρκαγιές που καίνε στον υπόροφο σπάνια προκαλούν µετάδοση µε κάφτρες σε σηµαντική απόσταση.
Ο ανώροφος αποτελεί εµπόδιο που σταµατάει τις κάφτρες αλλά και δυσκολεύει τη δηµιουργία ισχυρής επαγωγικής στήλης (Andrews and Chase 1989).

2.2. Απόσταση µεταφοράς καφτρών

Η µετάδοση της πυρκαγιάς µε κάφτρες γίνεται σε απόσταση από το µέτωπο που ποικίλλει από µερικά µέτρα µέχρι αρκετά χιλιόµετρα και περιγράφεται αντίστοιχα σαν µετάδοση µικρής (µερικές δεκάδες µέτρα) ή µεγάλης (εκατοντάδες ή και χιλιάδες µέτρα) εµβέλειας.

Η πιο σηµαντική διαφορά µεταξύ τους, εκτός από την ίδια την απόσταση µετάδοσης, είναι το εάν οι κάφτρες σηκώνονται υψηλά από την επαγωγική στήλη και µεταφέρονται σε σηµεία πέρα από εκεί όπου θα βρίσκεται το µέτωπο της κυρίως πυρκαγιάς σε µερικά λεπτά.

Η µετάδοση µικρής εµβέλειας γενικά δηµιουργεί πολύ λιγότερα προβλήµατα από ότι η µετάδοση σε µεγάλη απόσταση.

Η τροχιά που ακολουθεί µία κάφτρα και κατά συνέπεια η τελική απόσταση µετάδοσης εξαρτάται από πολλούς αλληλοεπηρεαζόµενους παράγοντες σηµαντικότεροι των οποίων είναι:

α. Η ένταση της φλόγας του µετώπου (kW/m). Όσο µεγαλύτερη αυτή τόσο µεγαλύτερο το αρχικό ύψος στο οποίο µπορούν να µεταφερθούν οι κάφτρες. Για το δασοπυροσβέστη το µέσο µήκος συνεχούς φλόγας αποτελεί την καλύτερη ένδειξη αυτής της έντασης.

β. Η ένταση, η φορά και τα χαρακτηριστικά του πεδίου του ανέµου. Όσο ισχυρότερος ο άνεµος τόσο µεγαλύτερη η απόσταση µεταφοράς για το ίδιο αρχικό ύψος.

γ. Τα χαρακτηριστικά της κάφτρας (αεροδυναµικός συντελεστής, µέγεθος, βάρος). Ο συνδυασµός τους επηρεάζει τόσο το µέγιστο αρχικό ύψος όσο και το ρυθµό πτώσης καθώς µεταφέρεται από τον άνεµο.

δ. Το ανάγλυφο. Ανάλογα µε το πόσο απότοµο είναι και σε συνάρτηση µε τη θέση στην πλαγιά από όπου προέρχεται η κάφτρα (βάση πλαγιάς, µέση, κορυφή), επηρεάζει σηµαντικά την τελική τροχιά της.

2.3. Η πιθανότητα δηµιουργίας νέων εστιών

Για να δηµιουργηθεί µια νέα εστία στο σηµείο όπου προσγειώνεται µία κάφτρα απαιτείται προφανώς να υπάρχει εκεί συνεχής νεκρή εύφλεκτη καύσιµη ύλη λεπτών διαστάσεων (ξερά χόρτα, βελόνες).
Η αποτελεσµατική όµως µεταφορά θερµότητας δεν είναι πάντα εξασφαλισµένη καθώς αυτό εξαρτάται από τον τρόπο και το ακριβές σηµείο στο οποίο εναποτίθεται η κάφτρα.
Η πιθανότητα Π(Ε) έναρξης καινούριας εστίας στο σηµείο αυτό κυµαίνεται πάρα πολύ εξαρτώµενη από τους εξής παράγοντες:

α. Τα χαρακτηριστικά της κάφτρας ως πηγής θερµότητας.

Εδώ περιλαµβάνεται το µέγεθος της κάφτρας, από το οποίο εξαρτάται η διάρκεια καύσης αλλά και η ένταση της εκλυόµενης θερµότητας. Ο άνεµος µπορεί να βοηθήσει στην αύξηση της έκλυσης θερµότητας όπως συµβαίνει στην περίπτωση των αναµµένων τσιγάρων.

