Πέμπτη, 29 Μαΐου 2008

Η Πόλις εάλω.


Η άλωση της Κωνσταντινούπολης

Μετά την Άλωση της πρωτεύουσας του βυζαντινού κράτους, τίποτα δεν ήταν εύκολο για τους ηττημένους στις πολεμικές επιχειρήσεις χριστιανούς του βυζαντινού κράτους.
Η Πόλη είχε αλωθεί, δεν είχε παραδοθεί ώστε να υπάρχει η δυνατότητα παροχής από τους κατακτητές κάποιων προνομίων, ενώ οι απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, σε περιουσίες αλλά και σε πολιτισμικά υλικά έμοιαζαν ανυπολόγιστες. Η απελευθέρωσή τους από τη Δύση έμοιαζε και αυτή απραγματοποίητο όνειρο.
Όσοι ωστόσο ήταν προικισμένοι με ένα πολιτικό αισθητήριο μπορούσαν να ελπίζουν ότι τα πράγματα δεν θα έμεναν για καιρό έτσι.
Αν ο σκοπός των κατακτητών ήταν να εκμεταλλευτούν όχι μόνο τα εδάφη και τις πλουτοπαραγωγικές πηγές των χωρών που κατέλαβαν με τη δύναμη των όπλων, αλλά να εκμεταλλευτούν και τους ανθρώπους που τα κατοικούσαν, μπορούσαν να ελπίζουν ότι η πολιτική εξουσία των κατακτητών θα αναζητούσε τρόπους να ενσωματώσει τους χριστιανικούς πληθυσμούς.
Όσοι ήταν προικισμένοι με πολιτική οξύνοια μπορούσαν ίσως να διακρίνουν τις δύο χαραμάδες από τις οποίες μπορούσε να περάσει λίγο περισσότερο φως γι’ αυτούς:Η πρώτη ήταν οι πολιτικές φιλοδοξίες του Πορθητή να παίξει τον ρόλο του αυτοκράτορα στο έκδηλα πλέον πολυεθνικό κράτος που σχηματιζόταν στην Ανατολή, ενώ η δεύτερη οι κοινωνικές φιλοδοξίες των χριστιανών εκείνων που είχαν ενσωματωθεί πριν την Άλωση στο κράτος των Οθωμανών, εκείνων που τα γεγονότα του 1453 δεν τους βρήκαν από την πλευρά των ηττημένων.
Πράγματι, λίγους μόνο μήνες μετά την Άλωση ήρθε το πρώτο νέο: ο Πορθητής αποφάσισε να επιτρέψει, κατά παράβαση των αρχών που το μουσουλμανικό δίκαιο προέβλεπε για τις πόλεις που δεν παραδίδονταν, όχι απλώς τον διορισμό ενός ορθόδοξου χριστιανού ιερέα ή ενός αρχιερέα που θα φρόντιζε για τις πνευματικές ανάγκες των κατοίκων αλλά και την ανασύσταση του πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης στο πλαίσιο του κράτους του.
Να επιτρέψει με άλλα λόγια την επαναλειτουργία, με όλες τις αρμοδιότητές του, του δεύτερου σε σημασία θεσμού της βυζαντινής αυτοκρατορίας στο πλαίσιο του κράτους του Οθωμανού μονάρχη.Το ότι ήταν πολιτική απόφαση, νομίζω ότι δεν χρειάζεται να επιχειρηματολογήσουμε για να πείσουμε.


Έλλην ευγενής Κων/πολης (αριστερά), Έλλην έμπορος Κων/πολης (κέντρο),Καραμανήτισσα Κων/πολης (δεξιά)

Γιατί όμως να θέλει χριστιανούς κατοίκους σε μια πόλη που την προόριζε μάλιστα για την νέα πρωτεύουσα του κράτους του;
Το γενικό σχέδιο που ένα μέρος του μόνο είναι η ανασύσταση του πατριαρχείου και η προσπάθεια ανασυνοικισμού της Πόλης, ήταν να μπορέσει ο Πορθητής να παίξει τον ρόλο του αυτοκράτορα, να εμφανιστεί στους χριστιανούς υπηκόους ως διάδοχος των βυζαντινών βασιλέων, χωρίς όμως παράλληλα να χάσει το θρήσκευμά του.
Η εμπλοκή του στον κόσμο της ορθοδοξίας θεωρήθηκε ότι θα μπορούσε να αποδώσει παρόμοιους ιδεολογικούς καρπούς: να ήταν αυτός που θα επιτρέψει την εκλογή νέου πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως , αυτός που θα δώσει στον νεοεκλεγέντα πατριάρχη τη ράβδο όπως προέβλεπε το βυζαντινό τυπικό της προβλήσεως του πατριάρχη, αυτός που θα εμφανιστεί αν όχι προστάτης πάντως ανάχωμα στις βλέψεις της Καθολικής εκκλησίας έναντι της εκκλησίας της Ανατολής.
Και η εκκλησία έχοντας ως σύστημα δικαίου το βυζαντινό, να ταυτίζει τον αλλόθρησκο μονάρχη με τον χριστιανό βασιλέα, όπου οι ισχύουσες διατάξεις το απαιτούσαν.
Στο ερώτημα ποιος εμπνεύστηκε αυτό το πραγματικά ιδιοφυές σχέδιο, ο ίδιος ο Πορθητής ή κάποιοι από τους συμβούλους του, νομίζω ότι δεν θα έχουμε ποτέ πλήρη απάντηση.
Κάποιοι όμως από τους Ρωμιούς χριστιανούς που ήταν στην υπηρεσία του και πριν από την Άλωση ισχυρίζονταν, κατά τη μαρτυρία ενός αξιωματούχου του μεταβυζαντινού πατριαρχείου, του Θεόδωρου Αγαλλιανού, ότι με τη δική τους συμβολή έγινε ό,τι έγινε.

Αν προς στιγμήν δεχτούμε την μαρτυρία τους, μπορούμε να φανταστούμε τι έκαναν:Παρουσίασαν ισχυρά επιχειρήματα στον Πορθητή πως μια τέτοια πράξη θα ήταν προς το συμφέρον του.
Εκείνο που ίσως του απέκρυψαν ήταν ότι αυτή η πράξη θα εξυπηρετούσε και τις δικές τους κοινωνικές φιλοδοξίες.

Διότι φαίνεται πως είχαν κοινωνικές φιλοδοξίες, οι οποίες αφορούσαν άμεσα τους χριστιανούς και την κοινωνική τους συγκρότηση μετά την κατάκτηση.
Με άλλα λόγια, στους χριστιανούς που βρέθηκαν με διάφορους τρόπους μέσα στον κλοιό της οθωμανικής κυριαρχίας – καθώς δεν είχαν το δικαίωμα να μετακινηθούν ώστε να συγκεντρωθούν σε μία περιοχή και να αποτελέσουν μια πολυάριθμη κοινωνία- απέμεναν θεωρητικά δύο επιλογές για να οργανώσουν την ζωή τους: είτε να παραμείνουν σε διάσπαρτες μέσα στην αυτοκρατορία χριστιανικές κοινότητες ασύνδετες μεταξύ τους είτε να αναζητήσουν μια θεσμική σύνδεση, να οργανωθούν δηλαδή και να αποκτήσουν τα χαρακτηριστικά μιας κοινωνίας, έστω και διάσπαρτης μέσα στην επικράτεια της οθωμανικής κυριαρχίας.
Στη δεύτερη τελικά λύση οδηγήθηκαν οι ορθόδοξοι χριστιανοί από δύο παράγοντες: τις αυτοκρατορικές φιλοδοξίες του Πορθητή και τις κοινωνικές φιλοδοξίες των χριστιανών συμβούλων του.

Πηγή: Η εκκλησία στην Τουρκοκρατία, από την Ιστορία των Ελλήνων, εκδόσεις Δομή, 8οςτόμος, σελ.172-176. Γράφει ο Κων/νος Πιτσάκης, Καθηγητής της Ιστορίας του Βυζαντινού και μεταβυζαντινού Δικαίου στο τμήμα ιστορίας και εθνολογίας του Δημοκριτείου Πανεπιστημίου και στη Νομική Σχολή του ιδίου Πανεπιστημίου, διδάκτωρ Νομικής.

***

Η παραπάνω πολύ καλή ανάλυση του Καθηγητή κ.Πιτσάκη, είναι μία οριζόντια θεώρηση των πραγμάτων, μια επιστημονική θέαση των γεγονότων και μια ανάλυση επ'αυτών, στηριζόμενη αποκλειστικά στα συμφραζόμενα, στις αντιλήψεις και στα ισχύοντα της εποχής.
Δυστυχώς σήμερα κυριαρχούν οι αναδρομικές θεωρήσεις εκείνης της εποχής, με αναγωγή σημερινών αξιών και ιδανικών στο μακρινό 1453 και έτσι:

α) οι εθνικιστές θεωρούν ότι τότε πολέμησαν οι έλληνες με τους τούρκους, ήταν δηλαδή ένας πόλεμος Εθνών.
β) οι θρησκόληπτοι θεωρούν ότι η πτώση της Πόλης ήταν θέλημα Θεού.
γ) οι πολέμιοι της εκκλησίας, της προσάπτουν ...αντεθνικό ρόλο, παρουσιάζοντάς την να συνεργάζεται με τους εχθρούς και να αποτελεί βραχίονα της Οθωμανικής εξουσίας. Η δε εκκλησία -διαπράττοντας το ίδιο ακριβώς λάθος- απαντάει ότι αποτελούσε την μόνη πηγή αντίστασης στους κατακτητές, ενώ ήταν ταυτόχρονα βραχίονας της Οθωμανικής Εξουσίας!
Αυτοπαρουσιάζεται δηλαδή ως ...διπλός πράκτορας, παραπέμποντας σε ανάλογες ταινίες του holywood...

Και έτσι καμαρώνουν για το δέντρο, χάνοντας το δάσος...

doctor

Παρασκευή, 23 Μαΐου 2008

Μοναξιές




Στάθης Τσαγκαρουσιάνος, από το βιβλίο του «μοναξιές», των εκδόσεων Κάκτος.

"Λένε ότι τα μεγαλύτερα κακά στον κόσμο προέρχονται από τους εγωιστές, τους απολίτικους, όσους «ρίχνουν νερό στο μύλο της απάθειας», τους αλαζόνες, τους μοναχικούς – αυτούς που δεν ανήκουν πουθενά για να βολεύονται κάθε φορά με τον καλύτερο τρόπο.

Δεν ξέρουν τι τους γίνεται. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη μοναξιά από τη μοναξιά του ανθρώπου που δεν ανήκει πουθενά, που δεν έχει που την κεφαλήν κλίναι, που δεν έχει ούτε κόμμα, ούτε «φυλή», ούτε θρησκεία – συνεπώς στηρίζεται μόνο στο πανταχόθεν αμφισβητούμενο ΠΡΟΣΩΠΟ του.

Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη βία από τη βία που δέχεται ο άνθρωπος ο οποίος με τη μοναξιά του αμφισβητεί έμπρακτα τις οργανωμένες ομάδες, διακρίνοντας πίσω από την αφοσίωση στη γενιά το φατριατισμό, πίσω από το esprit de corps το υπεροπτικό πνεύμα
της κλίκας, πίσω από τη θρησκευτική θέρμη το ζηλωτισμό και πίσω από τους κομματικούς οραματισμούς το management των συμφερόντων.

