Παρασκευή, 26 Φεβρουαρίου 2010

Απόσπασμα από το υπό έκδοση βιβλίο του Δημήτρη Δαλάτση, «Οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΕΤΑΡΤΟ Η δεύτερη μετανάστευση από την περιοχή της Κορυτσάς στην Ανατολική Θράκη (περ.1730/1769).



Είναι δεδομένο ότι μεταναστεύσεις από την περιοχή της Ηπείρου προς τη Θράκη γίνονται από πολύ παλιά και είναι εν γνώσει μας η «αυθαιρεσία» της χρονικής οριοθέτησης των δύο μεταναστεύσεων. Αυτή η «αυθαιρεσία» γίνεται κυρίως λόγω του ότι πρόκειται για δύο μαζικές αλλά και χρονικά προσδιοριστέες σχετικά μεταναστεύσεις, εκ των οποίων η πρώτη (1566-1574 περίπου) είχε ως αποτέλεσμα τον εποικισμό της βορείου Θράκης (Μεγάλο Ζαλούφι και Μανδρίτσα) και η δεύτερη (ανάμεσα στα έτη 1730-1769) τον εποικισμό της νοτιοανατολικής Θράκης (Ιμπρίκ Τεπέ, Σουλτάνκιοϊ). Η ύπαρξη κι άλλων αλβανόφωνων χριστιανικών χωριών στην Ανατολική Θράκη (π.χ. Αλτίν Τας, Παζάρ Ντερέ, Καρατζαχαλήλ) αποδεικνύει ότι υπήρξαν κι άλλα μεταναστευτικά κύματα, τα οποία όμως δεν μπορούν να εντοπισθούν χρονικά. Σε γενικές γραμμές θα μπορούσαμε να πούμε για ένα αυξομειούμενο κύμα μεταναστεύσεων το οποίο άρχισε μετά την Άλωση και συνεχίστηκε μέχρι την εποχή του Αλή Πασά (1821 περίπου).

4.1 Ιστορικά στοιχεία.



α) Η κατάσταση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και οι πρώτες απόπειρες εξευρωπαϊσμού.

Η πρώτη σοβαρή προσπάθεια για μια πολιτική εξευρωπαϊσμού –δηλαδή το πρώτο συνειδητό βήμα για μίμηση και υιοθέτηση ορισμένων επιλεγμένων στοιχείων από τον πολιτισμό της δυτικής Ευρώπης –έγινε στις αρχές του 18ου αιώνα. Οι συνθήκες του Κάρλοβιτς (1699) και Πασάροβιτς (1718) είχαν αποτελέσει την επίσημη έκφραση και αναγνώριση των δύο ταπεινωτικών ηττών της Οθωμανικής αυτοκρατορίας από τους Αυστριακούς και τους συμμάχους τους. Από την άλλη πλευρά, το παράδειγμα της Ρωσίας του Μεγάλου Πέτρου σήμαινε ότι ένα σφριγηλό πρόγραμμα εξευρωπαϊσμού και εκσυγχρονισμού θα μπορούσε να αποβάλει τις αδυναμίες της αυτοκρατορίας και να την καταστήσει, εκ νέου, τρομερή στους εχθρούς της. Με την υπογραφή της συνθήκης του Πασάροβιτς, η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέγραφε κατ’ουσίαν την έναρξη της εποχής του αργού αλλά σταθερού διαμελισμού της και η προσπάθεια εξευρωπαϊσμού της ήρθε ως επιτακτική ανάγκη και μόνη λύση. Ένα σημαντικό σημείο της συνθήκης ήταν οι διομολογήσεις του Καρόλου δια των οποίων άρχισε δειλά - δειλά η οικονομική και εξ αυτής η πολιτική ζωή των Ελλήνων του ελλαδικού χώρου. Εξ αυτών των αρχικών διομολογήσεων των Αψβούργων επετράπη αμοιβαία στους υπηκόους των δύο Αυτοκρατοριών να ναυσιπλοούν ελεύθερα και να ασκήσουν ελεύθερο εμπόριο σε ξηρά και θάλασσα. Ειδικά επ΄ αυτού, ένα μήνα μετά, ακολούθησε ιδιαίτερη συμφωνία στις 27 Ιουλίου στην οποία και καθορίζονταν οι διάφορες λεπτομέρειες διεξαγωγής των συναλλαγών. Τα αμοιβαία αυτά εμπορικά προνόμια που έσπευσαν πρώτοι να επωφεληθούν οι Έλληνες καραβοκύρηδες επικυρώθηκαν επίσης με τη Συνθήκη του Βελιγραδίου (1739). Σημαντικό επίσης σημείο των διομολογήσεων ήταν ότι οι Μακεδόνες μπορούσαν πλέον να αποκτήσουν την αυστριακή υπηκοότητα με δικαίωμα διεξαγωγής εμπορίου στις υπό Οθωμανική κυριαρχία περιοχές. Η Αυστρία επιδιώκει να αναπτύξει την εγχώρια βιοτεχνία και βιομηχανία και να δώσει κίνηση στο εμπόριό της κατακτώντας τις μεγάλες αγορές της Ανατολής, στις οποίες θα μπορούσε όχι μόνο να διαθέσει τα βιοτεχνικά ή βιομηχανικά της προϊόντα, αλλά και να βρει πλούσια εφόδια πρώτων υλών. Οι Αυστριακοί όμως έμποροι ή βιομήχανοι δεν θα ήταν δυνατόν να κινηθούν με ευχέρεια και να ανταποκριθούν στις ευνοϊκές αυτές περιστάσεις μόνοι τους, χωρίς την επέμβαση ορισμένων μεσαζόντων. Και αυτοί θα ήταν μόνο οι χριστιανοί ραγιάδες της οθωμανικής αυτοκρατορίας. Έτσι, παρουσιάζεται για τους Έλληνες, αλλά και για τους άλλους βαλκανικούς λαούς η ευκαιρία να επωφεληθούν από την κίνηση αυτή και να γίνουν φορείς της και να αποκτήσουν πλούτο και κοινωνική δύναμη.

β) Η κατάσταση στην περιοχή της Ηπείρου.