β. Την ευκολία έναυσης της καύσιµης ύλης.

Η ζωντανή καύσιµη ύλη αλλά και η νεκρή καύσιµη ύλη µεγάλων διαστάσεων κατά κανόνα αναφλέγονται πολύ δύσκολα. Εξαίρεση αποτελούν οι νεκροί κατακείµενοι κορµοί που είναι σε κατάσταση προχωρηµένης σήψης. Για τη νεκρή λεπτή καύσιµη ύλη.

3. Μετάδοση µε κάφτρες στις δασικές πυρκαγιές στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα η µετάδοση µεγάλης εµβέλειας είναι συνηθισµένο φαινόµενο στις πυρκαγιές δασών χαλεπίου πεύκης (Pinus halepensis) ιδιαίτερα όταν υπάρχει πυκνός υπόροφος αειφύλλων πλατυφύλλων που η ανάφλεξή του προκαλεί ανάφλεξη και της κόµης των πεύκων ενώ παράλληλα δίνει την ενέργεια για τη δηµιουργία ισχυρής επαγωγικής στήλης. Οι πιο συνηθισµένες κάφτρες είναι οι λεπτές άκρες των κλαδιών (2-3 mm) µε τις βελόνες τους, φύλλα θάµνων και ιδιαίτερα αναρριχώµενων φυτών όπως ο αρκουδόβατος (Smilax aspera) και τµήµατα από τους κώνους των πεύκων (κουκουνάρες).

Εδώ πρέπει να σηµειωθεί ότι η επικρατούσα σε ορισµένους αντίληψη ότι οι κώνοι εκρήγνυνται και εκτοξεύονται σε απόσταση εκατοντάδων µέτρων δεν δικαιολογείται από τη γνώση των φυσικών δυνάµεων που ενεργούν αλλά και από παρατηρήσεις στην πράξη (Καϊλίδης 1990). Οι κλειστοί κώνοι πράγµατι ανοίγουν µε τη θερµότητα της πυρκαγιάς απελευθερώνοντας τους σπόρους τους. Φλεγόµενα τµήµατά τους ή και ολόκληροι κώνοι είναι δυνατό να αρπαχθούν από την επαγωγική στήλη χάρη στον υψηλό τους αεροδυναµικό συντελεστή και να γίνουν αποτελεσµατικές κάφτρες µεταφέροντας την πυρκαγιά µερικές εκατοντάδες µέτρα.

Ιδιαίτερα προβλήµατα δηµιουργεί η απόσπαση των κώνων από τα κλαδιά και η κύλισή τους µε τη βαρύτητα προς τα κατάντη της πλαγιάς, όταν υπάρχει µεγάλη κλίση. Αυτό έχει σαν αποτέλεσµα το άναµµα νέας φωτιάς χαµηλά στο βάθος της χαράδρας η οποία µε τη βοήθεια της κλίσης αρχίζει καινούρια εξάπλωση προς τα επάνω δηµιουργώντας κίνδυνο για τους δασοπυροσβέστες.

Εκτός από τους κώνους, κατακείµενοι κορµοί και κλαδιά µπορούν επίσης να κυλήσουν δηµιουργώντας αντίστοιχα προβλήµατα.Μικρότερα είναι κατά κανόνα τα προβλήµατα δηµιουργίας νέων εστιών σε µεγάλη απόσταση σε πυρκαγιές αειφύλλων πλατυφύλλων χωρίς ανώροφο τόσο από µεταφορά καφτρών µε τον άνεµο όσο και από κύλιση φλεγοµένων τεµαχιδίων προς τα κατάντη.