Ο άνθρωπος αυτός, όπως είναι επόμενο, κατακομματιάζεται, του βουλώνουν το στόμα – ποιοι; Τα αγνά στελέχη που βολεύονται θριαμβικά σε καρέκλες και πόστα!

Το ν' ανήκεις κάπου είναι μια ανθρώπινη ανάγκη. Δημιουργεί μια γλυκιά συνενοχή, μια φιλική εννόηση. Ανήκεις κάπου, για να εγκαταλείπεσαι εκεί όπως στην αγκαλιά της μάνας σου: σε μια κερκίδα, μια στυλιστική φυλή, μια εργασιακή ομάδα – στην «οικογένεια» της «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας»!

Ομολογώ ότι εγώ ποτέ δεν ανήκα κάπου – κι αυτό μου λείπει. Δεν το αντιμετώπισα ποτέ ως προνόμιο, όσο ως παρενέργεια. Χάρη όμως σ' αυτή την ιδιότητά μου, μπόρεσα να γλιτώσω από τα blues της σύνθλιψης που τόσοι φίλοι μου χόρεψαν με άλλες, πολύ πιο επικίνδυνες «οικογένειες»: το κόμμα, το «γοητευτικό» περιθώριο, τη (μεταμοντέρνα) μου γενιά.

Πιο επικίνδυνο ήταν, βέβαια, το κόμμα. Που, ασφαλώς, ξεκίνησε σαν ιδεολογία, σαν μια λαχτάρα για τη μεταβολή του κόσμου, για τα ιδανικά και τα λοιπά και τα λοιπά – αλλά όταν αποκρυσταλλώθηκε, σε κίνημα, ΠΑΣΟΚ, Ν.Δ., ΚΚΕ, διαστρεβλώθηκε σε τέτοιο βαθμό
που έγινε το άκρο αντίθετο του διακηρυγμένου ιδανικού του.



Θυμάμαι ακόμα την ευδαιμονία των συμφοιτητών μου που ένιωθαν ότι συμμετέχουν σε κάτι ορμητικό, που έτρεχαν να μαζέψουν καφέ στη Νικαράγουα ή να πουλήσουν «Ριζοσπάστη» στα Πατήσια – πώς έλαμπε η όψη τους από αφοσίωση και πίστη, και τι ακατάλυτη
συνενοχή τους έδενε απέναντι σε κάτι αποσυνάγωγους, όπως εγώ.

Ομολογώ, ζήλευα λίγο την αυτοϋπέρβασή τους, το φλογερό ενθουσιασμό τους, το γεγονός ότι είχαν ένα σκοπό λίγο πιο υψηλό από το στομάχι τους. Αλλά έβλεπα και πόσο εύκολα γίνονται
απολογητές γελοίων ή εγκληματικών πράξεων, πόσες προκαταλήψεις τους ταλαιπωρούν, τι δουλειές καταπίνουν για να απελευθερώσουνε του άλλους – και, εν ολίγοις, αποφάσισα ότι είναι λιγότερο απάνθρωπο να σώσω τον εαυτό μου, παρά την ανθρωπότητα.

Την ίδια μοναξιά ένιωσα όταν κάποιο παράξενο γονίδιο μ' εξόρισε κι από τις άλλες ομάδες της γενιάς μου – τους γιάπις τα fashion victims, τους διανοούμενους, τα junkies, τους δημοσιογράφους, τους εστέτ κ.ο.κ. Θα 'θελα πολύ να αγαπώ κι εγώ το ντιζάιν ή τα
στερεότυπα που επικυριαρχούν στο χώρο.



Θα 'θελα να κοιτάζω με βλέμμα όλο κατανόηση τους τριαντακάτι στο dolce, να είμαι ένα γνήσιο παιδί του καιρού μου που πάνω του θριαμβεύει η ηδονική μπαναλιτέ.

Κι αυτό γιατί ξέρω τι μυστική θέρμη έχει το να ανήκεις κάπου. Τι ευεργετική δύναμη έχει πάνω στις πιο μύχιες ανασφάλειες, τι ιδεολογική κάλυψη παρέχει στις πιο απονενοημένες αυθαιρεσίες!
Μα τελικά έμεινα εκτός. Οι αγωνιστές ξεβράστηκαν στα μετερίζια του Δημοσίου, και όλοι οι μεταμοντέρνοι φίλοι μου περνάνε ζάχαρη στις αυτιστικές φωλιές τους. Μόνο εγώ δεν ξέρω που να πάω, πώς να ντυθώ, ποιο περιοδικό να αγοράσω – και ούτε στέκι αξιώθηκα
να αποκτήσω, τόσα χρόνια, περιφερόμενος στ' απιθανότερα έκκεντρα – και με τη ρετσινιά του ηδονοθήρα από πάνω.

Είναι γελοίο να φορτώνουν στους μοναχικούς τις δυσπραγίες της ανθρώπινης κοινωνίας. Θα ήταν ωραίο να συμμετέχουμε όλοι σε ομάδες που μας εκφράζουν, διατηρώντας την ατομική ευθύνη και την αυτονομία μας. Όμως στην ιστορία του ανθρώπου, ελάχιστες
φορές η αυτονομία αυτή επετεύχθη. Ακόμα και τα ευγενέστερα μαζικά κινήματα στη θέση των αρχικών οραματισμών απέκτησαν άβουλα, παθιασμένα πλάσματα που δεν διστάσανε να γράψουν το πιστεύω τους με αίμα. Και τα μεγαλύτερα εγκλήματα στην ιστορία
του είδους δεν διαπράχθηκαν από εγωιστές ή απαθείς ηδονοθήρες (ούτε καν από επαγγελματίες δολοφόνους, χαμένα κορμιά ή κυνικούς), αλλά από ιδεολόγους και φλογερούς αλτρουιστές, ομάδες που αγωνίζονταν για τη σωτηρία του κόσμου και με το
αλάθητο της πίστης τους τρόχιζαν τα λυτρωτικά τους ξίφη.



Δεν φτάνω στο σημείο να υπερασπιστώ τη μοναξιά – διότι ξέρω ότι έχει τη γεύση της μισανθρωπίας, ότι από την πολλή συνέπεια τσακίζει το κορμί και ότι αν τη μια φορά γίνεται από επιλογή τις ενενήντα εννιά γίνεται από ανάγκη. Αλλά σίγουρα την προτιμώ
απέναντι σε όλους αυτούς τους λαλίστατους δημαγωγούς της «συμμετοχής στα κοινά» -- που ενώ διαισθάνονται την ιδεολογική ερημιά των κομμάτων όλο μας δέρνουν σαν στυφές
δασκάλες επειδή δεν ψηφίζουμε ΠΑΣΟΚ ή Ν.Δ.

Την υπερασπίζω βεβαίως και απέναντι στο επικυρίαρχο στιλ της γενιάς μου, που ναι μεν προσφέρει θαλπωρή στους κουρασμένους μου συν-εκδρομείς, έχει όμως γεμίσει τον
ορίζοντα χιλιάδες σωσίες του κενού, ανθρώπους δίχως γεύση και όραμα, που πάνω τους θριαμβεύει η μετριότητα.

Όπως και να το κάνουμε, είναι προτιμότεροι οι αποσυνάγωγοι, οι εκκεντρικοί, οι εξ' οστρακισμένοι των συστημάτων. Αν μη τι άλλο, γιατί αυτοί είναι τουλάχιστον εκτεθειμένοι, έχουν βλάψει τη Συρία λιγότερο, και συναναστρέφονται μια κατάσταση που
μόνο μέσα της ανθίζουν η τέχνη κι η ομορφιά: τη μοναξιά".

Πηγή: http://www.e-foryou.gr/gk_doc/poihsh-logotexnia/Tsagkarousianos%20Stathis.htm

***

Υπάρχουν φορές που διαβάζω κάτι και ταυτίζομαι με αυτό.
Νομίζω ότι το έχω γράψει εγώ.
Όπως αυτό το υπέροχο απόσπασμα του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου.
Με εκφράζει, με καλύπτει.
Υπάρχει μια ηδονική ευτυχία όταν σκέφτομαι ότι δεν σκότωσα ποτέ το παιδί, τον έφηβο μέσα μου, ποτέ δεν μπήκα στην ζεστασιά της αγέλης, δεν κρύφτηκα μέσα στο πλήθος, ποτέ δεν προσκύνησα άνωθεν αλήθειες, αλλά πάντα στεκόμουν όρθιος (αν και μόνος), σκεπτόμενος ότι "ο χρόνος θα δείξει ποιοι κράτησαν εντέλει όρθιο το αλεξικέραυνο τη νύχτα της μεγάλης καταιγίδας, τότε που μούγκριζε ο ουρανός, κι έτρεμαν τα τζάμια των σφαλισμένων σπιτιών μας" (Θανάσης Τριαρίδης, "Σημειώσεις για το τρεμάμενο σώμα", σελ.73).
Ίσως γι'αυτό πάντα με εξέφραζαν και με εκφράζουν οι μοναχικοί, οι αιρετικοί συγγραφείς: ο Νίκος Δήμου, ο Βασίλης Ραφαηλίδης, ο θανάσης Τριαρίδης.

Κι όσο για τις επαναστάσεις και τις παραδεισένιες κοινωνίες, αφήνω τις αυταπάτες μου για άλλα όνειρα: http://galatsi.blogspot.com/2008/05/blog-post.html


doctor

Τρίτη, 20 Μαΐου 2008

Από την Βρετάνη ξανάρχομαι...

Έλαβα σήμερα (πάνω από 10 φορές!) ένα email σχετικά με την συμμετοχή της ΠΓΔ Μακεδονίας στον διαγωνισμό της Eurovision.
Στο τέλος του email, υπήρχαν και ...πηγές (links) προς ...επίρρωσιν των όσων έγραφε, πηγές από το press.gr και από το forum της νεολαίας του ΛΑΟΣ...

Το email ήταν αυτό:

"Για να ξέρουμε τι βλέπουμε ....

Θα εμφανιστεί στολισμένη σαν βασίλισσα της αρχαίας Μακεδονίας.