Οι συνθήκες υπό τις οποίες γίνεται η δεύτερη μετανάστευση είναι ιδιαίτερα δύσκολες για τους χριστιανικούς πληθυσμούς, οι οποίοι υπόκεινται τις αυθαιρεσίες των τοπικών μουσουλμάνων αρχόντων, αλλά και της επίσημης οθωμανικής διοίκησης. Άλλοτε χρησιμοποιούνται ως δούλοι για την διάνοιξη στρατιωτικών δρόμων και άλλοτε βλέπουν να κατάσχονται όλα τους τα τρόφιμα για να καλύψουν τις επισιτιστικές ανάγκες του οθωμανικού στρατού: «Οι χριστιανοί της Ηπείρου κατά το έτος 1716 υπέφερον μέγιστα δεινά ένεκα των επιβληθεισών αγγαρειών και των παθημάτων, όσα παρέπονται εν περιπτώσει βιαίας εργοδιώξεως, ελθόντος σουλτανικού διατάγματος, ίνα το ταχύτερον από του Πίνδου μέχρι Σαγιάδος και Βουθρωτού κατασκευασθή οδός στερεά και πλατεία εξήκοντα περίπου ποδών. Της τοιαύτης οδού διά πολλού τάχους κατασκευασθείσης, διεπέρασεν εις Ήπειρον ο στρατάρχης Καρά Μουσταφά Πασσάς, οδηγών 65.000 στρατόν Οθωμανικόν, εις ού την τροφοδοσίαν αι αποθήκαι των Ηπειρωτικών μερών εξηντλήθησαν, και σπάνις ήδη τροφών ήρξατο καταμαστίζειν τον τόπον». Εκτός αυτών, όπως προαναφέραμε, οι αγροτοκτηνοτροφικοί ως επί το πλείστον χριστιανικοί πληθυσμοί της περιοχής είναι υποχρεωμένοι να πληρώνουν «προστασία» σε μουσουλμανικές συμμορίες μέσα σε ένα πλαίσιο πλήρους εξουσίας των τοπικών μουσουλμάνων προυχόντων που λειτουργούν ως κράτος εν κράτει:

«Κατά την εποχήν ταύτην και επομένως οι διά του αρότρου και των τεχνών ζώντες χριστιανοί της Ηπείρου και της Θεσσαλίας ηναγκάζοντο ίνα αφοσιώνται και υποβάλλωνται υπό την προστασία Οθωμανού τινος ισχύοντος εν τω τόπω, όπως μη ώσιν εκτεθειμένοι εις την διάκρισιν του τυχόντος Οθωμανού. Πάντες εκ των γεωργών των καλλιεργούντων τας γαίας χωρίων ιδιοκτήτων ή επαύλεων (τσεφλήκια) διετέλουν αυτοδικαίως προστατευόμενοι υπό του γαιοκτήμονος Οθωμανού. Οι χωρικοί δε οι καλλιεργούντες Ιμλιάκια ή γαίας εθνικάς ηναγκάζοντο και αυτοί, καθώς και έκαστος τεχνίτης και έμπορος κάτοικος των πόλεων, ίνα εκλέγωσι και πωλώνται ούτως ειπείν είς τινα των προυχόντων Οθωμανών, καθότι η διοίκησις ουδεμίαν σχεδόν ισχύν είχε εν τη εποχή εκείνη κατά των του τόπου ισχυρών και πλουσίων Οθωμανών». Το 1730 στην περιοχή της Αιτωλίας και Ακαρνανίας οι αρματωλοί στήνουν ενέδρα και φονεύουν οθωμανικό κλιμάκιο που είχε εισπράξει τον φόρο (χαράτσι) από την περιοχή της Ναυπάκτου και τον διεβίβαζαν στην Κωνσταντινούπολη. Η αντίδραση της Οθωμανικής κυβέρνησης δεν αργεί. Το 1731, γίνεται απαρίθμηση (απογραφή) των χριστιανών κατοίκων στην Ακαρνανία, στην Ήπειρο και σε άλλες περιοχές της Ελλάδος και τίθεται σε εφαρμογή η απαγόρευση της οπλοφορίας στους χριστιανούς. Αυτό το μέτρο καθιστούσε τους χριστιανούς απολύτως ανήμπορους να αντιδράσουν σε οποιαδήποτε μελλοντική αυθαιρεσία της κρατικής η παρακρατικής οθωμανικής εξουσίας και στην ουσία τους μετέτρεπε σε άθυρμα στο έλεος των κάθε λογής συμμοριών.

Το 1732 οι Βενετοί κινούμενοι στο πλαίσιο της προσπάθειας της γενικής αποσταθεροποίησης της περιοχής, ξεσηκώνουν όχι μόνο το Σούλι και τα γύρω από αυτό χριστιανικά χωριά, αλλά επίσης υποκινούν και τους οθωμανούς Μπέηδες και Αγάδες της Θεσπρωτίας οι οποίοι εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία παύουν να αναγνωρίζουν τον σουλτάνο ως κυρίαρχό τους και έτσι κατατρέχουν και λεηλατούν τις γύρω περιοχές, από την Ήπειρο μέχρι την Ακαρνανία. Την επόμενη χρονιά έρχεται η απάντηση της Υψηλής Πύλης. Με εντολή του σουλτάνου εκστρατεύουν εναντίον του Μαργαριτίου και του Σουλίου πέντε πασσάδες με 10.000 στρατό. Η πόλη του Μαργαριτίου κατελήφθη εύκολα και κατεδαφίστηκε, όμως το οθωμανικό εκστρατευτικό σώμα δεν τολμά να αναμετρηθεί με τους Σουλιώτες και μέχρι το 1737 προτιμά να υποτάξει την περιοχή της Ηπείρου και της Ακαρνανίας.

4.2 Η δεύτερη μετανάστευση προς την Ανατολική Θράκη (περ.1730/1769).