4. Πρόβλεψη της µέγιστης απόστασης δηµιουργίας νέων εστιών από κάφτρες

Η πρόβλεψη της µέγιστης απόστασης στην οποία είναι δυνατό να δηµιουργηθούν νέες εστίες από κάφτρες µπορεί να βοηθήσει σηµαντικά στο σχεδιασµό αντιµετώπισης µεγάλων πυρκαγιών και τη µείωση των κινδύνων για τους δασοπυροσβέστες. Επίσης, η γνώση αυτή µπορεί να βοηθήσει στην εκτίµηση για την πιθανή προέλευση µιας δεύτερης πυρκαγιάς (εµπρησµός ή μετάδοση µε κάφτρα).
Η πρόβλεψη του βεληνεκούς που µπορούν να έχουν οι κάφτρες είναι οπωσδήποτε περίπλοκη. Τα υπάρχοντα µοντέλα για το σκοπό αυτό είναι λίγα, περίπλοκα και ατελή και τα δεδοµένα που απαιτούνται είναι αρκετά.
Το πιο ολοκληρωµένο βοήθηµα που υπάρχει για το σκοπό αυτό είναι το σύστηµα πρόβλεψης συµπεριφοράς των δασικών πυρκαγιών BEHAVE της Δασικής Υπηρεσίας των ΗΠΑ και συγκεκριµένα το υποσύστηµά του BURN-Part 2 (Andrews and Chase 1989). Στο υποσύστηµα αυτό περιλαµβάνεται ένα πολύπλοκο µοντέλο υπολογισµού της δυνατής απόστασης µετάδοσης πυρκαγιάς µε κάφτρες που προέρχονται από µεµονωµένα δέντρα (Albini 1979), καιγόµενους σωρούς δασικής καύσιµης ύλης (Albini 1981) αλλά και πυρκαγιές επιφανείας που οδηγούνται από τον άνεµο (Albini 1983).
Στην εργασία του Albini έγιναν αρκετές απλοποιήσεις από τους Chase (1984) και Morris (1987) για την αποτελεσµατική ενσωµάτωση του µοντέλου στο BEHAVE.[....]

Ο Καϊλίδης (1990) δείχνει σε φωτογραφίες φύλλα Smilax aspera που µεταφέρθηκαν µε µικρή ταχύτητα ανέµου σε απόσταση µέχρι 2 χλµ. και κλαδάκια διαµέτρου 2-3 mm που έφθασαν µέχρι 1 χλµ από το µέτωπο στη µεγάλη πυρκαγιά της Κασσάνδρας του Ιουλίου 1981.Συχνά η απόσταση µετάδοσης στην Ελλάδα φθάνει τα 500-900 m (κλαδάκια διαµέτρου 2-4 mm, άνεµος 6 µπωφόρ), µε περισσότερο συνηθισµένη την περίπτωση µετάδοσης στα 100-200 m (Καϊλίδης 1990).

5. Αντιµετώπιση των πυρκαγιών όταν υπάρχει µετάδοση µε κάφτρες

Η µετάδοση µε κάφτρες αποτελεί ένα από τα σηµαντικότερα προβλήµατα και κινδύνους πουαντιµετωπίζουν οι δυνάµεις δασοπυρόσβεσης. Σε περίπτωση µεγάλης πυρκαγιάς υψηλής έντασης συνοδευόµενης από µαζική µετάδοση µε κάφτρες σε µεγάλες αποστάσεις [ } 500-800 m] η αντιµετώπιση είναι ουσιαστικά αδύνατη (Brown and Davis 1973) όταν υπάρχει συνέχεια καύσιµης ύλης. Η τοποθέτηση δασοπυροσβεστικών δυνάµεων µπροστά από το κινούµενο µέτωπο είναι ιδιαίτερα ριψοκίνδυνη και κατά κανόνα αναποτελεσµατική. Ο εγκλωβισµός τους είναι πολύ πιθανός και γι’ αυτό πρέπει να επιχειρείται µόνο όταν υπάρχει ανάγκη προστασίας κάποιων ευαίσθητων εγκαταστάσεων και µε την προϋπόθεση ύπαρξης αποψιλωµένων ζωνών ασφαλείας και διεξόδων διαφυγής.