Το φόρεμα της θα αναπαριστά τον χάρτη της «ενιαίας Μακεδονίας». Τα μάτια όλων των κατά φαντασίαν 'Μακεδόνων' θα βρίσκονται καρφωμένα πάνω της. Από τα χείλη της θα βγαίνει το τραγούδι που αναφέρεται στην.γενοκτονία των «Μακεδόνων του Αιγαίου»!!!!!!!! από τους .Έλληνες!!!
Ο λόγος για την Μιγιάτα, δηλαδή την Νατάσα Μιγιάτοβιτς, την νεαρή Σκοπιανή τραγουδίστρια, η οποία θα συμμετάσχει με το τραγούδι αυτό στην φετινή Eurovision, εκπροσωπώντας την ψευδεπίγραφη «Μακεδονία»! Και εμείς εδώ, δεν γνωρίζουμε τίποτε...Η πολύφερνη ΕΡΤ, που αναμεταδίδει συνεχώς διαφημιστικά του..μεγάλου αυτού πολιτισμικού θεσμού, «ποιεί την νήσσαν» επί του θέματος! Στα δελτία ειδήσεων μέχρι σήμερα, καμία σχετική αναφορά! Και οι Έλληνες τηλεθεατές και fun του θεσμού της Eurovision είναι έτοιμοι να χειροκροτήσουν και να ψηφίσουν την όμορφη Miyatta, χωρίς να έχουν την παραμικρή ιδέα για το τι λένε οι στίχοι του τραγουδιού της! Κι έτσι, ενώ οι Σκοπιανοί συνεχίζουν τις άθλιες προκλήσεις τους σε βάρος της πατρίδας μας και της ιστορίας μας, εκμεταλλευόμενοι κάθε ευκαιρία που του δίνεται, εμείς ασχολούμαστε και αγωνιούμε για την επιτυχία του μυστικού σχεδιασμού (Secret Combination) της Καλομοίρας! Ενός τραγουδιού, δηλαδή, που ούτε καν Ελληνικό στίχο έχει, ούτε η μουσική του επένδυση, έστω κατ' ελάχιστο, παραπέμπει στην πλούσια μουσική παράδοση μας και αναρωτιέται κανείς αν είναι δυνατόν ένα τέτοιο δημιούργημα να εκπροσωπεί την πατρίδα μας έστω και σ' αυτόν τον «κιτς» θεσμό της αισθητικής φτήνιας και της πολιτισμικής κενότητας. Το ερώτημα βεβαίως δεν είναι για το πώς πρέπει να αντιδράσει η χώρα μας (ίσως ένα γιαούρτωμα της ερμηνεύτριας επί σκηνής θα ήταν αρκετό!), αλλά το γιατί και χάριν ποιας σκοπιμότητας συνεχίζει η χώρα μας να αναμένει την ανάγκη συνεχίσεως των συνομιλιών με την εγκληματική γείτονα και τους κομπλεξικούς εκπροσώπους της. Αφήστε τους, αφού έτσι θέλουν να βυθιστούν στη δίνη του αλληλοσπαραγμού και της αυτοδιαλύσεως του κρατιδίου τους και να χαθούν στην ιστορική ανυπαρξία".

http://www.neos-forum.com/viewtopic.php?f=2&t=9158&st=0&sk=t&sd=a&start=0
http://press-gr.blogspot.com/2008/05/blog-post_583.html

****


Βέβαια, δεν χρειάζεται και πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς ότι τα παραπάνω είναι σαχλαμάρες και ιστορίες γι'αγρίους. Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η ταχύτητα με την οποία μεταδίδονται άκριτα τέτοιες βλακείες και μάλιστα από υποτίθεται σοβαρά άτομα.

Καταρχήν ας παραθέσω τους στίχους (κι αν δείτε εσείς γενοκτονία των Μακεδόνων από τους έλληνες, πείτε το και σε μένα):

http://www.eurovision.tv/event/lyrics?event=1470&song=24511

Επίσης εδώ, και στην σλαβομακεδονική διάλεκτο:

http://www.lyricstranslations.com/eurovision/tamara-feat-vrcak-adrian-gaxha-vo-ime-na-

Επίσης εδώ βλέπουμε ότι η εκπρόσωπος της ΠΓΔΜ δεν λέγεται καν...Μιγιάτα:

http://www.eurovision.tv/event/artistdetail?song=24511&event=1470

Ο Πάσχος Μανδραβέλης είχε γράψει πριν λίγο καιρό:

"Οι εμποράκοι του φόβου έχουν ακόμη απλωμένη την πραμάτεια τους κι εμείς εξακολουθούμε να αγοράζουμε. Αυτοί πλουτίζουν, αλλά εμείς δεν γινόμαστε σοφότεροι" (Η Καθημερινή, 9/11/2007).

Τι εμποδίζει όσους πιστεύουν σε τέτοια οφθαλμοφανέστατα ψέμματα να πιστέψουν ότι οι έλληνες ήρθαν από τον Σείριο;
Όμως κυρίως, ποιος από όλους αυτούς θα μπει στην διαδικασία να σκεφτεί όταν ένας νέος Μπερλουσκόνι θα τους στείλει να κάψουν καταυλισμούς τσιγγάνων ή ένας νέος Χίτλερ τους στείλει να κάψουν βιβλία ή ανθρώπους;

Για τα σοβαρά γεγονότα της Ιταλίας παραπέμπω σε ένα πολύ καλό ποστ του Γεράσιμου:

http://gerasimos-memoryland.blogspot.com/2008/05/o.html

doctor

Πέμπτη, 15 Μαΐου 2008

Οι τρεις αποστολές του Ελληνικού Έθνους


Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος

"Υπάρχει εν τη Ανατολή έθνος, το οποίον εν μεν τη αρχαιότητι έβαλε τας βάσεις του διανοητικού και πολιτικού βίου, δι’ου η ανθρωπότης έκτοτε μάλιστα επρόκοψε και ηυδαιμόνησεν, εν δε τω μέσω αιώνι, υπήρξεν ο κύριος απόστολος και πρόμαχος του θείου λόγου, δι’ου συνεπληρώθη και ησφαλίσθη η ηθική της ανθρωπότητος διάπλασις.
Έθνος, το οποίον, μετά τους αδιαλείπτους άθλους, ους, εν διαστήματι χιλίων ετών κατά απειραρίθμων και αδιακόπως ανανεουμένων πολεμίων, επόνησεν υπέρ της ιδίας σωτηρίας, υπέρ της σωτηρίας του Χριστιανισμού, υπέρ της σωτηρίας της Ευρώπης, και καθ’ην στιγμήν ήλπιζεν, ότι θέλει δρέψει τους καρπούς του μεγάλου εκείνου έργου, αίφνης κατεπολεμήθη και ηκρωτηριάσθη υπό της Ευρώπης αυτής, υπερ ης πολλά εμόχθησεν, ώστε εξαντληθέν υπό της τελευταίας ταύτης πάλης, δεν ηδυνήθη μεν ν’ανθέξη εις νέον, μέγαν και ακμαίον απ’ ανατολών επελθόντα πολέμιον, και απέβαλεν μετά τον έσχατον εκείνον και καρτερικόν αγώνα, την πολιτικήν ύπαρξιν, διέσωσε όμως την αδάμαστον αυτού εθνικότητανκαι το ακράδαντον θρήσκευμα.

Έθνος, το οποίο έκτοτε, καίτοι υποκύψαν εις συμφοράς απεριγράπτους, δεν απηλπίσθη, δεν απεκαρτέρησεν, αλλά […] ωφελήθη από τα αγαθά του νεότερου πολιτισμού […] έθνος, τελευταίον, το οποίον έχει την αδιάσειστον πεποίθησιν, ότι καθώς εν τη αρχαιότητι εξεπλήρωσε μίαν μεγάλην ιστορικήν εντολήν, καθώς έπειτα εσώθη από της Θείας Προνοίας επί της Ρωμαϊκής κυριαρχίας ίνα εκπληρώση εν τω μέσω αιώνι δευτέραν μεγάλην ιστορικήν εντολήν, ούτως βραδύτερον εσώθη πάλιν από του Θεού των πατέρων αυτού επί της Τουρκικής κυριαρχίας ίνα εκπληρώση και εν τοις νεωτέροις χρόνοις τρίτην τινά ουδέν ήττον μεγάλην ιστορικήν εντολήν, ότι εν άλλαις λέξεσι προώρισται να προεδρεύση εις την αναβίωσιν της Ανατολής" (Κ.Παπαρρηγόπουλος[1]).

H θεώρηση του Παπαρρηγόπουλου εδράζεται σε μια συγκεκριμένη φιλοσοφία της ιστορίας, σε μια συνολικότερη αντίληψη για τις αρχές οργάνωσης του κόσμου και της ιστορίας.
Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, ένα είδος παγκόσμιας νομοτέλειας οργανώνει την τάξη του κόσμου, δημιουργεί και κατευθύνει την ανθρώπινη ιστορία προς ένα τέλος, υπό την έννοια ότι της προσδίδει προκαθορισμένο νόημα και σκοπό. Δηλαδή, η ανθρώπινη ιστορία υπακούει σε έναν παγκόσμιο ( ή ακόμη και υπερκόσμιο) νόμο, εξελίσσεται βάσει προκαθορισμένου σχεδίου. Η βούληση του Θείου (η παρέμβαση της Πρόνοιας στην ιστορία) εκφράζεται μέσα από τη δράση ενός εγκόσμιου, ιστορικού υποκειμένου, στην περίπτωσή μας του «ελληνικού έθνους» (ή «ελληνισμού») το οποίο και επέχει θέση εντολοδόχου Του (το περιούσιο έθνος). Σύμφωνα με την αντίληψη αυτή, η ανθρώπινη ιστορία (και η ιστορία του ελληνικού περιούσιου έθνους) εξελίσσεται ακολουθώντας προδιαγεγραμμένη πορεία, πραγματοποιώντας δηλαδή τα σχέδια της Πρόνοιας.
Στο σχήμα του Παπαρρηγόπουλου (κι εδώ είναι έκδηλα τα εγγενή εγελιανά και ρομαντικά στοιχεία της εθνικιστικής λογικής, ιδίως του 19ου αιώνα), η Πρόνοια εκδηλώνει την παρουσία της στα εγκόσμια ενσαρκωνόμενη στο «πνεύμα» και την «ψυχή» των εθνών, δηλαδή στον ιδιαίτερο εθνικό πολιτισμό τους.
Από τη θέση αυτή τα καθοδηγεί και τους αναθέτει την αποστολή να φέρουν εις πέρας τα σχέδιά της. Στη βάση αυτής της αντίληψης για το ιστορικό γίγνεσθαι, ο Παπαρρηγόπουλος επιχειρεί να καταδείξει την ύπαρξη του ελληνικού έθνους ως διιστορικού και θεόπνευστου υποκειμένου, μιας οντότητας δηλαδή που πορεύεται μέσα στην ιστορία σύμφωνα με το νόμο της Προόδου.
Το ελληνικό έθνος, καθοδηγούμενο από τις εντολές της Πρόνοιας, διατρέχει τον ιστορικό χρόνο, από την Αρχαιότητα μέχρι τη σύγχρονη εποχή, αλλάζοντας κάθε φορά μορφή και συμπεριφορά ανάλογα με την εκάστοτε θεϊκή εντολή.
Η μορφή την οποία προσλαμβάνει κάθε φορά μέσα στην ιστορία («αρχαίος ελληνισμός», «μεσαιωνικός ελληνισμός», «νέος ελληνισμός») συνάδει με τις επιταγές της Πρόνοιας, συναρτάται εντέλει προς την ιστορική αποστολή που κάθε φορά καλείται να εκπληρώσει.
Το έθνος του Παπαρρηγόπουλου εκπληρώνει σε κάθε ιστορική περίοδο της «ζωής» του από μια ιστορική αποστολή.
Όπως φαίνεται από το απόσπασμα που παραθέσαμε, στους αρχαίους χρόνους προορισμός του ήταν να διαδώσει στην ανθρωπότητα τα φώτα του πολιτισμού, στους μέσους χρόνους να θέσει τα θεμέλια της χριστιανικής ηθικής, στη σύγχρονη εποχή να εκπολιτίσει την Ανατολή, μεταδίδοντάς της τα φώτα του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Ο Παπαρρηγόπουλος διαβάζει την ιστορία από το τέλος και τη διαβάζει τελεολογικά. Έτσι, η πορεία του ελληνικού έθνους παρουσιάζεται ότι είναι προκαθορισμένη από την Πρόνοια, αφού, πάντοτε, δικές της εντολές ενσαρκώνει και υπηρετεί μέσα στην ιστορία [2].
Το αναγεννητικό μήνυμα του εθνικισμού μας φέρνει στο ιδεολόγημα του εθνικού προορισμού ή του εθνικού πεπρωμένου.
Εδώ συναντάμε την τελευταία σημαντική εστία εθνικής μυθοπλασίας, που τροφοδοτείται έμμεσα από εκείνη των χρυσών αιώνων. Η πράξη της προβολής του παρελθόντος στο μέλλον διά της κριτικής του παρόντος αποτελεί οργανικό μέρος της εθνικιστικής μυθολογίας. Αποκαλύπτει τον μεσσιανισμό που χαρακτηρίζει την ιδιότυπη σύλληψη του εθνικού χρόνου, σύμφωνα με την οποία το έθνος εκλαμβάνεται ως φορέας κάποιας υπερβατικής αποστολής και φέρεται να υπέχει χρέος έναντι του εαυτού του και της ιστορίας του[3].
Ορισμένες φορές το μεσιανικό αυτό στοιχείο εκδηλώνεται ως εκπλήρωση ενός ιστορικού χρέους προς την ανθρωπότητα, η οποία θεωρείται ατελής χωρίς την ιδιαίτερη συνεισφορά του οικείου έθνους [4].
Με το ιδεολόγημα του εθνικού πεπρωμένου επιβεβαιώνεται η ρομαντική τελεολογία η οποία διατρέχει την αντίληψη του εθνικού χρόνου στην νεοτερικότητα. Στην σύγχρονη εποχή, τα ελέω Θεού δικαιώματα των βασιλέων έχουν αντικατασταθεί από τα αντίστοιχα «ιστορικά» δικαιώματα των εθνών [5].