Όπως προαναφέραμε, οι μεταναστεύσεις από την περιοχή της Ηπείρου προς την Ανατολική Θράκη ήταν συχνές και αυτό αποδεικνύεται -εκτός από τις ιστορικές πηγές που παρετέθησαν- και από τα αρκετά χωριά στην Ανατολική Θράκη που περιέχουν το όνομα «Αρναούτ», π.χ. Αρναούτκιοϊ (Αρναούτ σημαίνει στην τουρκική Αλβανός). Οι μεταναστεύσεις φυσικά δεν αφορούσαν μόνο τους χριστιανούς αλβανόφωνους αλλά και τους μουσουλμάνους. Από την περιοχή του Βιθκουκίου υπήρξαν συνεχή ρεύματα μετανάστευσης προς την Ανατολική Θράκη, στο Μεγάλο Ζαλούφι, στην Μανδρίτσα και αλλού, ακόμη και στα βάθη της Μικράς Ασίας. Υπό το βάρος και την απειλή των συμμοριών που λυμαίνονταν την περιοχή οι μεταναστεύσεις έλαβαν μεγάλες διαστάσεις και φυσικά δεν περιορίστηκαν μόνο προς την περιοχή της Ανατολικής Θράκης. Πολλοί κάτοικοι της περιοχής προτίμησαν να εποικίσουν κοντινές σχετικά πόλεις και χωριά, όπως την περιοχή της Κοζάνης: «[…] περί το 1390 άποικοι εκ Πρεμετής, Μπιθυκουκίου και Κόσδιανης, μη ανεχόμενοι πιέσεις και αλλαγήν θρησκεύματος, μετηνάστευσαν εκείθεν, και ανατολικώτερον βαίνοντες κατέλαβον οχυράν τινα θέσιν άνωθεν της Σελίτσης, και ώραν απέχουσαν αυτής επί του όρους, εν η και σταθμεύσαντες ήρξαντο κατασκευάζοντες καλύβας, ονομάσαντες το μέρος Κόσδιανη από της ερημωθείσης εν Ηπείρω Κόστιανης ή Κοστάνιανης, κειμένης εν τη επαρχία Πωγωνιανής».

Η διασπορά του Βιθκουκίου έγινε και προς άλλες περιοχές, ακόμη και σε αρκετά απομακρυσμένες. Οι έμποροι του Βιθκουκίου ακολούθησαν αυτούς της Μοσχόπολης στη Βιέννη, στην Πέστη και αλλού. Στο επιτύμβιο στην αυλή της σερβικής εκκλησίας στην Πέστη της Ουγγαρίας αναγράφεται: «Ώδε τέθαπται ο εν μακαρίταις Αθανάσιος Παναγιώτου το μεν γένος Αλβανίτης εκ δε πόλεως Βιθκούκι».



Εικόνα 17 Επιτύμβιο στην αυλή της σερβικής εκκλησίας της Πέστης.



Οι λόγοι και ο χρόνος της μετανάστευσης.

Ο κυριότερος λόγος της μετανάστευσης, με βάση τα όσα παρουσιάσαμε ήταν η κατάσταση αναρχίας, αφόρητης πίεσης και βίας που υπήρχε στην περιοχή της Κορυτσάς. Η χρονολογία της μετανάστευσης, σύμφωνα με μαρτυρίες απογόνων 5ης γενιάς που κατοικούσαν στα χωριά της εποίκισης, Ιμπρίκ Τεπέ (Ίμβρασος στα ελληνικά, Κιουτέζα στα αρβανίτικα) και Σουλτάνκιοϊ (Λείβηθρο στα ελληνικά, Βιθκούκι στα αρβανίτικα) Ανατολικής Θράκης υπολογίζεται γύρω στο 1730. Ο Καβανόζης, με βάση αυτές τις μαρτυρίες εξάγει το συμπέρασμα ότι ο χρόνος της μετανάστευσης πρέπει να εντοπιστεί χρονικά ανάμεσα στα έτη 1725-1735. Επίσης, το 1735 αναφέρει ο Μαϊκίδης σχετικά με μια εκδοχή για τη μετανάστευση των κατοίκων της Μανδρίτσας: «[…] διά να εξετάσωμεν μίαν άλλην εκδοχήν, περισσότερον ίσως πιθανήν. Εις την περιοχή της Κορυτσάς, η οποία κατά την παράδοσιν φέρεται κτισμένη γύρω εις τα 1450 ως μικρό χωριουδάκι, ήκμαζε μια άλλη ανθηρά κωμόπολις, η Μοσχόπολις, η οποία εις τας αρχάς του 18 αιώνος παρουσιάζει σημαντικήν δραστηριότητα. Οι κάτοικοι, αλβανόφωνοι και μερικοί βλαχόφωνοι, ήσαν έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι, όπως μαρτυρούν τα ακμάζοντα τότε Ελληνικά σχολεία. Η πλουσία κτηνοτροφία και η δημιουργία εργαστηρίων υφαντικής καθώς και η ανάπτυξις των βιοτεχνιών ταπητουργίας, σιδηρουργίας, χαλκουργίας και χρυσοχοΐας, διηύρυνον την εμπορικήν κίνησιν και την επικοινωνίαν με τας αγοράς των μεγάλων καταναλωτικών κέντρων, εις τρόπον να φθάνουν οι Μοσχοπολίται μέχρι εις την Πόλιν, την Σμύρνην, το Μοναστήρι και την Βιέννην. Εις τα 1715 ιδρύθη εκεί και τυπογραφείον από τον μοναχόν Γρηγόριον, τον αποκληθέντα Μοσχοπολίτην, με έμβλημα την εικόνα του Ευαγγελιστού Λουκά. Οι ορεσίβιοι όμως τουρκαλβανοί ορεγόμενοι τον πλούτον και τα αγαθά των Χριστιανών έκαμαν συχνά επιδρομάς, δι’αρπαγάς και ληστείας και με τον καιρόν η κατάστασις γινόταν προβληματική. Σαν να μην έφθανεν η πληγή αυτή των επιδρομών, ήλθε και η φαγομάρα μεταξύ των προυχόντων γαιοκτημόνων και των πραματευτάδων διά να καταλήξη στα γεγονότα εκείνα του Πάσχα 1735 όταν οι πραματευτάδες πήραν την διοίκησιν της Κοινότητος από τους γαιοκτήμονας προκρίτους. Η φαγομάρα αυτή αναμεταξύ των από τη μία και αι συχναί επιδρομαί των τουρκαλβανών από την άλλην, έγιναν αφορμή να μεταναστεύσουν πολλοί Μοσχοπολίται προς νότον, άλλοι εις τα χωριά του Σουλίου, αρκετοί προς την Στερεάν Ελλάδα, Πελοπόννησον και νησιά Ύδρα και Σπέτσες, Δροσοπηγή και αλλού και τέλος μερικαί οικογένειαι πολύ μακρύτερα, εις την Θράκην. Η εκδοχή αυτή ότι οι πρώτοι κάτοικοι της Μανδρίτσης μπορεί να ήσαν μετανάσται από την Μοσχόπολιν, είναι ευλογοφανής, διότι το γλωσσικό ιδίωμα της αλβανικής γλώσσης καθώς και πολλά ήθη και έθιμα των Μανδριτσιωτών έχουν κοινά γνωρίσματα με εκείνα των αλβανοφώνων της Στερεάς Ελλάδος (Θήβαι, Μενίδι, Ελευσίνα) Κρανίδι, Ερμιόνης και Ύδρας, καθώς και των μνημονευθέντων χωριών της περιοχής Φλωρίνης. Επικουρικόν της εκδοχής αυτής θα πρέπη να θεωρηθή η μαρτυρία της εντειχισμένης μαρμάρινης πλάκας εις την εκκλησίαν της αγίας Κυριακής του Νεκροταφείου Μανδρίτσης, ότι εκτίσθη το έτος 1750 δηλαδή 15 χρόνια μετά τον εκπατρισμόν των από την Μοσχόπολιν».