Οι δυνάµεις της δασικής και της πυροσβεστικής υπηρεσίας που λανθασµένα τοποθετούνται πάνω σε δρόµους µπροστά από το µέτωπο, συνήθως αναγκάζονται να τραπούν σε φυγή όταν πλησιάσουν οι φλόγες γιατί δέχονται καπνό, θερµά αέρια και ένταση ακτινοβολίας πέρα από τα ανεκτά όρια ενώ παράλληλα διαπιστώνουν ότι η πυρκαγιά έχει µεταδοθεί πίσω τους.Σε τέτοιες περιπτώσεις η σωστή αντιµετώπιση είναι η προσπάθεια κατάσβεσης των πλευρών και των νώτων της πυρκαγιάς ώστε να µειωθεί η καιγόµενη έκταση και να αποφευχθεί η µετατροπή τους σε νέα µέτωπα σε περίπτωση αλλαγής της κατεύθυνσης του ανέµου.
Παράλληλα, σε αναµονή βελτίωσης των συνθηκών (καιρικών, καύσιµης ύλης, τοπογραφίας), πρέπει να γίνεται προσπάθεια καλού σχεδιασµού για την αντιµετώπιση της πυρκαγιάς µε επαρκείς δυνάµεις από πλεονεκτική θέση.
Ταυτόχρονα, πρέπει να γίνεται έγκαιρα προσπάθεια αποµάκρυνσης των πολιτών γιατί µη γνωρίζοντας τον κίνδυνο µπορούν εύκολα να βρεθούν εγκλωβισµένοι από τις φλόγες.Τα παραπάνω συνήθως συµβαίνουν υπό ακραίες συνθήκες (ταχύτητα ανέµου >50 χλµ/ώρα για τη µεταφορά σε µεγάλες αποστάσεις, υγρασία λεπτής νεκρής καύσιµης ύλης <6-7%).>6. Συµπεράσµατα

Από τα παραπάνω είναι εµφανές ότι η µετάδοση πυρκαγιών µε κάφτρες αποτελεί ένα από τα µεγαλύτερα προβλήµατα που αντιµετωπίζουν οι δυνάµεις δασοπυρόσβεσης. Η επιπόλαιη αντιµετώπιση µιας τέτοιας πυρκαγιάς µπορεί στην καλύτερη περίπτωση να οδηγήσει στη σπατάλη προσπαθειών του προσωπικού και στη χειρότερη να θέσει ζωές και οχήµατα σε κίνδυνο εγκλωβισµού από τις φλόγες.
Απαιτείται καλός σχεδιασµός που να αναγνωρίζει τα όρια του εφικτού αλλά και τις υπάρχουσες ευκαιρίες και οπωσδήποτε καλός συντονισµός µε σωστή αξιοποίηση δυνάµεων για να εξασφαλίσει τον έλεγχο της πυρκαγιάς στον συντοµότερο δυνατό χρόνο.

Πηγή: http://floraattica.blogspot.com/2007/08/blog-post_26.html

doctor

_________________________________________________________

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Albini, F. A. (1979). Spot fire distance from burning trees - a predictive model. USDA For. Serv. Gen. Tech. Rep. INT-56. 73 p.
Albini, F. A. (1981). Spot fire distance from isolated sources - extensions of a predictive model. USDA For. Serv. Res. Note INT-309. 9 p.
Albini, F. A. (1983). Potential spotting distance from wind-driven surface fires. USDA For. Serv. Res. Paper INT-309. 27 p.
Anderson, H. E. 1969. Heat transfer and fire spread. USDA For. Serv. Res. Pap. INT-69. 20 p.Andrews, P. L. and Chase, C. H. (1989). BEHAVE: Fire behavior prediction and fuel modeling system - BURN subsystem, part 2. USDA For. Serv. Gen. Tech. Rep. INT-260. 93 p.
Blackmarr, W. H. 1972. Moisture content influences ignitability of slash pine litter. Res. Note SE-173. 7 p.
Brown, J. K. 1970. Ratios of surface area to volume for common fine fuels. For. Sci. 16 (1): 101-105.
Brown, A. A., and K. P. Davis. 1973. Forest fire: control and use. 2nd edition. McGraw-Hill Inc., New York. 686 p.
Chase, C. H. (1984). Spotting distance from wind-driven surface fires - extensions of equations for pocket calculators. USDA For. Serv. Res. Note INT-346. 21 p.
Dorgelo, T. H. 1984. The Ash Wednesday fires of 1983 in South Eastern Αustralia. pp. 38-52. In proceedings of the 2nd International Scientific-Technical Symposium on "Progress in Fighting Fires and Catastrophes from the Air", March 1984, Bremen, Germany. Deutscher Gemeindeverlag - Verlag W. Kohlhammer. 268 p.
Καϊλίδης, Δ. 1990. Δασικές πυρκαγιές. Εκδόσεις Γιαχούδη-Γιαπούλη, Θεσσαλονίκη. 510 σελ.
Morris, G. A. (1987). A simple method for computing spotting distance from wind-driven surface fires. USDA For. Serv. Res. Note INT-374. 6 p.
Rothermel, R. C. (1983). How to predict the spread rate and intensity of forest and range fires. USDA For. Serv. Gen. Tech. Rep. INT-143. 161 p.