Επίλογος: «Κανένας δεν μπορεί να πει ότι μια δεδομένη ομάδα δεν έχει προγόνους, ότι αυτοί οι πρόγονοι δεν διέθεταν παρελθόν, πολιτισμό, βιολογικές καταβολές ή ότι δεν έζησαν κι αυτοί κάπου, σε κάποιο σημείο της γης… Αλλά ποιοι ακριβώς ήταν αυτοί οι πρόγονοι, που έζησαν, τι είδους πολιτισμό μετέδωσαν, κατά πόσον αυτός ο πολιτισμός συνιστούσε όντως πρωτότυπη δημιουργία και ποιες ήταν οι σχέσεις τους με άλλες εθνοτικές ομάδες του παρελθόντος- όλα αυτά, για το ανοιχτό μυαλό (open mind), παραμένουν ανοιχτά ερωτήματα» (Ε.E. Roosens, Creating Ethnicity, σ.160).

doctor

____________________________________________________

[1] Κ.Παπαρρηγόπουλος, «η ορθόδοξος Ανατολική Εκκλησία και τα δύο άλλα χριστιανικά θρησκεύματα», Πανδώρα, τ.Δ (1853-1854), σ.173-174.
Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος (Κων/πολη 1815– 14 Απριλίου1891, Αθήνα) ήταν ιστορικός που χαρακτηρίζεται από τους σύγχρονους ιστορικούς ως ο «πατέρας» της ελληνικής ιστοριογραφίας.

Είναι ο θεμελιωτής της αντίληψης της ιστορικής συνέχειας της Ελλάδας από την αρχαιότητα έως σήμερα, αφού καθιέρωσε στην διδασκαλία του στο Πανεπιστήμιο Αθηνών την τριμερή διαίρεση της ελληνικής ιστορίας (αρχαία, μεσαιωνική και νέα) και επιδίωξε να αναιρέσει τις κυρίαρχες εκείνη την εποχή απόψεις ότι η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ήταν περίοδος παρακμής και εκφυλισμού που δεν αναγνωριζόταν ως τμήμα της ελληνικής ιστορίας. Πιστεύεται ότι έθεσε τις βάσεις για τη διαμόρφωση της εθνικής ταυτότητας της νεοελληνικής κοινωνίας (Α. Πολίτης, Ρομαντικά χρόνια. Ιδεολογίες και νοοτροπίες στην Ελλάδα του 1830-1880, Ε.Μ.Ν.Ε.-Μνήμων, 1998, σελ. 39 και 47). Πηγή: wikipedia.
[2] Νίκος Β.Ροτζώκος, Καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Πολιτικής Ιστορίας της Ελλάδος στο Τμήμα Πολιτικών Επιστημών του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, «Ορλωφικά, Εθναφύπνιση και Εθνογένεση», Βιβλιόραμα, σ.116-9).
[3] Παντελής Λέκκας, Καθηγητής Ιστορικής Κοινωνιολογίας και Σύγχρονης Κοινωνικής Θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Το παιχνίδι με τον χρόνο, ελληνικά γράμματα, σ.202-3.
[4] Βλ. σχετικά J.L. Talmon, The Unique and the Universal, σ.265-8. Για την αντιμετώπιση του εθνικισμού ως μεσσιανικού ή χιλιαστικού συστήματος σκέψης, βλ. A.D. Smith, Nationalism in the twentieth Century, σ.14-42.
[5] Η.Κohn, Prophets and Peoples, σ.16-7.

Παρασκευή, 9 Μαΐου 2008

Το ιδεολόγημα της τρισχιλιετούς ύπαρξης του ελληνικού έθνους


Eugéne Delacroix, «H είσοδος των Σταυροφόρων στην Κωνσταντινούπολη στις 12 Απριλίου 1204»
(«Entry of the Crusaders into Constantinople on 12 April 1204»).


Η ιστορική έρευνα είναι ένα συναρπαστικό ταξίδι και η χαρά της αναζήτησης μέσω του νοερού ταξιδιού σε άλλες εποχές, κάτι το απερίγραπτο ακόμη και για έναν ερασιτέχνη αναζητητή, αρκεί ο αναζητητής (επαγγελματίας ή ερασιτέχνης) να έχει "ανοιχτό" το μυαλό του (open mind) για να δεχτεί τις πληροφορίες που θα ανακαλύψει χωρίς να χρειαστεί να τις ρετουσάρει, να τις σουλουπώσει, να τις εξωραΐσει, να τις προσαρμόσει εν ολίγοις στα δικά του πιστεύω, όποια κι αν είναι αυτά.
Ο ιστορικός εξετάζει κάθε εποχή με βάση τα τότε δεδομένα και συμφραζόμενα. Το έργο του είναι πλήρως απαλλαγμένο από τελεολογικές καταναγκαστικές μέριμνες. Αν δεν είναι, τότε θα πρέπει να διατάξει έτσι τα ιστορικά γεγονότα ώστε αυτά να προαναγγέλλουν τα μελλούμενα.
Προσωπικά, διαβάζοντας την ιστορία με μεγάλο κέφι και μεράκι, ανακαλύπτω συνεχώς καινούργια πράγματα και δεν έχω κανέναν ενδοιασμό να αναδιατάξω την σκέψη μου, αν αυτά που διάβασα αποδεικνύουν ότι κάπου η σκέψη μου αυθαιρετούσε ή απλώς επικρατούσε κάποια σύγχυση μέσα μου.
Το δύσκολο, το τιτάνιο, το ακατόρθωτο, το αχρείαστο κατά την γνώμη μου, έρχεται όταν ο αναζητητής ψάχνει όχι για να βρει αλλά για να δικαιολογήσει.

Έτσι, οι ασπαζόμενοι την θεωρία της συνέχειας του ελληνικού έθνους ανά τους αιώνες -ή οι πιο διπλωμάτες, την θεωρία της συνέχειας κάποιου ασαφούς και απροσδιόριστου ελληνισμού- ψάχνουν κάθιδροι, και όταν βρίσκουν κάτι που δεν συνάδει με την θεωρία που υπηρετούν (και πιστέψτε με, σχεδόν τίποτα δεν συνάδει, και πως θα μπορούσε άλλωστε, αφού προσπαθούνε να αποδώσουν αναδρομικά ιδιότητες και αυτοπροσδιορισμούς του σήμερα σε κοινωνίες του χθες) τότε ή θα το προσπεράσουνε, ή θα το δικαιολογήσουνε, ή τέλος πάντων θα το προσαρμόσουνε στην θεωρία που υπηρετούν.

Ο Π.Λέκκας γράφει εύστοχα επ'αυτού:
"Ακόμη κι όταν η ανασκάλευση του παρελθόντος δεν αποδίδει άμεσους καρπούς, η εθνικιστική ιδεολογία δεν διστάζει να καταφεύγει στην εφεύρεση ή, συχνότερα, στην προσάρτηση και την ιδιοποίηση ψηγμάτων του παρελθόντος, για να σφραγίσει λογικά ή χρονολογικά κενά στην απόδειξη της συνέχειας του παρελθόντος με το παρόν [1].
[…] Οι κοινοί τόποι εθνικισμού και ρομαντισμού, αρκετοί και κρίσιμοι: έμφαση στο συναίσθημα και την φαντασία, εξιδανίκευση του παρελθόντος, αποθέωση του κράτους, συνειδητή υπαγωγή του ατόμου στην κοινότητα"
[2].

Ειλικρινά δεν θα ήθελα να είμαι στην θέση κάποιου τέτοιου αναζητητή και να ενεργώ κατ' ουσίαν ως ένα κομματικό όργανο.
Φυσικά άνθρωποι που μετέχουν πρόθυμα σε κόμματα, όπου ακόμη και η ίδια η πραγματικότητα υποτάσσεται συνειδητά στο κομματικό συμφέρον, δεν θα είχαν κανένα πρόβλημα να παρουσιάσουν μια διαθλασμένη εικόνα της ιστορίας, η οποία εκλαμβάνεται με βάση το εθνικό συμφέρον και μόνο.

Με βάση τα παραπάνω, ας δώσω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα.
Σήμερα, η εθνική θεώρηση της ιστορίας λέει ότι το Βυζάντιο ήταν μία ελληνική αυτοκρατορία (τι αντίφαση να οριοθετείται εθνικά μια αυτοκρατορία που από την φύση της δεν είναι εθνική), αυτό διδάσκεται στα σχολεία και αυτό πιστεύει το 99% των Ελλήνων.
Ακόμη και ένας ερασιτέχνης όμως αν διαβάσει προσεκτικά την ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας (της Αναταλικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας ορθότερα) θα διαπιστώσει ιδίοις όμμασι ότι τα πράγματα δεν είναι όπως παρουσιάζονται και ότι οι προβολές των σημερινών δεδομένων σε παλαιότερες κοινωνίες παρουσιάζουν εγγενείς αδυναμίες, συχνάκις δε οδηγούν σε κωμικοτραγικές καταστάσεις.
Αυτές τις μέρες διαβάζω τον 7ο τόμο («Βυζαντινός Ελληνισμός, Υστεροβυζαντινοί χρόνοι») της «Ιστορίας των Ελλήνων» των εκδόσεων ΔΟΜΗ [3].
Το κεφάλαιο με τίτλο «Οι ανορθωτικές προσπάθειες της Δυναστείας των Κομνηνών (1081-1185) και η εποχή των σταυροφόρων» το οποίο διαβάζω, έχει συγγράψει ένας νέος και φέρελπις ιστορικός από την Κύπρο, ο Ανθούλλης Δημοσθένους , δρ.Βυζαντινής Ιστορίας Πανεπιστημίου Αιγαίου [4].
Το κεφάλαιο αναφέρεται στην εποχή του Αυτοκράτορα Μιχαήλ Ζ’ Δούκα (1071-1078).
Λόγω της κινηματογραφικής ταχύτητας με την οποία εναλλάσσονται τα γεγονότα, αλλά και λόγω της τραγελαφικότητας αυτών, θα μου επιτρέψετε να τα περιγράψω με μια δόση χιούμορ- εύχομαι να με συγχωρήσει ο κ.Δημοσθένους:



«Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία βρίσκεται σε δεινή θέση, έπειτα από την συντριβή στο Ματζικέρτ (1071) από τους Σελτζούκους.
Ο Μιχαήλ για να μπορέσει να αναχαιτίσει τους εχθρούς στηρίχθηκε σε μισθοφόρους, η αφοσίωση των οποίων είχε να κάνει αποκλειστικά με υλικά οφέλη και οικονομικού χαρακτήρα απολαβές.
Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλοί Δυτικοί ηγέτες των μισθοφόρων, όπως οι Νορμανδοί Κρισπίνος, Ερβέβιος Φραγκόπουλος και Ρουσέλιος ή Ουρσέλιος, να λειτουργήσουν σαν εκκρεμές ανάμεσα σε Βυζαντινούς και Τούρκους, ανάλογα με το ποιος τους δελέαζε περισσότερο με αξιώματα, τιμές και κυρίως χρήματα.
Συγκεντρώνει λοιπόν στρατό ο αυτοκράτορας Μιχαήλ και θέτει επικεφαλής του, τον Νορμανδό μισθοφόρο Ρουσέλιο και τον Ισαάκιο Κομνηνό.
Πολύ σύντομα όμως ο Ρουσέλιος αποστατεί και έτσι ο αυτοκράτωρ για να τον αντιμετωπίσει (έχει και τους Σελτζούκους Τούρκους ταυτόχρονα να αντιμετωπίσει) στέλνει εναντίον του τον Ιωάννη Δούκα, αλλά αυτός αποτυγχάνει και αιχμαλωτίζεται.
Έτσι, ο Ρουσέλιος αποφασίζει να καταλάβει την Κωνσταντινούπολη. Στρατοπεδεύει λοιπόν έξω από την Πόλη (στην Χρυσούπολη) όπου πυρπολεί και λεηλατεί τα πάντα, έχοντας πάντα όμηρο-αιχμάλωτο τον Ιωάννη Δούκα.
Τι να κάνει λοιπόν ο αυτοκράτορας που ενώ έστειλε τον μισθοφόρο Νορμανδό Ρουσέλιο να τα βάλει με τους Σελτζούκους, αυτός στράφηκε εναντίον του και απειλεί την ίδια την Πόλη;
Μα… συμμαχεί με τους Σελτζούκους Τούρκους, δηλαδή τον λιγότερο επικίνδυνο εχθρό σε αυτή τη φάση!
Έτσι ο Ρουσέλιος αποκρούεται και υποχωρεί στην Νικομήδεια.
Κατά την υποχώρησή του όμως, τι κάνει ο αθεόφοβος; Αναδεικνύει τον όμηρό του, τον Ιωάννη Δούκα σε αυτοκράτορα του Βυζαντίου, με σκοπό την διάσπαση των υπηκόων της Αυτοκρατορίας!
Ο Μιχαήλ όμως συμμαχεί με τους Τουρκομάνους Αρτακίδες που πετσοκόβουν τον Ρουσέλιο και τον συλλαμβάνουν μαζί με τον όμηρό του, τον Ιωάννη Δούκα.
Οι Τουρκομάνοι όμως έχουν δύο κελεπούρια στα χέρια τους που πρέπει να «πιάνουν» καλά λεφτά.
Οπότε ζητάνε λύτρα και για τους δύο.
Οι βυζαντινοί εξαγοράζουν τον Ιωάννη Δούκα, ενώ τον Ρουσέλιο τον εξαγοράζει … η γυναίκα του (δεν ξέρω αν αυτός θα έκανε το ίδιο γι’αυτήν).
Ο Ιωάννης Δούκας, για να μην χάσει το κεφάλι του για την αποκοτιά του να δεχθεί να γίνει αυτοκράτορας στην θέση του αυτοκράτορα, γίνεται μοναχός και έτσι γλιτώνει (στρίβειν διά του μοναχισμού).
Ο Ρουσέλιος όμως –χάρη στη γυναίκα του- κυκλοφορεί ελεύθερος και είναι δημόσιος κίνδυνος. Τι να κάνει ο αυτοκράτορας, στέλνει τον Νικηφόρο Παλαιολόγο στον Γεώργιο Β’, βασιλιά της Γεωργίας και της Αβασγίας (άρχοντα Αλανίας) που είναι και κουνιάδος του και τον παρακαλεί να δώσει μισθοφόρους στον Νικηφόρο Παλαιολόγο για να αντιμετωπιστεί ο Ρουσέλιος.
Έτσι και γίνεται, όμως επειδή οι μισθοφόροι αλανοί δεν πληρώθηκαν όπως είχε συμφωνηθεί, την έκαναν με ελαφρά και άφησαν τον Νικηφόρο Παλαιολόγο με κάτι λίγους βυζαντινούς να τα βάλουν με κοτζάμ Ρουσέλιο, ο οποίος φυσικά και τους συνέτριψε.
Άντε πάλι από την αρχή.
Ο απηυδυσμένος αυτοκράτορας απευθύνεται αυτή τη φορά στον νεαρό στρατηγό Αλέξιο Κομνηνό.
Αυτός, προσπαθεί να πείσει τους Τουρκομάνους Αρτακίδες (οι οποίοι στο μεταξύ έγιναν συνεργάτες του Ρουσέλιου!) να συμμαχήσουν με τον Αυτοκράτορα.
Έτσι, οι Τουρκομάνοι (αφού πήραν περισσότερα χρήματα και άλλαξαν και πάλι στρατόπεδο) συνέλαβαν τον Ρουσέλιο (επιτέλους τον πιάσαμε τον κερατά) και τον παρέδωσαν χειροπόδαρα στον Αλέξιο Κομνηνό, ο οποίος τον μετέφερε στην Πόλη. Έτσι, ο αυτοκράτορας Μιχαήλ ησύχασε από τον μπελά του Ρουσέλιου που αναστάτωσε όλη την Μικρά Ασία.



Ησύχασε λοιπόν;
Μπα…
Στα Βαλκάνια επαναστάτησαν οι Πετσενέγγοι.
Στέλνει λοιπόν ο Μιχαήλ τον Νέστορα, ο οποίος είχε σλαβική καταγωγή και ως σλάβος θα ήταν οικείος σε αυτά τα σλαβικά φύλα για να τα εξευμενίσει.
Ο συλλογισμός αν και πολιτικά ορθός, δεν λειτούργησε.
Αντίθετα, για άλλη μια φορά, εμφανίστηκε το φαινόμενο του προσεταιρισμού του Βυζαντινού απεσταλμένου από τους εχθρούς.
Ο Νέστορας λοιπόν, στράφηκε εναντίον του πρώην εργοδότη του και με σύμμαχους τα σλαβικά φύλα φτάνει έξω από την Πόλη (καλώς τονε τον λεβέντη).
Όμως η Πόλη γλίτωσε διότι στο αντίπαλο στρατόπεδο εξυφάνθη μια συνωμοσία εναντίον του Νέστορα, που την έκανε για να σωθεί (δεν ξέρεις από πού να πρωτοφυλαχθείς βρε παιδί μου πια).
Και εκεί που πήγαινε ο Μιχαήλ να ηρεμήσει λίγο, να σου και άλλη ανταρσία (μεγάλη γκαντεμιά αυτός ο αυτοκράτορας, δεν ξέρω αν είχε χρόνο και για σεξ…).
Ο Νικηφόρος Γ’ Βοτανειάτης (δούκας των Ανατολικών) κινήθηκε εναντίον της Πόλης [αμάν πια, μέλι έχει αυτή η πόλη; Κάθε τρεις και λίγο να σου και ένας πολιορκητής].

Φτάνει λοιπόν ο Νικηφόρος τον Οκτώβριο του 1077 στην Πόλη και τον Απρίλιο του 1078 την κυριεύει.
Λίγο πριν όμως, αποστατεί και ο Νικηφόρος Βρυέννιος από τα δυτικά και συγκεντρώνει συμμάχους και πλήθος στρατιωτών!
Ο Μιχαήλ τα έχει παίξει τελείως.
Για να αντιμετωπίσει τον σφετεριστή Νικηφόρο Βοτανειάτη στρέφεται –που αλλού;- στους Σελτζούκους Τούρκους!
Για να αντιμετωπίσει όμως τον Βρυέννιο, τον άλλον σφετεριστή, στρέφεται –μαντέψτε που- στον … Ρουσέλιο [τον θυμάστε τον τρελό Νορμανδό μισθοφόρο;].
Ο Ρουσέλιος λοιπόν (αφού πάρει μια καλή προκαταβολή) τσακίζει τον Βρυέννιο. Στο μεταξύ ο Νικηφόρος Βοτανειάτης πλησιάζει τους Σελτζούκους που υποτίθεται ότι έστειλε εναντίον του ο Αυτοκράτορας Μιχαήλ, και προσεταιρίζεται τον Σελτζούκο Σουλεϊμάν Ιμπν Κουτλουμούς και τις πολύτιμες στρατιωτικές του δυνάμεις.
Έτσι, ο Νικηφόρος Βοτανειάτης κερδίζει το ματς και γίνεται και επίσημα ο νέος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου (1078) όπου και θα μείνει εκεί για τρία χρόνια.
Ο τέως αυτοκράτωρ Μιχαήλ, κουρασμένος και αποκαμωμένος από όλα αυτά, είπε άει σιχτίρ, αποσύρθηκε και έγινε καλόγερος στην Μονή Στουδίου (όχι παίζουμε!) και αργότερα εξελέγη μητροπολίτης Εφέσου!» [5].



Με βάση τα παραπάνω γεγονότα, βρείτε μου εσείς συνέχεια του ελληνικού έθνους, βρείτε μου ελληνικό πολιτισμό, βρείτε μου αυτοπροσδιορισμούς με βάση τον ελληνισμό, βρείτε μου εθνικές συνειδήσεις, βρείτε μου αποκρυσταλλωμένες και συνειδητοποιημένες εθνικές κοινωνικές συμπεριφορές, βρείτε μου ελληνικό Έθνος, βρείτε μου Ελλάδα μέσα σε αυτό το σαλούν, βρείτε μου προβολές της αρχαίας Αθήνας σε αυτό το μπάχαλο, και εγώ θα γίνω η Μαρία Αντουανέτα!
Ο μόνος αυτοπροσδιορισμός τότε ήταν ένας: το χρήμα.
Όλοι πολεμούσαν για όποιον τους πλήρωνε καλύτερα και την κυρία εθνική συνείδηση ούτε που την είχανε ακούσει.
Αυτοκράτορες και πατριάρχες ανεβοκατέβαιναν στην εξουσία μέσα από κλίκες και δολοπλοκίες και το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν η εξουσία και το χρήμα.
Τα ιδανικά του σήμερα απλώς τότε δεν υπήρχαν (και ως μέσο παρακίνησης για την μάζα εχρησιμοποιείτο η θρησκεία όταν ο εχθρός ήταν αλλόθρησκος ή η πίστη στον αυτοκράτορα όταν ο εχθρός ήταν ομόδοξος-ξέρετε, ο λαός αν έχει ιδανικά πεθαίνει πιο πρόθυμα και σκοτώνει χωρίς τύψεις) και οι προσπάθειες της εθνικιστικής διανόησης να προσδώσει εθνική συνείδηση σε κοινωνίες που ο ένας έσφαζε τον άλλον για … μια χούφτα δολάρια, εκτός από ανιστόρητες, είναι –απ’ ότι είδατε με βάση τα γεγονότα που περιέγραψα- αστείες και τραγελαφικές.
Τα προεκτεθέντα ιστορικά γεγονότα θυμίζουν φρενήρεις σκηνές από το underground του Κουστουρίτσα υπό τους ήχους του Bregovic και σε καμία περίπτωση τις εθνοπατριωτικές κορώνες που ακούγονται στις παρελάσεις.
Φυσικά ιστορίες (για αγρίους) σαν κι αυτή που διαβάσατε υπάρχουν εκατοντάδες στο Βυζάντιο και όχι μόνο και αποδεικνύουν την απλοϊκότητα και την αντιεπιστημονικότητα του εθνικιστικού λόγου.