Η υπόθεση περί της μετανάστευσης κατά τα έτη αυτά μπορεί να στηριχθεί στα παρακάτω:

α) τα έτη 1730-1737 έχουμε εξέγερση και μεγάλη αναταραχή στην Ήπειρο. Στα 1732 μάλιστα, παρατηρείται κύμα μαζικών εξισλαμισμών στην ευρύτερη περιοχή και εκείνο το έτος βρίσκουμε καταγεγραμμένη περίπτωση μετανάστευσης από τη Βόρεια Ήπειρο προς την Ανατολική Θράκη: «Κοινότητες δε τινές, οποία ή των Λαζαρατών μετηνάστευσαν αλλαχού.[…]Της κώμης των Λαζαρατών οι κάτοικοι απεδήμουν συστηματικώς και περιοδικώς εις Κωνσταντινούπολιν μετερχόμενοι έργα διάφορα. Επιστρέψαντες δε οι πλείστοι των αποδημούντων εις τας εστίας των, ίνα εορτάσωσι το άγιον πάσχα μετά των οικογενειών των, αφίχθησαν εις την κώμην εκείνην κατά το δείλι της μεγάλης παρασκευής, όπου ουδένα εύρον εκείσε, καθότι την ημέραν εκείνην ο Καπλάν Πασσάς ηνάγκασε και τας γυναίκας και τους παίδας και τους γέροντας, ίνα απέλθωσι δύο ώρας μακράν της κώμης των, όπως μεταφέρωσιν εις τον δρόμον των τα κεκομμένα ύδατα, δι’ ών οι μύλοι του ρηθέντος Καπλάν Πασσά ήλεθον. Το τοιούτον δεινοπάθημα ενεποίησε τοιαύτην αίσθησιν εις τους χριστιανούς εκείνους, ώστε την αυτήν ημέραν του πάσχα εκτελέσαντες τα εκκλησιαστικά καθήκοντα, έλαβον έκαστος ό,τι ηδύνατο μετακομίσαι και αναχωρήσαντες πανοικί άπαντες μετέβησαν εις την Θράκην, όπου και έκτισαν οικίας και νέον χωρίον. Τούτου γενομένου, έσπευσεν ο Καπλάν Πασσάς, ίνα εγκαταστήση αποικίαν Λιάπιδων εις την εγκαταλειφθήσαν κώμην των Λαζαρατών». Μέσω της παροχής εποχιακής εργασίας στην Ανατολική Θράκη και ειδικά στην Κωνσταντινούπολη έρχονται αρκετές πληροφορίες και έτσι η Ανατολική Θράκη δεν είναι μια άγνωστη γη. Δεν πρέπει επίσης να αποκλειστεί το ενδεχόμενο να εργάζονταν εποχιακά στην Ανατολική Θράκη οι Αρβανίτες της περιοχής της Κορυτσάς και μέσω αυτών των εποχιακών εργαζόμενων να αποφασίστηκε η μετανάστευση προς τα εκεί. Ακόμη και μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης (1769) υπάρχουν αλβανόφωνοι του κοντινού Δήμου Οπάρεως οι οποίοι εργάζονται στην Κωνσταντινούπολη και οι οικογένειές τους εποικίζοντας την καταστραφείσα Μοσχόπολη της δίνουν νέα ζωή: «Οι ενταύθα αποικήσαντες αλβανόφωνοι εκ του Δήμου Οπάρεως, άπαντες σχεδόν εν Κων/πόλει εργαζόμενοι, αρκετήν ζωήν έδωσαν εις την πόλιν της οποίας αι οικογένειαι μετά την καταστροφήν της (1769) δεν ανήρχοντο άνω των διακοσίων, περίπου, και η οποία ήρχισε φθίνουσα».