Δευτέρα, 20 Αυγούστου 2007

Το Δημόσιο, οι εκλογές και το "σύστημα"





Παρακάτω παρουσιάζεται το "προεκλογικό κλίμα" των πρώτων εκλογικών αναμετρήσεων από το 1844 και εντεύθεν, αλλά και το greek dream που ήταν, είναι και θα είναι μια θέση στο Δημόσιο.

Διαβάζοντας τα παρακάτω, έρχεται η σκέψη: "Σαν να μην πέρασε μια μέρα..."


Από το έξοχο βιβλίο "Ελλάς, η σύγχρονη συνέχεια"[σελ.148-153] (πληροφορίες για το βιβλίο και τους συγγραφείς σε παλαιότερό μου ποστ: http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/07/macedonian-slavs.html


Η σταδιοδρομία στο Δημόσιο υπήρξε, αμέσως μετά την σύσταση της ανεξάρτητης πολιτείας, η κυριότερη επιδίωξη των ελεύθερων πλέον ελλήνων.
Η αναζήτηση μιας θέσης στο Δημόσιο ακόμα και όταν οι αποδοχές από αυτήν ήταν χαμηλές και επισφαλείς, ακόμα και όταν υπήρχαν ευκαιρίες ασύγκριτα πιο δελεαστικές στον ιδιωτικό τομέα, ακόμα και τότε το δημόσιο δεν έπαυε να συγκεντρώνει τις προτιμήσεις των ελληνικών οικογενειών.
Η εξήγηση μάλλον βρίσκεται στη βαθύτατα ριζωμένη καθώς φαίνεται ανασφάλεια των ελλήνων, η οποία δεν εξέλιπε όταν άρθηκαν οι συνθήκες που την είχαν δημιουργήσει και τροφοδοτήσει, όταν δηλαδή εγκαθιδρύθηκε ελληνική ανεξάρτητη και ευνομούμενη πολιτεία.
Η αναζήτηση μιας θέσης στο δημόσιο είχε ως κίνητρο όχι μόνο – ή όχι τόσο- τις υλικές απολαβές που εξασφάλιζε αυτή, όσο το αίσθημα ασφάλειας που παρείχε η ταύτιση με την εξουσία, η αίσθηση του κατόχου της θέσης ότι αποτελούσε μέλος της λέσχης των ισχυρών αρχόντων, οι οποίοι αποφάσιζαν για τις τύχες των ανίσχυρων αρχομένων. Μια τέτοια θέση, ακόμα και μια ταπεινή θέση στο γραφείο του τοπικού πολιτευτή, αναβίβαζε τον κάτοχό της από εκείνους που καλούνταν πάντοτε να δίνουν, σε εκείνους που είχαν να λαβαίνουν, από τους πολλούς δότες στους ολίγους δέκτες των ευεργετημάτων της εξουσίας.
Η πολιτική υπήρξε ο ιμάντας που κινούσε τη στελέχωση των δημόσιων υπηρεσιών, ο τροφοδότης του δημοσίου με τους θεσιθήρες πελάτες των πολιτικών, το όχημα που οδηγούσε στη γη της επαγγελίας.


Όλοι θεωρητικά μπορούσαν να διεκδικήσουν ή να ονειρευτούν μια θέση στον επίγειο παράδεισο, λίγοι όμως κατόρθωναν να την κερδίσουν, όχι απαραίτητα όσοι διέθεταν τα απαιτούμενα προσόντα, αλλά οι «φίλοι» του πολιτευτή ή του βουλευτή.
Ο βουλευτής, με την ιδιότητα του μεσάζοντας μεταξύ της εξουσίας και των αρχομένων εκλογέων του, είχε την ανάγκη «φίλων», πελατών που αποτελούσαν τα ερείσματά του. Η προκήρυξη εκλογών κινητοποιούσε των κύκλο των φίλων του υποψήφιου βουλευτή, τον μηχανισμό εκείνο χωρίς τον οποίο δεν ήταν σε θέση να κατακτήσει την επίζηλη έδρα στην βουλή.