doctor

_________________________________________________________

[1] "Το παιχνίδι με τον χρόνο", Π.Λέκκας, σελ.51. Πληροφορίες για το βιβλίο και τον συγγραφέα: http://dimitrisdoctor.blogspot.com/2007/12/blog-post_247.html
[2] ο.π. σ. 82.
[3] Τον τόμο επιμελείται ο κ. Αλέξιος Σαββίδης, Καθηγητής Βυζαντινής και Μεσαιωνικής Ιστορίας του Πανεπιστημίου του Αιγαίου.
Για τη συγγραφή της «Ιστορίας των Ελλήνων» συνεργάστηκαν περίπου 150 πανεπιστημιακοί κι ερευνητές, προσεγγίζοντας τα θέματά τους μέσα από «μια εκσυγχρονιστική θέαση της ιστοριογραφίας», σύμφωνα με τον Βασίλη Καρδάση, καθηγητή στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης. Επόπτης του τόμου για την τουρκοκρατία, ο τελευταίος, επισημαίνει τη συμβολή «πολλών νέων αξιόλογων επιστημόνων» στο εκδοτικό αυτό εγχείρημα. Ενα εγχείρημα «που δεν διέπεται από τη λογική της περιγραφής, αλλά από τη λογική της ερμηνείας των γεγονότων» και του οποίου τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές έθεσαν, μεταξύ άλλων, οι καθηγητές του ΑΠΘ Γιώργος Αναστασιάδης και Γιώργος Μαργαρίτης, ο καθηγητής Βυζαντινής και Μεσαιωνικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου Αλέξιος Σαββίδης, η ιστορικός Αφροδίτη Καμάρα και ο Ιωάννης Μεταξάς από το Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Βλ. περισσότερα:
http://www.enet.gr/online/online_text/c=113,dt=04.06.2006,id=81388900
[4] Ο Ανθούλλης Α. Δημοσθένους γεννήθηκε στη Λευκωσία της Κύπρου στα 1976. Είναι πτυχιούχος του τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Κατά τα έτη 1999-2001 παρακολούθησε μεταπτυχιακές σπουδές στον τομέα ειδίκευσης της βυζαντινής ιστορίας στο Παν/μιο Αθηνών και τώρα είναι υποψήφιος διδάκτορας στο ίδιο Πανεπιστήμιο. Έχει ασχοληθεί με την επιστημονική έρευνα γύρω από όλο σχεδόν το φάσμα της βυζαντινής ιστορίας. Συστηματικά έχει ασχοληθεί με τη μελέτη της βυζαντινής Κύπρου. Εκτός από το παρόν βιβλίο έχει εκπονήσει δύο ακόμη επιστημονικά άρθρα που αφορούν την Κύπρο L' empire chypriote 1184-1191, Βυζαντινός Δόμος 12 (2001), και: Το "έθνος των Κυπρίων", Ιδεολογικές τάσεις στη βυζαντινή Κύπρο (965-1191), Επετηρίδα του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών της Λευκωσίας.
http://www.books.gr/ViewAuthor.aspx?AuthorId=1386954.
[5] Ελεύθερη χιουμοριστική απόδοση με πηγή τον 7ο τόμο της «Ιστορίας των ελλήνων» της Δομής, σελ.16-24.

Σάββατο, 3 Μαΐου 2008

Οι τουρκόσποροι


Μυτιλήνη. Πρόσφυγες με παιδιά περιμένοντας την εγκατάστασή τους.

Στα τέλη του Γενάρη του 1923 υπογράφεται στη Λωζάνη η "Σύμβασις περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών" [1].
Το σύμφωνο της Ανταλλαγής προέβλεπε την υποχρεωτική ανταλλαγή των τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθοδόξου θρησκεύματος, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, που είναι εγκατεστημένοι στα εδάφη αμφοτέρων των κρατών [2].
Η ανταλλαγή λοιπόν πραγματοποιείται όχι με βάση την εθνικότητα ή την εθνική συνείδηση (η οποία τότε δεν είχε την σημερινή έννοια και λίγοι την αντιλαμβανόταν ως έννοια) , αλλά με βάση την θρησκευτική πίστη: όσοι πιστεύουν στον Αλλάχ είναι τούρκοι, όσοι πιστεύουν στον Χριστό είναι έλληνες. Πολλοί ελληνόφωνοι μουσουλμάνοι (π.χ. τουρκοκρήτες) μεταναστεύουν υποχρεωτικά στην Τουρκία και πολλοί τουρκόφωνοι χριστιανοί στην Ελλάδα. Έτσι, 786.431 πρόσφυγες έρχονται στη χώρα μας [3].

Το ελληνικό κράτος απευθύνθηκε στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ) η οποία βοήθησε την Ελλάδα να συνάψει δάνειο και ίδρυσε την Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ) [4].
Η αποκατάσταση των προσφύγων στις πόλεις έγινε με την δημιουργία προσφυγικών συνοικισμών [5].



Καταυλισμός προσφύγων, Μακεδονία 1922.


Σε κοινωνικό επίπεδο οι πρόσφυγες έφεραν στην κοινωνία της Ελλάδας τον τρόπο ζωής τους, τις συνήθειές τους, τη μουσική τους (ρεμπέτικο τραγούδι), την κουζίνα τους. Καθώς πολλές από τις γυναίκες πρόσφυγες υποχρεώθηκαν να εργαστούν και αρκετές από τις γηγενείς έκαναν το ίδιο, τα στερεότυπα που ήθελαν τη γυναίκα κλεισμένη στο σπίτι και υποχείριο του άντρα άρχισαν να κλονίζονται [6].
Παρά τα κρατικά μέτρα, τα προβλήματα δεν έλειπαν, καθώς συχνά η στάση των γηγενών ελλήνων απέναντι στους πρόσφυγες ήταν αρνητική.
Οι πρόσφυγες πήραν γη που πολλοί γηγενείς θεωρούσαν δική τους και πρόσφεραν την εργασία τους φτηνά πιέζοντας προς τα κάτω τις αμοιβές των ντόπιων. Ακόμη, οι πρόσφυγες ήταν στη συντριπτική τους πλειονότητα βενιζελικοί κι αυτό τους έφερνε σε αντίθεση με την αντιβενιζελική Παλαιά Ελλάδα.
Πολλοί γηγενείς θεωρούσαν τους πρόσφυγες παράδοξους, καθώς είχαν πρωτάκουστα ονόματα, έτρωγαν άγνωστα φαγητά και οι γυναίκες τους εργάζονταν σε ξένες δουλειές. Το αποτέλεσμα ήταν η λέξη "πρόσφυγας" να είναι για χρόνια απαξιωτικός χαρακτηρισμός μεταξύ των γηγενών Ελλήνων.


Γράφει ο Α.Ρήγος: "Η εντονότατη αντίθεση γηγενών και προσφύγων διαχέεται σε όλον τον ελλαδικό χώρο. Οι άνθρωποι που μόλις διασώθηκαν από την τουρκική σφαγή, αποκαλούνται "τουρκόσποροι" και "γιαουρτοβαφτισμένοι"(επειδή συνήθιζαν να τρώνε γιαούρτι).
Η λέξη "Σμυρνιά" από προσδιοριστική της γυναικείας μικρασιατικής καταγωγής, γίνεται στο νεοελληνικό λεξιλόγιο συνώνυμη της πόρνης.
Η λέξη "πρόσφυγας" διαχέεται στον κοινωνικό ιστό με τον πιο υποτιμητικό τρόπο.
Τον "ρατσισμό" αυτό προσπαθούν να εκμεταλλευτούν οι φασιστοειδείς κινήσεις που απαιτούν να επιβληθεί στους πρόσφυγες να φορέσουν κίτρινα περιβραχιόνια για να τους διακρίνουν και να τους αποφεύγουν οι έλληνες" [7].

Η δημιουργία ξεχωριστών συνοικισμών και οι εντάσεις ανάμεσα σε πρόσφυγες και γηγενείς δυσχεραίνουν την ενσωμάτωση και ενισχύουν τις τάσεις για απομόνωση των προσφύγων και εσωστρέφεια που εκφράζεται με μια διευρυμένη προσφυγική ενδογαμία και τη δημιουργία μιας ιδιαίτερης ζωής των προσφύγων σε πολλές περιοχές. Η ενσωμάτωση μέσω της εκπαίδευσης, κύρια πρακτική του ελληνικού εθνικισμού στην αλυτρωτική του φάση, δυσκολευόταν να αποδώσει.
Η σχολική τάξη έχει διασαλευτεί, ιδιαίτερα στα επαρχιακά σχολεία, όπου συνωστίζονται μαθητές διαφορετικών ηλικιών, επιπέδων και γλωσσικών περιβαλλόντων. Σημαντικό στοιχείο διαφοροποίησης ακόμη και για πρόσφυγες που προέρχονται από κοντινές περιοχές αποτελεί η μητρική γλώσσα και η χρήση άλλων γλωσσών εκτός της ελληνικής στην καθημερινή ζωή.
Σημαντικό μέρος των προσφύγων έχει ως μητρική την τουρκική γλώσσα, π.χ. Γκαγκαούζοι[8], Καραμανλήδες [9] την Καπαδοκική διάλεκτο, που ήταν μια μίξη ελληνικής και τουρκικής γλώσσας [10], ή τα αρβανίτικα [11]. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι στην Ελλάδα κατέφυγαν επίσης Αρμένιοι και λιγοστοί Κιρκάσιοι και Ασσύριοι.
Οι πρόσφυγες εντάσσονται στην ελληνική κοινωνία ως διακριτή ομάδα όχι μόνο θεσμικά αλλά και πολιτισμικά.
Η τουρκοφωνία αγνοείται συνήθως ως παράμετρος της εγκατάστασης των προσφύγων, αφού δεν αποτελούσε στοιχείο σύνδεσης με τον τουρκικό εθνικισμό, αλλά αποτέλεσε παράγοντα απομόνωσης πολλών αγροτικών κυρίως κοινοτήτων και επιβράδυνε την αφομοίωση των συγκεκριμένων ομάδων. Ακόμα και το καταληκτικό -ογλού των επωνύμων πολλών προσφύγων αποτελούσε αντικείμενο αρνητικής συμπεριφοράς και σε πολλούς επιβλήθηκε ή υπαγορεύτηκε η εληνοποίηση του ονόματός τους.
Στις γλωσσικές ιδιαιτερότητες εντάσσονται και οι ελληνόφωνοι ποντιακοί πληθυσμοί, το ιδίωμα των οποίων δεν καταλάβαιναν (και δεν καταλαβαίνουν) οι γηγενείς έλληνες.