β) Μεταξύ της συνθήκης του Πασάροβιτς (1718) και της έναρξης των πολέμων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με την Περσία (1730-1736) και τη Ρωσία (1735-1739) επικρατούσε ηρεμία στην περιοχή της Θράκης και ήταν η εποχή όπου η Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισε να κάνει προσπάθειες εξευρωπαϊσμού. Η εποχή του σουλτάνου Αχμέτ Γ’ (1703-1730) είναι η λεγόμενη «εποχή των τουλιπών», χαρακτηρίζεται από πολιτισμική αναγέννηση και απόπειρες εσωτερικών μεταρρυθμίσεων και ανοιγμάτων προς τη Δύση και κλείνει με εξέγερση των γενιτσάρων και παραίτηση του Αχμέτ Γ’. Τα χρόνια του διαδόχου του Αχμέτ, Μαχμούτ Α’ (1730-1754), σχετίζονται με πολιτική συνετών μεταρρυθμίσεων στον στρατό αλλά και στον τομέα της αστικής ανάπτυξης. Μόνο στην Κωνσταντινούπολη οικοδομούνται 60 δημόσιες κρήνες και πλήθος έργων γίνονται στην περιοχή. Αν κρίνουμε ότι η περιοχή του Βιθκουκίου ήταν διαχρονικά τόπος παραγωγής κτιστών και οικοδόμων δεν θα ήταν αυθαίρετο να συσχετιστεί η μετακίνησή τους με τα έργα αυτά. Ακόμη και στα 1856, τα λιγοστά χριστιανικά χωριά που απέμειναν στην περιοχή της Κολώνιας παραμένουν τόπος παραγωγής κτιστών: «Τα χωρία της [σ.σ.Κολώνιας], όσα εκ Τούρκων καθ’ολοκληρίαν ενοικούνται, επωπτεύοντο, ότε ελάτρευον οι κάτοικοι τον χριστιανισμόν υπό του Αρχιερέως της Καστορίας, και εκ των νυν σωζομένων και περικλειομένων εις την δικαιοδοσίαν της 27 χωρίων, δύο μόνα υπό μόνων χριστιανών ενοικούμενα, διέπονται ήδη υπό του Αρχιερέως της Βελλάς, την τέχνην της οικοδομίας επαγγελομένων». Οι χτίστες του Βυθκουκίου είναι πολύ καλοί τεχνίτες και τους προτιμούνε ακόμη και σε μακρινές περιοχές: «Ενδιαφέρον πρόβλημα είναι η αναζήτηση και ο εντοπισμός των κέντρων, από τα οποία προέρχονται συνήθως οι μαστόροι. Ορισμένα πρέπει να αναζητηθούν στην ΒΔ Μακεδονία και στην Βόρεια Ήπειρο. Έτσι από το Μπιθικούκι κατάγεται ο μάστορας που έκτισε σε ομαλή θέση το νέο καθολικό της μονής Φιλοσόφου (1691) στην περιοχή Δημητσάνας».

Η μία υπόθεση λοιπόν έχει να κάνει με τη μετανάστευση κατά τα έτη 1725-1735 και τον συσχετισμό της μετανάστευσης με τη συμμετοχή των κατοίκων της περιοχής στα έργα ανάπλασης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Επίσης, οι κάτοικοι βρήκαν μια σπάνια ευκαιρία για να φύγουν από μια εύφλεκτη περιοχή όπου λόγω του ότι ήταν απομακρυσμένη ήταν πολύ δύσκολο να υπάρχει η τάξη και η ασφάλεια που υπήρχε στην Ανατολική Θράκη μιας και η Κωνσταντινούπολη –πρωτεύουσα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας- ήταν πολύ κοντά αλλά και το έδαφος (απέραντη πεδιάδα) δεν ευνοούσε κινήματα και στάσεις κατά της εξουσίας (όπως αντιθέτως συνέβαινε πολύ συχνά στα δύσβατα και ορεινά σημεία της Ηπείρου). Οι εποχιακοί εργάτες έβλεπαν ότι η περιοχή της Ανατολικής Θράκης ήταν έρημη, εύφορη και κυρίως ασφαλής, σε αντίθεση με τα χωριά τους όπου οι συμμορίες των τουρκαλβανών (αλβανόφωνων μουσουλμάνων) είχαν διασαλεύσει την τάξη και υπήρχε καθεστώς ανασφάλειας. Δεν αποκλείεται λοιπόν (όπως στην περίπτωση των Λαζαρατών) να επεδίωξαν –το πιθανότερο σε συνεννόηση με την τοπική οθωμανική εξουσία- να εποικίσουν την έρημη περιοχή της Ανατολικής Θράκης, όπως δεν αποκλείεται βέβαια η μετακίνησή τους εκεί να έγινε βίαια από το οθωμανικό κράτος. Ο Σταμάτιος Ψάλτης, στα 1919, αναφερόμενος στους Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης αναφέρει: «[…]περί τούτων είπομεν ήδη ανωτέρω ότι μετωκίσθησαν εξ Αλβανίας, ίνα συμπληρώσωσι το εν τη χώρα εκ των ερημώσεων δημιουργηθέν κενόν μετά την άλωσιν[…]». Όσον αφορά την έρημη περιοχή της Ανατολικής Θράκης, στα 1666 ταξιδεύει εκεί ο γάλλος Robert de Dreux και η συνοδεία του και υπάρχει η εξής περιγραφή: «Αφού πέρασαν τους Τσεκμετζέδες, τη Σηλυβρία και τη Ραιδεστό, που φαίνεται πως και τότε είχε σημαντική εμπορική κίνηση, πέντε ολόκληρες μερες περπατούν ως τον Εβρο χωρίς να βρούν καμιά σημαντική οπωσούν πόλη, παρά μόνο πεδιάδες με άφθονο κυνήγι, πράγμα που μαρτυρά πόσο έρημος ήταν ο τόπος».