Οι λόγοι στις πλατείες και το κομματικό χρίσμα συνέβαλλαν στην προβολή του υποψηφίου, απαραίτητος όμως ήταν ο κύκλος των πολιτικών φίλων, αυτών που έργο τους ήταν να εκπονήσουν το σχέδιο εξασφάλισης ψήφων, να επισκεφτούν τους δικούς τους «φίλους» και τους ψηφοφόρους, να διερευνήσουν τις ανάγκες του καθενός και να δώσουν στον καθένα τις δέουσες υποσχέσεις, να τους δελεάσουν με την προσφορά των αναμενόμενων κατά περίπτωση ευεργετημάτων όταν ερχόταν ο εκλεκτός τους εν τη βασιλεία του.






Για τους εκλογείς η προκήρυξη εκλογών σήμαινε την έναρξη μιας διαδικασίας που απαιτούσε όλη την προσοχή τους και όλα τα προσόντα που διέθεταν ή έπρεπε να πείσουν πως διαθέτουν.
Γίνονταν αποδέκτες υποσχέσεων, και οι υποσχέσεις ήταν ευθέως ανάλογες προς τις ψήφους που «ήλεγχαν». Οι εκλογείς έπρεπε να δεχτούν τους φίλους όλων των υποψηφίων, να ακούσουν τις προσφορές όλων και να μην απορρίψουν κανενός τις υποσχέσεις, όσο απατηλές και αν ήταν, να διαπραγματευτούν με τους υποψηφίους ή τους φίλους τους ψήφους έναντι ευεργετημάτων, εν ανάγκη να δώσουν τις ψήφους της οικογένειας σε περισσότερους του ενός υποψηφίους.

Για λίγο, όσο διαρκούσε ο προεκλογικός αγώνας, ο ανίσχυρος και άσημος αρχόμενος βρισκόταν στο κέντρο της πολιτικής ζωής του τόπου: δεχόταν τις υποσχέσεις και τις φιλοφρονήσεις των αρχόντων, του απηύθυναν τον λόγο, ήταν εκλογέας.

Αυτή όμως ήταν η μία όψη του προεκλογικού «νομίσματος», η οποία συνήθως προκαλούσε τα πικρόχολα σχόλια των κυνικών παρατηρητών που πίστευαν ότι ο προεκλογικός αγώνας ήταν μια θεατρική παράσταση που κάθε φορά επιβεβαίωνε την αναξιοπιστία των πολιτικών και την αφέλεια των πολιτών.
Τα ευεργετήματα της συναλλαγής ήταν για εκείνους τους εκλογείς που κατόρθωναν να πείσουν τους υποψηφίους ή τους φίλους τους πως αποτελούσαν υπολογίσιμους παράγοντες της πολιτικής ζωής. Το ευεργέτημα δεν ήταν μόνο το αντάλλαγμα της προεκλογικής συναλλαγής, αλλά και η αμοιβαία υπόσχεση συνεχούς συνεργασίας των δύο συμβαλλόμενων μερών.
Η νομιμοποίηση κάποιας καταπάτησης δημόσιας γης, η παρέμβαση για την επίσπευση των χρονοβόρων διατυπώσεων που απαιτούσαν διάφορες συναλλαγές με το δημόσιο, η επίλυση κάποιας διαφοράς με επικίνδυνους αντιδίκους, πάνω απ’όλα όμως η «θέση» στο δημόσια ήταν τα επιδιωκόμενα και προσφερόμενα ευεργετήματα.



Αυτά και άλλα συναφή ευεργετήματα θεωρήθηκαν παρεκβάσεις που αλλοίωναν την εύρυθμη λειτουργία του πολιτεύματος και αποδόθηκαν με τον αρνητικό όρο «ρουσφέτι».
Αυτού του είδους ο χαρακτηρισμός ωστόσο δεν αποδίδει την πραγματικότητα.
Τα ευεργετήματα από τη συναλλαγή των αιρετών αρχόντων με τους αρχομένους εκλογείς δεν ήταν οι εξαιρέσεις στον κανόνα, δεν ήταν ούτε καν παρεκβάσεις από το κανονικό, ήταν ο κανόνας, το ίδιο το «σύστημα» που είχε γίνει αποδεκτό από την εποχή του Αγώνα.