Οι ελληνομαθείς ομάδες αποκτούν σαφές προβάδισμα για την ένταξή τους στις γραφειοκρατικές δομές της αποκατάστασης και αναπτύσσουν αποτελεσματικότερες στρατηγικές ατομικής και συλλογικής αποκατάστασης. Παρά το γεγονός ότι η παίδευση των προσφύγων υπολείπεται κατά πολύ του θρύλου που αναπτύσσουν ιδιαίτερα οι Σμυρνιοί και οι Πόντιοι στα χρόνια που ακολουθούν, τα ποσοστά της εγγραμματοσύνης και για τα δύο φύλα είναι ανώτερα από τα αντίστοιχα ποσοστά του συνολικού πληθυσμού [12].
Το προσφυγικό ρεύμα της Μικρασιατικής καταστροφής και της Συνθήκης Ανταλλαγής των πληθυσμών δεν ήταν το πρώτο που δέχθηκαν, μετά το 1912, η Μακεδονία και η Δυτική Θράκη.
Από το 1914 μέχρι το 1922, οι παρατεταμένες πολεμικές συγκρούσεις του Α'Παγκοσμίου Πολέμου στην περιοχή των Βαλκανίων αλλά και οι πολεμικές-πολιτικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν στην Σοβιετική Ένωση, ανάγκασαν περίπου 200.000 πρόσφυγες να μεταναστεύσουν στην Ελλάδα και να εγκατασταθούν, στην πλειοψηφία τους, στις βόρειες επαρχίες του ελληνικού κράτους[13].
Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει για την έλευση των περίπου 50.000 Ελλήνων προσφύγων από την περιοχή της Νότιας Ρωσίας, της Κριμαίας, της Γεωργίας, του Καυκάσου και του Καρς, στο διάστημα 1920-1921. Τότε πραγματοποιείται η μετανάστευση του παππού και της γιαγιάς του γράφοντος, από το Σοχούμι της σημερινής Γεωργίας, στην Θεσσαλονίκη αρχικά, και στον νομό Έβρου τελικά.
Η μετανάστευσή τους στην Ελλάδα σημαδεύτηκε από φοβερές κακουχίες και αυξημένη θνησιμότητα, τόσο κατά το διάστημα της αναμονής στους μεθοριακούς σταθμούς και στα λιμάνια της Γεωργίας όσο και κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και των πρώτων μηνών της προσωρινής εγκατάστασής τους στην Θεσσαλονίκη.
Οι πρόσφυγες, ύστερα από τη διαδικασία της μαζικής απολύμανσης στο λοιμοκαθαρτήριο, στοιβάζονταν σε ξύλινους θαλάμους και σκηνές, βιώνοντας τη διαδικασία της πολύμηνης καραντίνας, με σκοπό την αποφυγή της μετάδοσης επιδημιών στην πολη. Οι στατιστικές των υγειονομικών υπηρεσιών καταγράφουν τον τεράστιο αριθμό των προσφύγων που αρρώστησαν ή απεβίωσαν.





Το ταπεινωτικό βίωμα της απομόνωσης από την πόλη και τους γηγενείς κατοίκους, όπως και της σκληρής συμπεριφοράς από τους υπαλλήλους των υπηρεσιών, αποτυπώνεται στις τοπικές εφημερίδες και στις μαρτυρίες των προσφύγων.
Η "Εφημερίς των Βαλκανίων" γράφει στις 15/12/1920:
"Οι δυστυχείς Καυκάσιοι λιμοκτονούν και πάλιν, παρά τας διαφόρους διαβεβαιώσεις, ότι ελήφθη πάσα φροντίς να μη μένωσι νηστικοί, ότι θα γίνουν πρατήρια, ότι τέλος δεν θ'αποθάνουν από την πείναν και το κρύο [...]
Μετά φρίκης μανθάνομεν ότι αποθνήσκουν 44 καθ'εκάστην!!!
[...] Εμάθομεν ακόμη ότι τα δήθεν Νοσοκομεία των προσφύγων είναι σε αθλία κατάστασιν, και ενώ το πλείστον των προσφύγων είναι ασθενείς από την λιμοκτονίαν, υπάρχουν μόνον δύο ιατροί, οι οποίοι μόλις προφταίνουν να πιστοποιούν τους θανάτους!
Δεν θέλομεν να είπωμεν περισσότερα, νομίζομεν όμως ότι αν τους παραδίδομεν εις τον Μουσταφά Κεμάλ θα τους μεταχειρίζετο ίσως καλλίτερον". [...] [14].


Καταυλισμός προσφύγων, Μακεδονία 1922.

Οι μαρτυρίες των προσφύγων, συγκλονιστικές και χαρακτηριστικές της οικτρής κατάστασής τους:
"Στην Καβάλα επιτάξανε όλες τις καπναποθήκες και όσα πλοία ήρθαν, αδειάζανε τους πρόσφυγες στο λιμάνι. Μας παίρνανε με τα κάρα και μας στοιβάζανε μέσα στα καπνομάγαζα.[...] Σε μία εβδομάδα μέσα -ξέρετε το καπνομάγαζο είχε τουαλέτες δύο τρεις κι όταν έχει χίλιους ανθρώπους μέσα, μπορούν δύο τρεις τουαλέτες να φτάσουν;- η βρωμιά έφερε ασθένειες και κυρίως παιδικές, ιλαρά και οστρακιά, η οποία θέριζε τα παιδιά, δέκα δέκα την ημέρα κι εκατό την εβδομάδα είναι λίγα, θέριζε κατά χιλιάδες τα παιδιά.
Και τότε κι εγώ αρρώστησα αλλά κι ο μικρός μου ο αδερφός, ο Ευρυπίδης, αρρώστησε και πέθανε. Ήταν δύομισι χρονώ.
[...] Μας φόρτωσαν από κει και μας βγάζουν στην Κάρυανη. [...] Τότε δεν είχε παρά βούρλα και κουνούπια, τίποτ' άλλο. Είχε θέρμες, αρρώστια, ελονοσία μεγάλη. Έλη ήτανε, τίποτ'άλλο.
Αρρωστήσαμε.
Ανεβήκαμε ψηλά, στην άκρη του βουνού, απάνω, στην παλιά Κάρυανη. Είχανε κάτι τολ, τα είχανε κάνει οι Γάλλοι, και μέσα ήταν οι Καρυανιώτες, όσοι επιζήσανε από τη σφαγή των Βουλγάρων. Εκεί μας πήγανε, αλλά που να μείνουμε; Μέναμε στο ύπαιθρο. Άστα από φαγητό, άστα! Μέναμε στο ύπαιθρο. Τότε είχε πολλά άγρια ζώα. Μια φορά κοιμόμασταν και μαζευτήκαν τα τσακάλια ανάμεσα στα στρώματα και σηκώθηκαν ο γέρος μου μαζί μ' έναν άλλο και χτυπούσαν τα τσακάλια με την κουβέρτα [...] "[15].



Ανατολική Θράκη, Γανόχωρα, πρόσφυγες εγκαταλείπουν την πατρίδα τους.

"Σαν άγριους μας έβλεπαν: "μην κλαίτε, θα'ρθούνε οι πρόσφυγοι", έλεγαν στα παιδιά τους [...].
Άρχισε ο ένας ο βαρκάρης να βρίζει τον άλλον, το Χριστό του και την Παναγία του. Μόλις τον άκουσαν, τρελλάθηκαν! Η μάνα μου ήταν ποιήτρια αγράμματη. Λέει ποντιακά:

"Αλί εμάς και βάι εμάς, που έρθαμε στην Ελλάδα!
Αδά τον γέρον κι* αγαπούν, τη γραία πα κι θέναι,
αδά εσκώθεν η ντροπή και χάθεν η θρησκεία
και βλαστημούνε το Χριστό και αυτήν την Παναγία!" (*κι: δεν).




Έλληνες πρόσφυγες από την Κιουτάχεια.

Δεν μας δέχθηκαν καλά.
Στέλναν τα παιδιά και μας σβήναν την φωτιά, ουρώντας το μαγκάλι.
Μας έλεγαν πρόσφυγγες, σφίγγες δηλαδή.
Δε μας ήθελαν τέλος πάντων για πολλούς λόγους.
Διότι οι άντρες είδαν πολιτισμένο κόσμο, οι κοπέλες πιο καλοντυμένες, οι οποίες ως επί το πλείστον ήξεραν οι περισσότερες γράμματα και αυτό πείραξε τις ντόπιες [...]
Και από οικονομικής πλευράς ίσως, εργάτες φθηνοί ήμασταν, τώρα ό,τι γίνεται με τους Αλβανούς [...] [16].
Ήρθε ένας γέρος και καθότανε λοιπόν έτσι και λέει, "εσείς δεν είστε έλληνες". Τότες μας λέγανε τουρκόσποροι" [17].


Γυναίκα πρόσφυγας κρατά το αποστεωμένο κοριτσάκι της.

Φυσικά δεν έλειπαν και οι συμπλοκές/διαπληκτισμοί γηγενών και προσφύγων. Παραθέτω ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα:
"Κατά τα τηλεγραφήματα εκ Γρεβενών αιματηρά συμπλοκή έλαβε χώραν μεταξύ εντοπίων και προσφύγων.
Οι κάτοικοι του χωριού Σπάτα, έχοντες διαφιλονικούμενους αγρούς με τους πρόσφυγας Κρύφτσου, μετέβησαν χθες την πρωίαν και ευρόντες ομάδα προσφύγων να εργάζεται εις αυτούς επετέθησαν και τους ετραυμάτισαν σοβαρώς[...]" [18].



Πρόσφυγες από την Αγχίαλο συγκεντρωμένοι σε αλάνα.

Σε όλη τη διάρκεια του Μεσοπολέμου, και ιδιαίτερα κατά την πρώτη δεκαετία, η μαζική εγκατάσταση των προσφύγων συνοδεύτηκε από τη μεγάλη εξάπλωση των ασθενειών και της θνησιμότητας στη Βόρεια Ελλάδα.
Μάστιγα της εποχής ήταν η ελονοσία η οποία μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του 1930, έπληττε το 40%-90% του πληθυσμού στις πόλεις και τα χωριά.
Η θνησιμότητα ήταν ιδιαίτερα αυξημένη κυρίως στις ευπαθείς ομάδες, δηλαδή στα παιδιά και στους ηλικιωμένους. Το 1923 και το 1924 έφτασε στο 45% ανάμεσα στους ασθενείς πρόσφυγες.
Το ίδιο διάστημα, στη Χαλκιδική, στα Γιαννιτσά, στο Κιλκίς, στην Κατερίνη, στις Σέρρες και στην Καβάλα, πέθανε το 1/5 των εγκατεστημένων προσφύγων[19].



Πρόσφυγες δίπλα σε βάλτο.

Ίσως σε μας, τα εγγόνια αυτών των προσφύγων, μένει μια πίκρα, ένα παράπονο για την συμπεριφορά των γηγενών προς τους παππούδες μας.
Την ίδια συμπεριφορά -τηρουμένων των αναλογιών και αν στην περίπτωση του '22 υπήρχε εχθρότητα και προκατάληψη, στην περίπτωση του '90 υπήρξε παγερή αδιαφορία- επεφύλαξε η ελληνική κοινωνία στους βορειοηπειρώτες και στους ποντίους της πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. τους οποίους ακόμη και σήμερα οι γηγενείς αποκαλούνε απαξιωτικά "Ρωσοπόντιους".