Με δεδομένο λοιπόν ότι η μετανάστευση μπορεί να οριοθετηθεί μεταξύ των ετών 1718 (συνθήκη Πασσάροβιτς) και 1769 (καταστροφή Μοσχόπολης, Βιθκουκίου και όλης της ευρύτερης περιοχής), μία δεύτερη εκδοχή θα μπορούσε να σχετίζεται με τη μετανάστευση των κατοίκων λόγω της καταστροφής του Βιθκουκίου (1769): «Η αποδημία των Μακεδόνων (από την Μοσχόπολη, Σιάτιστα, Μοναστήρι, Νάουσα, Θεσσαλονίκη, Σέρρες, Μελένικο), αλλά και των άλλων Ελλήνων (από τα Τρίκαλα, Δημητριάδα, Μεσολόγγι, Φιλιππούπολη και από άλλους τόπους) ζωηρεύει κυρίως, όπως είδαμε, μετά την συνθήκη του Πασσάροβιτς (1718), ιδίως όμως μετά την καταστροφή της Μοσχόπολης (1769)». Όσο πλησιάζει η καταστροφή της Μοσχόπολης και των γύρω πόλεων και χωριών, τόσο η κατάσταση γίνεται πιο ανυπόφορη για τους χριστιανικούς πληθυσμούς: «Η αθρόα εξισλάμισις των κατοίκων της Αλβανίας και της Ηπείρου ήρχισε να ανησυχεί όλους τους Χριστιανούς, ιδίως τους Μοσχοπολίτας οι οποίοι τον κίνδυνον αντιμετωπίζοντες ενέτεινον τας ενεργείας των, και ενεψύχωνον τον λαόν, διά κηρυγμάτων εις το κρυπτόν γενομένων διά των διδασκάλων ιδίως, οι οποίοι ανεδείχθησαν άξιοι του προορισμού τους. Το 1760 ήτο το φοβερώτερον έτος διά τους Χριστιανούς. Οι Χριστιανοί διά να σώσουν την θρησκεία των πατέρων των και την ζωήν των, εδωροδόκουν τους Τούρκους. Αλλά μετά την εξάντλησιν της περιουσίας των δεν τους απέμεινε τίποτε διά να εξακολουθώσι το δέλεαρ, ως εκ τούτου αι πιέσεις ήσαν εις την ημερήσιαν διάταξιν. Η κατάστασις ήτο απελπιστική!!».

Η εκδοχή της μετανάστευσης μετά την καταστροφή της περιοχής (1769) είναι και αυτή πιθανή, αν και αποδυναμώνεται κάπως από την έλλειψη μαρτυριών από τους επιζήσαντες προς τους απογόνους τους και αν σκεφτούμε πως το 1769 είναι σχετικά κοντά, θα ήταν δύσκολο να μην υπάρχουν έστω και παρεφθαρμένες μαρτυρίες από γενιά σε γενιά που να περιέγραφαν την καταστροφή των χωριών της Κορυτσάς, όπως θα ήταν αδύνατον να χαθούν τόσο γρήγορα (μέσα σε 3-4 μόλις γενιές) τόσο ισχυρά και έντονα βιώματα. Από την άλλη όμως, έχουν αρχίσει ήδη και περνάνε στη λήθη τα όσα υπέστησαν από τον τουρκικό εθνικισμό οι Αρβανίτες της Ανατολικής Θράκης κατά το διάστημα 1908-1917, οπότε θεωρούμε και τα δύο σενάρια είναι το ίδιο πιθανά δίνοντας ένα μικρό προβάδισμα σε αυτό του 1769 διότι ενώ για το 1730 υπάρχουν μόνο εικασίες και αμυδρές μνήμες στους απογόνους των μετακινηθέντων, για το 1769 τότε έχουμε μια ιστορικά καταγεγραμμένη ευρεία διασπορά της περιοχής του Βιθκουκίου: «Ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης Παπαδάκης, εν τω περιοδικώ «Αθηνά» (1913), σ.441 λέγει τα εξής: οι κάτοικοι Μοσχοπόλεως, Λιανοτοπίου, Νικολίτσης, Γραμμόστης και Βυθκουκίου διεσκορπίσθησαν μέχρις Αχρίδος και Κρουσόβου, μέχρι Μεγαρόβου και Τυρνόβου, Νιζοπόλεως και Μοναστηρίου».

Αν δεχτούμε εντούτοις ότι η μετανάστευση έγινε γύρω στο 1730, θα μπορούσαμε να την οριοθετήσουμε χρονικά μεταξύ των ετών 1718-1740 και αναφέρουμε το 1740 ως χρονικό όριο διότι από το έτος αυτό και έπειτα επικρατεί πλήρης αναρχία στους δρόμους και δεν υπάρχει καμία ασφάλεια για τους ταξιδιώτες, κατάσταση που επιδεινώνεται από τότε συνεχώς: «Νέα κρίση προκαλούν στην οθωμανική αυτοκρατορία οι πολεμικές επιχειρήσεις των Ρώσων στην περιοχή της Κριμαίας και του Αζόφ (1735-1739), καθώς και των Αυστριακών στην περιοχή του Βελιγραδίου (1717-1739). Μετά την λήξη των επιχειρήσεων (ειρήνη του Βελιγραδίου 1739) αρχίζει έντονος ο ανταγωνισμός των δύο χριστιανικών δυνάμεων για την διείσδυση και επικράτηση της επιρροής τους στα Βαλκάνια και διαγράφονται σαφώς οι στόχοι της εξωτερικής πολιτικής τους εφόσον μάλιστα η ασθένεια της οθωμανικής αυτοκρατορίας είναι πια έκδηλη. Οι επιχειρήσεις αυτές υπέθαλψαν την αναρχία. Η ενδημική μάλιστα ανώμαλη κατάσταση στην Δυτική Στερεά, Ήπειρο, καθώς και στην Αλβανία επιδεινώνεται. […] Και αυτοί οι δρόμοι έξω από τα Ιωάννινα δεν είναι πια ασφαλείς, όπως σημειώνει πράκτορας των Βενετών τον Ιανουάριο του 1740: «αναρίθμητοι είναι οι κακοποιοί που ληστεύουν τους διερχόμενους κατοίκους. Το εμπόριον έχει παραλύσει». Γι’αυτό και οι διπλωματικοί ακόμη φάκελλοι δεν στέλνονται κανονικά. Η κατάσταση χειροτερεύει βέβαια με την μεγάλη πείνα και ακρίβεια, που σημειώνεται τον Μάρτιο του 1740. […] Ανενόχλητες σχεδόν ληστρικές αλβανικές ομάδες διατρέχουν όχι μόνο την Αλβανία και την Ήπειρο, αλλά εισδύουν και στις βορειοδυτικές περιοχές της Μακεδονίας, Θεσσαλίας και στην Δυτική Στερεά Ελλάδα». Βέβαια, η περιοχή αυτή ήταν ανέκαθεν επικίνδυνη και πολύ δύσκολο να ελεγχθεί από την Οθωμανική εξουσία: «Η Αλβανία και η Ήπειρος, αίτινες πάντοτε απετέλεσαν το επισφαλέστερον μέρος της ευρωπαϊκής Τουρκίας, ήσαν εν τοιαύτη καταστάσει, ώστε Τούρκος τις δεν ετόλμα να εμφανισθή εν αυταίς, εν ω αφ'ετέρου πας περιηγητής εξετίθετο εις τον κίνδυνον να δολοφονηθή ατιμωρητί υπό των επιχωρίων της ορεινής εκείνης χώρας. Εν πολλοίς δε μέρεσι της αυτοκρατορίας κληρονομικοί τύραννοι, γνωστοί υπό το όνομα δερέ βέηδες, ήτοι κύριοι των κοιλάδων, επέσειον τρόμον εις τους ταπεινούς αυτών γείτονας».