Εξαιρέσεις και παρεκβάσεις στο «σύστημα» συνιστούσαν οι νόμοι και οι διάφοροι κανονισμοί που θέσπιζαν όλοι εκείνοι που μάχονταν εναντίον του «συστήματος», αλλά που και αυτοί υπέκυπταν, αργά ή γρήγορα, και συνθηκολογούσαν με το «σύστημα».

Το «σύστημα» ήταν ακαταμάχητο, αξιόπιστο, σοφό, λειτουργούσε δε με τη βεβαιότητα που εμπνέουν τα φυσικά φαινόμενα και κινούσε ολόκληρη την χώρα για την άλωση του δημοσίου και την εκποίησή του.
Καμπή στην εξέλιξη του «συστήματος» της άλωσης του δημοσίου μέσω των ευεργετημάτων της πολιτικής αποτέλεσαν οι μεταρρυθμίσεις του Τρικούπη και του Βενιζέλου που θέσπισαν την μονιμότητα των δημοσίων υπαλλήλων.
Οι μεταρρυθμίσεις αυτές, οι οποίες αποσκοπούσαν στην προστασία της κρατικής μηχανής από τις παρεμβάσεις των πολιτικών και στην αύξηση της αποδοτικότητάς της, εξασφάλισαν τον θρίαμβο του «συστήματος», αφενός επειδή αύξησαν δραματικά την αξία και συνεπώς και την ζήτηση των θέσεων του δημοσίου, αφετέρου επειδή συνέβαλαν στη συνεχή διόγκωση της κρατικής μηχανής.





Δημόσιοι υπάλληλοι το 1927 στο Δημοτικό Κήπο Κιλκίς


Πριν από την θέσπιση της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων, κάθε αλλαγή κυβέρνησης στην εξουσία σήμαινε και εκτεταμένες αλλαγές στις δημόσιες υπηρεσίες: αποχωρούσαν οι ευεργετηθέντες της κυβέρνησης που εγκατέλειπε την εξουσία, για να πάρουν τις θέσεις τους οι ευνοούμενοι της νέας κυβέρνησης.
Με τη θέσπιση της μονιμότητας, η κάθε κυβέρνηση απλώς πρόσθετε τους ευνοούμενούς της στους ευνοούμενους των προκατόχων κυβερνήσεων.
Οι περήφανοι λειτουργοί της κρατικής μηχανής, οι επί χρόνια πολιορκητές του δημοσίου, οι συχνά ταπεινωθέντες και εξαπατηθέντες υπηρέτες του «συστήματος» ήταν τώρα οι εκλεκτοί του «συστήματος»- οι δημόσιοι υπάλληλοι.

Οι χθεσινοί ταπεινοί αλλά ακάματοι υπηρέτες του «συστήματος» ήταν τώρα οι αφέντες του τόπου- υπολογίσιμοι από τις κυβερνήσεις που έρχονταν και παρέρχονταν, υπολογίσιμοι από τους συναλλασσόμενους πολίτες.
Η ασφάλεια της μονιμότητας ωστόσο δεν άλλαξε τη σχέση του κατόχου της θέσης στο δημόσιο με το ίδιο το δημόσιο.

Το δημόσιο συνέχισε να θεωρείται ο εκτός της οικογενείας χώρος του πολέμου, της αρπαγής και της λεηλασίας.
Τα «τυχερά» της υπηρεσίας, από τα δώρα των ευεργετηθέντων πολιτών έως τις εκβιαστικές απαιτήσεις σεβαστών ποσών για την εξυπηρέτηση, ήταν τα λύτρα που καλούνταν να καταβάλλουν οι πολίτες που ετίθεντο σε καθεστώς ομηρίας όταν έπρεπε να λύσουν ζητήματά τους στις υπηρεσίες του δημοσίου.

Η υπογραφή και η σφραγίδα του αφέντη κατόχου της δημόσιας θέσης, τα σύμβολα της ισχύος του, είχαν την τιμή τους.
Με τη λεία από τις επιδρομές του κατοχυρωμένη και αδιαμφισβήτητη, ο αφέντης επέστρεφε στην οικογένειά του, όπου ήταν καλός πατέρας, αδερφός, σύζυγος και γιος.