Κι εκείνοι τραγουδάνε:

"Πατρίδα μάνα μ'έδωσε άμον καταραμένος,
στα ξένα είμαι Έλληνας και στην Ελλάδα ξένος...".

doctor
____________________________________________________________

[1] Συνθήκη της Λωζάνης: Σύμβασις Περί ανταλλαγής των Ελληνικών και Τουρκικών πληθυσμών
VI. ΣΥΜΒΑΣΙΣ ΠΕΡΙ ΑΝΤΑΛΛΑΓΗΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΙΚΩΝ ΠΛΗΘΥΣΜΩΝ
ΚΑΙ ΠΡΩΤΌΚΟΛΛΟΝ ΥΠΟΓΡΑΦΕΝΤΑ ΤΗ 30 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ 1923.

Η σύμβαση υπεγράφη από τους Ελ.Βενιζέλο, Δ.Κακλαμάνο, Ισμέτ Πασά (Ινονού), Δρ.Ριζά Νουρ Βέη και Χασάν Βέη με 19 άρθρα και ένα πρωτόκολο, τα οποία θα ενσωματωθούν αργότερα στην συνθήκη της Λωζάνης (23.7.1923).

[2] "Άρθρον 1.
Από της 1ης Μαΐου 1923, θέλει διενεργηθή η υποχρεωτική ανταλλαγή των Τούρκων υπηκόων, ελληνικού ορθοδόξου θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των τουρκικών εδαφών, και των Ελλήνων υπηκόων, μουσουλμανικού θρησκεύματος, των εγκατεστημένων επί των ελληνικών εδαφών.
Τα πρόσωπα ταύτα δεν θα δύνανται να έλθωσιν ίνα εγκατασταθώσιν εκ νέου εν Τουρκία ή αντιστοίχως εν Ελλάδι, άνευ της αδείας της Τουρκικής Κυβερνήσεως ή αντιστοίχως της Ελληνικής Κυβερνήσεως.

Άρθρον 2.
Δεν θα περιληφθώσιν εις την εν τω πρώτω άρθρω προβλεπομένην ανταλλαγήν:
α) οι Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως·
β) οι Μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης.
Θέλουσι θεωρηθή ως Έλληνες κάτοικοι της Κωνσταντινουπόλεως, πάντες οι Έλληνες οι εγκατεστημένοι ήδη προς της 30ης Οκτωβρίου 1918, εν τη περιφέρεια της Νομαρχίας Κωνσταντινουπόλεως, ως αύτη καθορίζεται δια του νόμου του 1912.
Θέλουσι θεωρηθή ως μουσουλμάνοι κάτοικοι της Δυτικής Θράκης, πάντες οι Μουσουλμάνοι οι εγκατεστημένοι εν τη περιοχή ανατολικώς της μεθορίου γραμμής της καθορισθείσης τω 1913 δια της Συνθήκης του Βουκουρεστίου".

Είναι ενδιαφέρον ότι ενώ η ανταλλαγή γίνεται με θρησκευτικά κριτήρια, για τις εξαιρέσεις ισχύει άλλοτε το κριτήριο της θρησκείας και άλλοτε της εθνότητας.
[3] Πηγή: Βασίλειον της Ελλάδος. Υπουργείον Υγιεινής, Προνοίας και Αντιλήψεως - Τμήμα Στατιστικής, "Απογραφή προσφύγων ενεργηθείσα κατ'Απρίλιον 1923. Αριθμός προσφύγων κυρωθείς διά του από 18 Οκτωβρίου 1923 Β.Διατάγματος", Αθήνα, 1923. Σχεδόν οι μισοί (355.186) εποίκισαν την Μακεδονία και την Θράκη.
Στην απογραφή του 1928, τη μόνη γενική απογραφή στην οποία οι πρόσφυγες απογράφονται ως ξεχωριστή κατηγορία, ο αριθμός τους ανέρχεται συνολικά σε 1.221.849 πρόσωπα από τα οποία μόνο τα 151.892 δήλωσαν ότι ήρθαν πριν από τη Μικρασιατική Καταστροφή.
[4] Επιτροπή Αποκαταστάσεως Προσφύγων (ΕΑΠ): αυτόνομος οργανισμός με πλήρη νομική υπόσταση που ιδρύθηκε με πρωτοβουλία της Κ.Τ.Ε. τον Σεπτέμβριο του 1923 και είχε ως βασική αποστολή την εξασφάλιση παραγωγικής απασχόλησης και οριστικής στέγασης για τους πρόσφυγες. Η ΕΑΠ λειτούργησε από το 1923 έως το 1930 και ασχολήθηκε κυρίως με την αποκατάσταση των προσφύγων στην ύπαιθρο. Περίπου 750.000 πρόσφυγες οδηγήθηκαν στη Μακεδονία και στη Θράκη, γιατί εκεί υπήρχαν διαθέσιμες γαίες αλλά και για να εξασφαλιστεί η αριθμητική υπεροχή του ελληνικού στοιχείου σε αυτές τις περιοχές.

[5] π.χ. Καισαριανή, Βύρωνας, Νέα Ιωνία, Νέα Φιλαδέλφεια,Καλλιθέα,Νέα Κοκκινιά,Δραπετσώνα,Κερατσίνι.
Για την Καισαριανή και τον Βύρωνα, βλ.Εφημερίδα "Εντός της Καισαριανής", τ.61, Νοέμβριος 1999:
http://www.defacto.gr/papers/kaisar/showpage.asp?new_list1=1999&new_list2=11&pagelist1=1&k_id=1252
[6] Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία Γ'Γυμνασίου, "Το προσφυγικό ζήτημα στην Ελλάδα κατά τον Μεσοπόλεμο", ενότητα 44, σ.121-122, Υπουργείο Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, Παιδαγωγικό Ινστιτούτο, Αθήνα,2007.
[7] Α.Ρήγος, Η Β' Ελληνική Δημοκρατία, 1924-1935, Θεμέλιο, Αθήνα, σ.223-8.
[8] Οι Γκαγκαούζοι ή Γκαγκαβούζηδες θεωρούνται [απο Τούρκους ιστορικούς ως τουρκικό φύλο, το οποίο έχει εκχριστιανιστεί]. Έλληνες ιστορικοί τους χαρακτηρίζουν ως μικρασιάτες τουρκόφωνους και τους εντάσουν στους Καραμανλήδες(Τουρκόφωνοι Ορθόδοξοι Χριστιανοί) της Μικράς Ασίας.
Με τη συνθήκη της Λωζάνης θεωρήθηκαν από τους Τούρκους ανταλλάξιμοι ως φανατικοί έλληνες και υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους και να εγκατασταθούν στην επαρχία Ορεστιάδας και Διδυμοτείχου σε 21 χωριά. Ο κύριος όγκος τους είναι εγκαταστημένος στα χωριά: Οινόη, Σαγήνη, Κλεισώ, Αμμόβουνο, Θούριο, Λεπτή, Κέραμος, Καναδάς, κλπ.
[9] Καραμανλήδες - (ενικός Καραμανλής) - Ονομασία τουρκόφωνων χριστιανών ορθοδόξων που κατοικούσαν κυρίως στην περιοχή της Μικράς Ασίας γνωστή ως Καππαδοκία. Έγραφαν την τουρκική γλώσσα με χαρακτήρες του ελληνικού αλφαβήτου (Καραμανλήδικα). Οι Καραμανλήδες ήταν είτε Έλληνες που εκτουρκίστηκαν διατηρώντας όμως τη θρησκεία τους, είτε Τούρκοι που εκχριστιανίστηκαν. Έπειτα από την υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης (1923) μεταφέρθηκαν κατά την ανταλλαγή πληθυσμών στην Ελλάδα και κυρίως σε περιοχές της Μακεδονίας και της Θράκης.
Πηγή: wikipedia.
Σημείωση: Η πηγή αναφέρει ως πιθανότερη εκδοχή των καραμανλήδων το ότι είναι εκτουρκισθέντες έλληνες και όχι εκχριστιανισθέντες τούρκοι. Αφαίρεσα αυτή την παρένθεση διότι δεν έχει επιστημονικό έρεισμα αλλά αποτελεί υποκειμενική κρίση, ή μάλλον ευσεβή πόθο, του συγγραφέα.
[10] Καπαδοκική διάλεκτος: Η μακρά απομόνωση της διαλέκτου από τον υπόλοιπο ελληνόφωνο χώρο συνέβαλε αφ’ ενός μεν στη διατήρηση αξιοσημείωτων αρχαϊσμών (που δεν συναντώνται σε άλλες διαλέκτους) και ιδιωματισμών, αφ’ ετέρου δε στη βαθιά και εκτεταμένη επίδραση της Τουρκικής, από την οποία εισήλθαν όχι μόνο ουσιαστικά και ρήματα, αλλά και λέξεις με συντακτικό ρόλο (επιρρήματα, σύνδεσμοι κτλ.).
Βλ.επίσης:
http://www.ethnologue.com/14/show_language.asp?code=CPG
http://www.roac.nl/roac/newslist.phtml?p=news&i=44
[11] Τα Αρβανίτικα (arbërisht) αποτελούν κλάδο της τόσκικης διαλέκτου της Αλβανικής γλώσσας, που ομιλείται στην σημερινή νότια Αλβανία καθώς και σε κάποια μέρη της Ελλάδας.
[12] "Η ιστορία των Ελλήνων", ΔΟΜΗ, τόμος 12ος ("Νεώτερος Ελληνισμός, 1910-1940"), σ.204-223.
[13] Από αυτούς, μεγάλος αριθμός αφίχθη το διάστημα 1914-1918 από τη Βουλγαρία, το Μοναστήρι, την Ανατολική Θράκη και τη Μικρά Ασία, το 1917 από τη Νότια Ρωσία και το 1919 από την Ανατολική Ρωμυλία. Επίσης, η βουλγαρική κατοχή του 1916-1917 στην Ανατολική Μακεδονία δημιούργησε κύμα προσφύγων προς τις υπόλοιπες περιοχές της Μακεδονίας.
[14] "Εφημερίς των Βαλκανίων", 15 Δεκεμβρίου 1920, όπως παρατίθεται στην ΔΟΜΗ, ο.π. σ.246.

[15] Η προφορική μαρτυρία ανήκει στον πρόσφυγα Λεόντιο Λυμπέρη, ΔΟΜΗ, ο.π. σ.247.
[16] Πολύ σύντομα, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, ενώσεις εργοδοτών διεκδικούν από την κεντρική εξουσία την εγκατάσταση προσφύγων για να διευρύνουν την αγορά φθηνής εργασίας στα τοπικά βιομηχανικά κέντρα και στις περιοχές ανάπτυξης της συγκέντρωσης και επεξεργασίας εμπορικών γεωργικών καλλιεργειών, όπως ο καπνός. Εκτός από την Αττική και την περιοχή της Θεσσαλονίκης, η Καβάλα, η Ξάνθη, ο Βόλος, η Ερμούπολη, η Καλαμάτα, η Πάτρα, το Αίγιο, το Άργος, υποδέχονται το νέο προλεταριάτο του προσφυγικού κόσμου (Δομή, ο.π., σ.205-6).
[17] Οι προφορικές μαρτυρίες ανήκουν στους πρόσφυγες Βιργινία Περιβολίδου, Διαλεχτή Μεντεκίδου, Κοκόνη Χατζηπούπη-Βαλασιάδου, Ιωάννη Στρογγύλη (Ιστορικό αρχείο Προσφυγικού ελληνισμού Δήμου Καλαμαριάς).
[18] "Εφημερίς των Βαλκανίων", 20 Ιουνίου 1925.
[19] ΔΟΜΗ, ο.π., σ.273.