Ο μεγάλος λιμός του 1740, ίσως να αποτελεί άλλη μία πιθανή αιτία αναχώρησης των κατοίκων της περιοχής και αποτελεί φυσιολογικό επακόλουθο της παράλυσης του εμπορίου λόγω του πολέμου των ετών 1737-1739 μεταξύ της Αυστροουγγαρίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο λιμός καταγράφεται στον Κώδικα της Μονής του Αγίου Προδρόμου Μοσχοπόλεως: «1740: έγινε η μεγάλη πείνα και ακρίβεια, το κοιλό του γενήματος από άσπρα 3.000, και επεκράτησεν από φευρουαρίου έως Ιουνίου». Ο Μαρτινιανός γράφει σχετικά: «Τα κατά την σιτοδείαν ταύτην περιγράφει εμμέτρως, Μιχαήλ ο του Γκόρας, τω αυτώ του απαισίου συμβάντος έτει, τω 1740, δηλ.προ τεσσαράκοντα ήδη περίπου ετών, από του θανάτου του, εν φυλλαδίω σπανιοτάτω, όπερ τυχαίως ενετύχομεν κατ’ Αύγουστον του 1896 εν τη βιβλιοθήκη της εν Άθωνι Ιεράς Μονής Σίμωνος Πέτρας (Έντυπα, ΒΨ.392). Είναι τούτο προσηρτημένον τη Ακολουθία του Οσίου Ναούμ εκδεδομένη εν Μοσχοπόλει, τω 1740, εις 4ον μικρόν, και εχούση σελ.47, ών τινες αρκούντως εφθαρμέναι». Η περιγραφή του Μιχαήλ Γκόρας (με τίτλο «Σύντομος ιστορία της κατά το 1740 μεγάλης γενομένης πείνας και ακρίβειας») είναι χαρακτηριστική και μέσα από αυτή βλέπουμε ότι εκτός του πολέμου, ο χειμώνας του 1740 ήταν τόσο δριμύς που ακόμη και στην γιορτή του Αγίου Γεωργίου, στις 23 Απριλίου, είχε χιόνια:

«[…] Αφίνω όμως να ειπώ βασιλειών τας ταραχάς, του Τούρκου και Καίσαρη και Μοσχόβου τας διαλλαγάς,

όπου είναι πραγματεία αρκετή των ιστορούντων, πλην γράφω εν συντόμω μόνον θλίψιν των πεινώντων.

Διότι εις χιλίους επτακόσιους και σαράντα, Φεύ! Ρούμελην επλάκωσαν τα κακά πάντα

όταν βασιλεύς σουλτάν Μαχμούτης εβασίλευε, από πείναν να χαθή η Μακεδονία εκινδύνευε.

Χειμώνας παγκάκιστος και κρυερός άκρος, διά δε γης το άχορτον αφίνω το πολύ μάκρος.

Διότι έως της ημέρας του Αγίου Γεωργίου, που είναι εις τας 23 του μηνός Απριλίου,

κανείς δεν είδε με τα μάτια πρασινάδα, διά να χαρή καν της γης την ευμορφάδα.

Η εκκλησία έψαλλε, σήμερον έαρ μυρίζει, ο δε καιρός αρχίνησε ψυχρότατα να χιονίζη.

Αλλ’ ω κακόν, κακών απάντων κάκιστον, και θλίψις που επλάκωσε πτωχόν και πανάριστον!

ότι πείνα έγινεν εις Ρούμελην μεγαλωτάτη,και ακρίβεια εις είδος παν, πολλά φθαρτικωτάτη […].

Πολλοί φλούδας δένδρων άλεθαν μετά φακών και ζυμωταίς έτρωγαν να μην λάβουν θάνατον πικρόν.

Κριθής ανακάτωναν αλεύρι μίαν οκάν με χώματος λευκού οκάδες δύο με αθυμίαν».

Η κατάσταση από το 1740 μέχρι την καταστροφή των χωριών της Κορυτσάς γίνεται ολοένα και πιο απελπιστική και στα 1749 έχουμε την ανεξέλεγκτη δράση ληστών και φυγοδίκων στα Ιωάννινα, στην Άρτα και στο Κάρλελι. Ο Ομέρ Πασάς των Ιωαννίνων (1750-1752) κινείται προς την περιοχή του Αμβρακικού για να αναζητήσει τους ληστές, όμως στην πραγματικότητα καταπιέζει τους κατοίκους αποσπώντας τους μεγάλα χρηματικά ποσά. Το 1756 έχουμε ανάλογη άγρια φορολογία των Τρικάλων, το 1758 την πυρπόληση και την λεηλασία του Καρπενησίου. Οι τούρκοι πασάδες είναι αδύνατον να επιβάλλουν την τάξη και τότε για πρώτη φορά εμπιστεύονται το αξίωμα του πασά των Ιωαννίνων σε Αλβανό, στον Σουλεϊμάν Πασά, ο οποίος διαδέχεται τον Μουσταφά Πασά (1759-1764) και αναλαμβάνει την φρούρηση των δερβενίων της Ηπείρου και της Ακαρνανίας, καταδιώκει με πείσμα τους κλεφταρματολούς οι οποίοι προέβαιναν σε μύριες αυθαιρεσίες σε βάρος των διαβατών, και τους απωθεί προς τα ορεινά καταφύγιά τους.