Στις σπάνιες και διακριτικές επικρίσεις του «συστήματος» από τους ελάχιστους ειλικρινείς υποστηρικτές της κοινωνίας των πολιτών που καλλιεργήθηκε στη Δύση, έσπευδαν κατά κανόνα να διαμαρτυρηθούν για την προσβολή της εθνικής φιλοτιμίας, των ελληνικών «ιδιαιτεροτήτων», της ελληνικής οικογένειας οι αυτόκλητοι πάντοτε υπερασπιστές της «ελληνικής πραγματικότητας εν ονόματι των εθνικών παραδόσεων.

Από μια άποψη το «σύστημα» υπήρξε μια από τις ανθεκτικότερες εθνικές παραδόσεις των ελλήνων: Όρθωσε περήφανα το ανάστημά του στους εξ Ευρώπης ανακαινιστές, στον Καποδίστρια, στους Βαυαρούς και σε όλους όσους ακολούθησαν, τους απομόνωσε ή τους εξόντωσε.




***


Αντί επιλόγου, αφήνω τον μεγάλο Εμμανουήλ Ροΐδη να μας θυμίσει ότι πάντα υπήρχαν άνθρωποι που δεν έτρωγαν κουτόχορτο:


"Αν υπήρχε λεξικόν της νεοελληνικής γλώσσης, νομίζομεν ότι ο ορισμός της λέξεως «κόμμα» ήθελεν είναι ο ακόλουθος:

«Ομάς ανθρώπων ειδότων ν’αναγιγνώσκωσι και ν’ανορθογραφώσιν, εχόντως χείρας και πόδας υγιείς, αλλά μισούντων πάσαν εργασίαν, οίτινες, ενούμενοι υπό ένα οιονδήποτε αρχηγόν, ζητούσι ν’αναβιβάσωσιν αυτόν δια παντός μέσου εις την έδραν πρωθυπουργού, ίνα παράσχη αυτοίς τα μέσα να ζώσι χωρίς να σκάπτωσιν» […]

Η θέσις των παρ’ημίν πολιτευομένων πολύ ομοιάζει την των αυτοκρατόρων της βυζαντινής Ρώμης, οίτινες προς κατάληψιν του θρόνου συνεμάχουν μετά Φράγκων, Τούρκων και Βουλγάρων, εις ους αυτοί τε και οι υπήκοοι αυτών επλήρωνον έπειτα λύτρα. Απαραλλάκτως και οι ημέτεροι φατριάρχαι, προς σχηματισμόν ή ενίσχυσιν κόμματος, εστρατολόγουν εκ των τριόδων μισθοφόρους, ους επλήρωνον δια δημοσίων χρημάτων, ήτοι δια θέσεων περιττών.
Των τοιούτων μισθοφόρων επί τοσούτον επολυπλασιάσθη προϊόντος του χρόνου ο αριθμός και το θράσος, ώστε κατέστησαν σήμερον η μόνη αξιόμαχος δύναμις της Ελλάδος, προ της οποίας και βασιλεία και κυβέρνησις και βουλή και ολόκληρον το έθνος κύπτει το γόνυ μετά τρόμου.

Πηγή: Εμμανουήλ Ροΐδης, Άπαντα, επιμ.Άλκης Αγγέλου, Αθήνα, 1978, τομ.Β’ σελ.138 από το σατυρικό έντυπο «Ασμοδαίος», 9 Ιουνίου 1875 και σελ.198 από το ίδιο έντυπο, 11 Ιουλίου 1876.

doctor

Παρασκευή, 3 Αυγούστου 2007

Stockholm and Hamburg

Δεν ξέρω πόσο σας παιδεύει ο blogger όταν ανεβάζετε φωτογραφίες, εμένα πάντως μου σπάει τα νεύρα.
Ειδικά όταν κάτω από κάθε φωτογραφία θέλω να βάλω μια περιγραφή. Εκεί μου'ρχεται να σπάσω τον υπολογιστή.
Ενώ στην προεπισκόπηση όλα φαίνονται καλά, μόλις κάνω δημοσίευση, τα κείμενα "φεύγουν" δεξιά και αριστερά.
Τέλος πάντων, ας δώσω τόπο στην οργή.
Λόγω καλοκαιριού και για να δροσιστούμε λίγο, δημοσιεύω μερικές φωτογραφίες που έχω πάρει σε Στοκχόλμη και Αμβούργο.

Hamburg, Germany.



Stockholm, Sweden.








doctor