4.3 Η μεγάλη πορεία.





Εικόνα 18 Η Εγνατία οδός.

Η λαϊκή παράδοση αναφέρει ότι «από τα χωριά Κιουτέ και Βυθκούκι, νομάδες έλληνες χριστιανοί ορθόδοξοι ξεκίνησαν, και ακολουθώντας την Εγνατία οδό με βοειδοκάρα, έφθασαν στην Ανατολική Θράκη. Εκεί μοιράστηκαν στα χωριά Ίμβρασος (Ιμπρίκ Τεπέ) και Λείβηθρο (Σουλτάνκιο). Οι προερχόμενοι από την Κιουτέ της Κορυτσάς Β.Ηπείρου ονόμασαν το χωριό τους χαϊδευτικά στα αρβανίτικα Κιουτέζα». Η διάρκεια του ταξιδιού ήταν μεγάλη με βάση τα σημερινά δεδομένα και λόγω της επικινδυνότητας θα έγινε συνοδεία φρουράς και έπειτα από σχετική έγκριση της οθωμανικής εξουσίας. Όσον αφορά τη διάρκεια του ταξιδιού, υπολογίζεται ότι πρέπει να διήρκεσε περίπου 12 ημέρες. Στα 1829, το ταξίδι Κωνσταντινούπολη-Ιωάννινα διαρκεί 165 ώρες. Αν λάβουμε υπ’όψιν ότι η αναγραφή των συνολικών ωρών αφορά περίπου 11 ώρες ταξιδίου κάθε ημέρα, τότε μπορούμε να υπολογίσουμε τη διάρκεια του ταξιδιού ως εξής:

1) Βιθκούκι-Κορυτσά: 4 ώρες.

2) Κορυτσά -Καστοριά: 15,5 ώρες.

3) Καστοριά -Θεσσαλονίκη: 37 ώρες.

4) Θεσσαλονίκη-Κεσσάνη: 73 ώρες.

Σύνολο: 129,50 ώρες (περίπου 12 ημέρες ταξιδιού).

Σημειωτέον ότι δεν γνωρίζουμε ούτε υπό ποίες καιρικές συνθήκες ούτε την εποχή που το ταξίδι αυτό έγινε, ούτε το τι δυσκολίες συνάντησαν οι μετακινηθέντες (ληστές, γραφειοκρατικές ταλαιπωρίες στα δερβένια, ασθένειες, θανάτους κ.λπ.). Αν το ταξίδι όμως έγινε υπό ομαλές συνθήκες (δηλαδή δεν έγινε λόγω της καταστροφής του Βιθκουκίου το 1769–και άρα μη προγραμματισμένα-αλλά πριν από αυτήν) σίγουρα δεν θα έγινε τον χειμώνα για ευνόητους λόγους. Αν υποθέσουμε ότι η μετανάστευση έλαβε χώρα λόγω της καταστροφής του Βιθκουκίου, της Μοσχόπολης και όλης της περιοχής της Κορυτσάς το 1769, τότε έγινε πριν το καλοκαίρι αφού η καταστροφή της Μοσχόπολης παρ’ότι δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς συνέβη, σίγουρα έγινε πριν τις 24 Ιουνίου 1769: «Η ακριβής ημερομηνία της καταστροφής ταύτης του 1769 δεν μας είναι γνωστή. Φαίνεται όμως ότι ασφαλώς εγένετο προ της 24 του μηνός Ιουνίου του έτους τούτου, ημέραν καθ’ην πανηγυρίζει η Ιερά Μονή του Προδρόμου, διότι εις τον Κώδικα αυτής, απαντά το σημείωμα τούτο: «Α.Ψ.Π.Θ. Ιουνίου 24. Ουδέ οβολός εσυνάχθη. Επείπερ η περιώνυμος Μοσχόπολις κατεχαλάσθη και παντελώς ηφανίσθη». Και αλλαχού ο ίδιος Κώδιξ εις άλλην σελίδα διαλαμβάνει ότι: «Το 1769 δεν έδωσαν έναν παράν, διότι κατά το έτος τούτο ήλθαν και διαγούμισαν το Μοναστήρι και την πολιτείαν και πολλά σπίτια έκαυσαν». Από την άλλη όμως, η Μοσχόπολη εκκενώθηκε ολοκληρωτικά από τους εναπομείναντες κατοίκους της –και υπό τον φόβο νέας επιδρομής των Τουρκαλβανών- στις 2 Σεπτεμβρίου 1769, οπότε είναι πιθανόν να εκκενώθηκαν τότε οι γύρω πόλεις και χωριά. Ο Κώδικας της Μονής του Αγίου Ιωάννου του Προδρόμου αναφέρει: «Εις δε 1769 Σεπτεμβρίου 2, από τον φόβον των μπορτζιλήδων και από τα βαρειά δοσήματα, [=τα ορισθέντα όπως πληρώση έκαστος των πολιτών προς απόσβεσιν των χρεών των μπορτζιλήδων], εις διάστημα τριών ημερών, εχάλασεν [=διελύθη] η Μοσχόπολις, και σκορπιζόμενοι οι άνθρωποι πανταχού γης, δεν απόμεινεν εις την χώραν ούτε σκυλί».

Ο Καβανόζης αναφέρει ότι στη συλλογική μνήμη των μετακινηθέντων υπήρχαν πληροφορίες που μεταβιβάστηκαν από γενιά σε γενιά και μιλούσαν για «ανθρώπινες απώλειες» κατά τη διάρκεια του ταξιδιού, κάτι το οποίο φαντάζει λογικό και πιθανό: «έτσι, ολόκληρες νομάδες, καραβάνια σε τμήματα, εγκατέλειψαν τα χωριά τους, ακολούθησαν την πέτρινη Εγνατία οδό και με αρκετές ανθρώπινες απώλειες έφθασαν και εγκαταστάθηκαν περί τα έτη 1730-1735 στα χωριά Ίμβρασο και Λείβηθρο της Ανατολικής Θράκης».

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου