Δευτέρα 6 Οκτωβρίου 2008

Ο Ηγεμόνας - Ν.Μακιαβέλλι



Tomb of Niccolò Machiavelli in the Basilica of Santa Croce in Florence



Ο Ηγεμόνας [1]



«Εκείνοι που μόνο από τύχη γίνονται ηγεμόνες, με λίγους μόχθους γίνονται, αλλά με πολλούς διατηρούνται στην εξουσία» (σ.49).

«Γιατί για τους ανθρώπους μπορεί κανείς να πει γενικά το εξής: είναι αχάριστοι, ευμετάβλητοι, υποκριτές, αποφεύγουν τους κινδύνους, είναι άπληστοι για κέρδος, και όσο τους κάνεις καλό, είναι όλοι δικοί σου, σου προσφέρουν το αίμα τους, την περιουσία, τη ζωή, τα παιδιά τους […]» (σ.108).





«[…] οι άνθρωποι γενικά κρίνουν περισσότερο με τα μάτια παρά με το μυαλό, γιατί μπορεί να βλέπει ο καθένας, αλλά καταλαβαίνουν λίγοι. Ο καθένας βλέπει εκείνο που φαίνεσαι, λίγοι καταλαβαίνουν εκείνο που είσαι» (σ.116).



«Ας κατορθώσει λοιπόν ένας ηγεμόνας να νικήσει και να διατηρήσει το κράτος του: τα μέσα θα κρίνονται πάντοτε έντιμα και θα επαινούνται από τον καθένα γιατί ο όχλος εντυπωσιάζεται με εκείνο που φαίνεται και με το αποτέλεσμα ενός πράγματος και στον κόσμο δεν υπάρχει παρά μόνο όχλος» (σσ.116-7).


«Οι ηγεμόνες πρέπει να αναθέτουν τα ζητήματα που απαιτούν ευθύνη σε άλλους, ενώ τα ευχάριστα να τα κρατούν για τον εαυτό τους» (σ.124).



«Πρέπει ακόμα ένας ηγεμόνας […] στους κατάλληλους καιρούς του έτους, να κρατάει απασχολημένο το λαό με γιορτές και θεάματα» (σσ.147-8).
"Δεν μπορεί λοιπόν ένας ηγεμόνας να τηρεί τον λόγο του, όταν αυτή η τήρηση στρέφεται εναντίον του και έχουν εκλείψει οι αιτίες που τον έκαναν να δώσει υπόσχεση.Και, αν οι άνθρωποι ήταν όλοι καλοί, αυτό το δίδαγμα δεν θα ήταν καλό. Αλλά επειδή είναι μοχθηροί και δεν θα κρατούσαν τον λόγο τους σε σένα, και εσύ δεν χρειάζεται να τον κρατήσεις προς αυτούς. [...]
Και είναι τόσο αφελείς οι άνθρωποι και υποκύπτουν τόσο εύκολα στις υπάρχουσες ανάγκες, ώστε εκείνος που εξαπατάει θα βρίσκει πάντοτε κάποιους που θα αφήνονται να εξαπατώνται" (σσ.114-5).
***
Το ομοίωμα του «αρχιυπηρέτη του Σατανά» καίγεται δημόσια και ο Index librorum praehibitorum [2] του Πάπα στα 1559 περιλαμβάνει τον Μακιαβέλι στα απαγορευμένα για κάθε καλό Καθολικό βιβλία.
Την εποχή του γαλλικού Διαφωτισμού, ο Ρουσσώ, που τον θαυμάζει εξαιρετικά, βεβαιώνει πως ο Μακιαβέλλι, απλώς προσποιείται ότι οπλίζει τους τυράννους, στην πραγματικότητα όμως, σαν γνήσιος δημοκράτης, ενημερώνει το λαό για τις βρόμικες μεθόδους της εξουσίας.
Στην ουμανιστική εικόνα που η χριστιανική Ευρώπη τεχνούργησε για τον «καλό ηγεμόνα» (ευγενικός, μεγάθυμος, θρήσκος, ιπποτικός και ειρηνικός), ο Μακιαβέλλι, στα 1516, ρίχνει ένα ανελέητα σκληρό φως.
Είναι αλήθεια πως αποσπάσματα από τον «Ηγεμόνα» τροφοδότησαν σύγχρονες αντιδημοκρατικές και φασιστικές αντιλήψεις. Ο ίδιος ο Μουσολίνι έγραψε διατριβή πάνω στον Μακιαβέλλι («Preludio al Machiavelli,1924») και πολλοί στραγγαλιστές της δημοκρατίας γαλουχήθηκαν κι εκτράφηκαν με μερικές από τις πιο εκρηκτικές σελίδες του «Ηγεμόνα».
Το ερώτημα όμως είναι ποια είναι, ποια μπορεί να είναι, η ευθύνη του συγγραφέα γι’αυτό.
Διαβάζοντας τον «Ηγεμόνα» βλέπει κανείς πόσα από αυτά που διαβάζει είναι δίπλα του, συμβαίνουν μπροστά του και πόσο επίκαιρος είναι ο λόγος του.
Η δαιμονοποίησή του δημιούργησε πλήθος στερεοτύπων και μόνο αν τον διαβάσει κανείς προσεκτικά, ή διαβάσει τα «Σχόλια στον Τίτο Λίβιο» [3] μπορεί να σχηματίσει μια σαφή εικόνα για τα όσα περιγράφει και τότε θα δει ότι στην ουσία ο Μακιαβέλλι περιγράφει το τραγικό αυτό ηθικό αδιέξοδο που επιτείνεται όχι μόνο από τον αμοραλισμό του εξουσιαστή αλλά και από την αδιαφορία και την αλλοτρίωση του εξουσιαζόμενου [4].

Ο Μακιαβέλλι περιγράφει με διεξοδικό και αναλυτικό τρόπο την ρήση του Θρασύμαχου στην «Πολιτεία» του Πλάτωνα:
«Φημί γαρ εγώ είναι το δίκαιον ουκ άλλο τι ή το του κρείττονος συμφέρον» (Εγώ λοιπόν σας λέω ότι δίκαιο δεν είναι τίποτα άλλο παρά το συμφέρον του ισχυρότερου) [5].
Τον Μακιαβέλλι τον μίσησαν πολλοί ηγεμόνες φανερά, όμως κρυφά τον αγάπησαν και τον αγαπούν.
Ο Μάρλοου τον αναγορεύει σε σκηνικό ήρωα που προλογίζει τον «Εβραίο της Μάλτας» και εκεί υπάρχει συμπυκνωμένη αυτή η αναντιστοιχία:

"Το όνομά μου μισητό σε όλους μπορεί να’ναι.
Όμως αυτοί που μ’αγαπούν, ούτε που το προφέρουν.
Ο Μακιαβέλλι είμ’εγώ, και όλοι ας το μάθουν
όσοι δε λογαριάζουνε ανθρώπους κι υποσχέσεις.
Αυτοί που τάχα με μισούν, στο βάθος με θαυμάζουν
κι όσοι ανοιχτά κατηγορούν αυτά που ‘χω γραμμένα,
κρυφά με μελετούν"
[6].

doctor
___________________________________________________

[1] Νικκολό Μακιαβέλλι (1469-1527)
Ο Νικκολό Μακιαβέλλι γεννήθηκε στη Φλωρεντία το 1469. Ήταν γόνος παλιάς οικογένειας, και η μόρφωση που έλαβε ήταν η συνηθισμένη ουμανιστική των αστών της εποχής. Από το 1498 ως το 1512 χρημάτισε γραμματέας της δεύτερης καγκελαρίας της Φλωρεντινής Δημοκρατίας. Υπό την ιδιότητά του αυτή πραγματοποίησε πολυάριθμες αποστολές σε διάφορες πόλεις της Ιταλίας και σε άλλες χώρες της Ευρώπης (Γαλλία, στην αυλή του Λουδοβίκου IB΄, στον αυτοκράτορα Μαξιμιλιανό). Το 1502 είχε την ευκαιρία να γνωρίσει ως απεσταλμένος της κυβέρνησής του στο Ουρμπίνο και τη Σινιγκάλια τον Καίσαρα Βοργία, τον λεγόμενο δούκα Βαλεντίνο, το μελλοντικό πολιτικό του πρότυπο. Οι Εκθέσεις και οι Λόγοι του αποτελούν μαρτυρίες της διπλωματικής του δραστηριότητας αυτής της εποχής. Την ίδια περίοδο έγραψε και τις δύο έμμετρες Δεκαετίες (1504-1509). Το 1512 οι Μέδικοι επανήλθαν στη Φλωρεντία με τη βοήθεια των Ισπανών, πράγμα που είχε συνέπεια την άμεση απομάκρυνση του Μακιαβέλλι από τα πολιτικά αξιώματα. Φυλακίστηκε μάλιστα και βασανίστηκε, θεωρούμενος ένοχος για συμμετοχή στη συνωμοσία του Πιερπάολο Μπόσκολι. Όταν αποφυλακίστηκε, την άνοιξη του 1513, α¬ποσύρθηκε στο κτήμα του στο Αλμπεργκάτσιο, κοντά στο Σαν Κασιάνο στην κοιλάδα της Πίζας. Απομονωμένος εκεί, μακριά από την ενεργό πολιτική, την επάνοδο στην οποία πάντοτε λαχταρούσε, έγραψε τα σημαντικότερα έργα του, μεταξύ των οποίων και τον Ηγεμόνα. Το 1513 άρχισε τους Λόγους για τα πρώτα δέκα βιβλία του Τίτου Λίβιου, τους διέκοψε όμως για να γράψει, από τον Ιούλιο ως τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, τον Ηγεμόνα. Το 1516 ακολούθησε ο Διάλογος γύρω από τη γλώσσα, όπου υποστηρίζει τη χρησιμοποιηση της φλωρεντινής διαλέκτου, και το 1518 η κωμωδία Μανδραγόρας, που θ¬ωρείται από τα αριστουργήματα του θεάτρου του 16ου αιώνα. Το έργο του αυτό καθώς και το διαλογικό Περί της τέχνης του πολέμου (1519-1520) είναι τα μόνα που εκδόθηκαν όσο ζούσε ο συγγραφέας τους, το 1524 και το 1521 αντίστοιχα. Άλλωστε, ο Μακιαβέλλι ήταν τότε περισσότερο γνωστός ως κωμωδιογράφος παρά ως πολιτικός στοχαστής. Το 1520 έγραψε το ιστορικό έργο Η ζωή του Καστρούτσο Καστρακάνι και την ίδια χρονιά του ανέθεσε ο Ιούλιος των Μεδίκων τη συγγραφή της ιστορίας της Φλωρεντίας (Φλωρεντινές ιστορίες, 1520-1525). Στα 1525 χρονολογείται και το άλλο θεατρικό του έργο, η Κλιτία. Έγραψε επίσης τη νουβέλα Ο αρχιδιάβολος Μπελφαγκόρ και τα έμμετρα Κεφάλαια και Χρυσός γάιδαρος (αυτοβιογραφικό, αλληγορικό). Από το 1520 ο Μακιαβέλλι επανήλθε στην πολιτική ζωή, αλλά τα καθήκοντα που του ανέθεταν δεν ήταν τόσο σημαντικά όπως παλαιότερα. Πέθανε το χρόνο που επικράτησαν πάλι οι δημοκρατικοί στη Φλωρεντία. Οι υπηρεσίες όμως που είχε προσφέρει τα τελευταία έτη στους ευγενείς, τους έκαναν να μην τον εμπιστεύονται πια και δεν του έδωσαν κανένα αξίωμα. Ο Ηγεμόνας (εκδόθηκε το 1531) θεωρήθηκε διαβολικό βιβλίο. Σήμερα, παρά την καλύτερη γνώση και κατανόηση του έργου του και της προσωπικότητάς του, το όνομά του εξακολουθεί να προκαλεί ένα είδος τρόμου. Ο λόγος φαίνεται πως είναι το ότι ο διανοούμενος αυτός του 1500 τόλμησε να μιλήσει για πράγματα που, παρότι αποτελούν τους σταθερούς κανόνες που ακολούθησαν και ακολουθούν οι πε¬ρισσότεροι ηγεμόνες και οι κάθε είδους ηγεμονίσκοι όλων των εποχών, δεν λέγονται. Το σκανδαλιστικότερο ίσως έγκειται στο ότι προτρέπει σ’ αυτό τον τρόπο σκέψης και δράσης, και τούτο θεωρείται μεγάλο αμάρτημα, καθώς σε όλες τις κοινωνίες υπάρχει τεράστιο χάσμα ανάμεσα στη ζωή γενικότερα –και ειδικότερα στην πολιτική ζωή– και στην ηθική διαπαιδαγώγηση των πολιτών. Το ν’ αποκαλύπτεις τις σκέψεις και τις μεθόδους που βρίσκονται πίσω από πολιτικές ενέργειες και γεγονότα, αφαιρώντας τα προσχήματα του δικαίου, της ηθικής, της θρησκείας κ.λπ., είναι στις κοινωνίες μας χειρότερο από το να διαπράττεις τα ίδια τα εγκλήματα.
Πηγή:
http://www.kaktos.gr/default.asp?pid=13&itm=55
[2] Το Index Librorum Prohibitorum ("Κατάλογος Απαγορευμένων Βιβλίων") είναι ένα κατάλογος εντύπων τα οποία λογοκρίθηκαν από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία καθώς τα θεωρούσε επικίνδυνα για την ίδια και για την πίστη των μελών της. Στις διάφορες εκδόσεις του περιέχονται οι εκκλησιαστικοί κανόνες σχετικά με την ανάγνωση, την πώληση και τη λογοκρισία των βιβλίων.
Ο σκοπός του καταλόγου ήταν η αποτροπή της ανάγνωσης
ανήθικων βιβλίων και έργων, τα οποία περιείχαν θεολογικά σφάλματα, και της διαφθοράς των πιστών. Ο κατάλογος δεν συμπληρωνόταν αποκλειστικά ως αντίδραση σε βιβλία που είχαν ήδη κυκλοφορήσει. Οι Καθολικοί συγγραφείς είχαν τη δυνατότητα να υπερασπίσουν τα γραφόμενά τους και μπορούσαν στη συνέχεια να ετοιμάσουν μια νέα έκδοση του έργου τους με τις απαιτούμενες διορθώσεις ή περικοπές έτσι ώστε να αποφύγουν ή έστω να περιορίσουν την απαγόρευσή του. Η λογοκρισία πριν την έκδοση των βιβλίων ενθαρρυνόταν.
Ο πρώτος κατάλογος αυτού του είδους δεν δημοσιεύθηκε στην
Ρώμη, αλλά στην Ολλανδία το 1529. Η Βενετία και το Παρίσι ακολούθησαν αυτό το παράδειγμα (1543 και 1551). Το πρώτο ρωμαϊκό Index (Κατάλογος) ήταν έργο του Πάπα Παύλου Δ' (1557, 1559). Το έργο της λογοκρισίας θεωρήθηκε πολύ αυστηρό και, μετά από τον επαναπροσδιορισμό της εκκλησιαστικής νομοθεσίας στο ζήτημα της απαγόρευσης των βιβλίων, ο Πάπας Πίος Δ΄ ανακοίνωσε επίσημα το λεγόμενο Tridentine Index (Κατάλογος του Τριέδου), την βάση όλων των μετέπειτα καταλόγων μέχρι που ο Πάπας Λέων ΙΓ΄, το 1897, δημοσίευσε το Index Leonianus (Λεόντειος Κατάλογος). Οι πολύ πρώιμοι κατάλογοι ήταν έργο της Επιτροπής της Ιερής Υπηρεσίας (Congregation of the Holy Office) της Καθολικής Εκκλησίας (πρόκειται για την Επιτροπή της Ιεράς Εξέτασης [Sacred Congregation of the Inquisition], αργότερα γνωστή ως Επιτροπή για τo Δόγμα της Πίστης [Congregation for the Doctrine of the Faith]).
Πηγή: wikipedia.
[3] Μερικές σκέψεις του Μακιαβέλι, από τα «Σχόλια στον Τίτο Λίβιο»: «Όποιος έπαινος πρέπει σε αυτόν που θεμελιώνει μια δημοκρατία ή ένα βασίλειο, τόση κατάκριση αξίζει σε όποιον θεμελιώνει την τυραννία». «Όποιος αντιμάχεται όλο το λαό δεν βρίσκει ποτέ ησυχία, και σε όσο περισσότερη καταπίεση ξεπέφτει τόσο πιο αδύνατη γίνεται η εξουσία του. Το καλύτερο φάρμακο είναι να ζητήσει τη φιλία του λαού». «Ολέθρια για την πολιτεία είναι η εξουσία που κάποιος αρπάζει και όχι εκείνη που παραχωρείται με ελεύθερες εκλογές». «Περισσότερο γνωστικός και σταθερός είναι ο λαός παρά ο ηγεμόνας». Πηγή: «Νικολό Μακιαβέλι, Ο Ηγεμόνας, εκδ.Κάκτος, Επιλεγόμενα,σσ.200.
[4] Σταχυολογώντας από τα «Επιλεγόμενα» στον «Ηγεμόνα», ο.π., σσ. 179-229, που γράφει ο Σάκης Σαλκιτζόγλου.
[5] Πλάτωνος, «Πολιτεία», Α,10.
[6] Μάρλοου, «ο Εβραίος της Μάλτας».

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2008

Οι Αρβανίτες του Έβρου



«Θεωρούμε ότι οι δικοί μας Αρβανίτες, του νομού Έβρου, έχουν μεταναστεύσει γύρω στον 17ο με 18ο αιώνα από την περιοχή της Κορυτσάς, από τα χωριά Βιθκούκι, Κιάφαζετς και Κιοτέσα.
«Κούκι» γνωρίζουμε ότι σημαίνει κόκκινο, το «βιθ» πρέπει να είναι βάθρα ή λακκούβα, εκτός κι αν «μπιθκούκι» σημαίνει κάτι άλλο[1].
Το «Κιάφαζετς» σημαίνει μαύρος λαιμός και η «Κιοτέσα» ίσως να σχετίζεται με νερά που αχνίζανε στην περιοχή αυτή της Κορυτσάς. Αυτά συνάγονται από παραδόσεις και μαρτυρίες».

Η παραπάνω εισαγωγή αποτελεί μέρος των όσων είπε ο τέως Δήμαρχος Φερών [2] και τέως αντινομάρχης Νομού Έβρου, κ.Παναγιώτης Τσέκης στην διημερίδα που διοργανώθηκε από το Πάντειο Πανεπιστήμιο στις 24 & 25 Οκτωβρίου 1998 [3] και εν πολλοίς αποτελεί την επιτομή των όσων γνωρίζουν από πάππου προς πάππου οι Αρβανίτες του νομού Έβρου.
Οι πληθυσμοί των χωριών αυτών βρέθηκαν ανατολικά του Έβρου, στην ανατολική Θράκη. Τα χωριά εγκατάστασής τους τα ονόμασαν : Κιουτέζα (εκ του Κιοτέσα από όπου ήρθαν και το οποίο ονομαζόταν «Ιμπρίκ Τεπέ» στα τούρκικα και «Ίμβρασος» στα ελληνικά), Μπιθκούκι (εκ του ομωνύμου χωριού του τόπου αναχωρήσεώς τους, «Σουλτάνκιοϊ» στα τούρκικα και «Λίβυθρο» στα ελληνικά).

Εκτός από τη συστάδα των δύο χωριών Σουλτάνκιοϊ και Ιμπρίκ Τεπέ, υπήρχε στην περιοχή της Αδριανούπολης το αρβανίτικο χωριό «Μεγάλο Ζαλούφι»[4]. Η κοινωνία των Ζαλουφιωτών, αυστηρά ενδογαμική ως το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είχε καμία σχέση με τους Αλβανόφωνους της περιοχής ούτε πριν το 1922 ούτε μετά [5] και το Μεγάλο Ζαλούφι μάλλον προέρχεται από την διασπορά των Αρβανιτών του 14ου αιώνα χωρίς να γνωρίζουμε την αρχική κοιτίδα τους [6]. Στην περιοχή υπήρχε επίσης και το αρβανιτόφωνο χωριό Αλτίν Τας (χρυσόλιθος) [7], λίγο πιο ανατολικά από το Ιμπρίκ Τεπέ.

Σχετικά με τα αρβανιτόφωνα χωριά του Έβρου, ο Αριστείδης Κόλλιας [8] αναφέρει (απευθυνόμενος προς τον Π.Τσέκη στην διημερίδα):
«Οι Αρβανίτες στην Θράκη ήρθαν σε μιαν άλλη εποχή, πολύ μεταγενέστερη (σ.σ. από αυτή των αρβανιτών της νοτίου Ελλάδος). Και λέγονται μάλιστα σκιπτάρ (shqiptar), ένα εθνώνυμο που είναι άγνωστο στη νότια Ελλάδα. Τούτο επικρατεί από την Ήπειρο, και βορειότερα μετά τον θάνατο του Σκεντέρμπεη. Εμείς λεγόμαστε Αρβανίτες, «αρβανίτε» (arvanite), όπως και η γλώσσα μας, από το Κριεκούκι μέχρι την Πελοπόνησσο. Υπάρχει και το παλιό εθνώνυμο «αρμπερόρ» (Arberor) και ο προσδιορισμός της γλώσσας ως «αρμπερίστε» (arberishte). Είναι λοιπόν πλησιέστερα τα αρβανίτικα της Θράκης με τη γλώσσα της Κορυτσάς, και γιατί από εκεί έχετε έρθει, αλλά και γιατί μεταναστεύσατε σχετικά πρόσφατα» [9].
Τα χωριά Ιμπρίκ Τεπέ και Σουλτάνκιοϊ βρίσκονταν κοντά το ένα στο άλλο, στα νότια του Εργίνη ποταμού [10].

Η γλώσσα και η αίσθηση της κοινής πολιτισμικής παράδοσης αποτυπωνόταν και στο μοναστήρι του Αγίου Ιωάννη του Προδρόμου που βρισκόταν στην ενδιάμεση απόσταση.
Η γιορτή του αγίου και τα κουρμπάνια [11] που γίνονταν ή οι δωρεές που προσφέρονταν, ήταν ο συνεκτικός ιστός που υπενθύμιζε τη σχέση τους [12].
Ήταν αυτό το πανηγύρι που καθιστούσε τα δύο χωριά κέντρο της περιοχής και συνέβαλε στην ανάπτυξη σχέσεων με τις ορθόδοξες περιοχές που ήταν από την άλλη πλευρά του Έβρου ποταμού.
Σε μερικά σημεία του ποταμού τα νερά ήταν πολύ ρηχά, ιδίως στα τέλη του καλοκαιριού και οι Εβρίτες πηγαινοέρχονταν με τα πόδια από τη μία όχθη στην άλλη [13].




Έτσι, κατά μαρτυρίες πληροφορητών, Σουφλιώτες έμποροι και άλλοι κάτοικοι επισκέπτονταν το πανηγύρι και εξαιτίας αυτού δημιουργήθηκαν κουμπαριές, οι οποίες αξιοποιήθηκαν από τους Σουφλιώτες προσκυνητές και εμπορευόμενους για την παροχή φιλοξενίας, αλλά ταυτόχρονα χρησιμοποιήθηκαν από τους εκδιωγμένους από τις εστίες τους για την ομαλή μετάβαση στο καινούργιο καθεστώς.
Τα δύο χωριά αναφέρονται ως αρβανιτόφωνα, τα οποία όμως κατατάσσονται στα ελληνικά χωριά της περιοχής [14].
Παρατηρεί ο αρχιμανδρίτης Νικ.Βαφείδης όσον αφορά την εκπαιδευτική κατάσταση:
«Εκ της οδυνηράς ταύτης καταστάσεως εξαιρείται (ως προς τα σχολικά) το ελληνοαλβανικόν χωρίον Ιβρίκ-Τεπέ ως όασιν εν ερήμω… περιέχον αλληλοδιδακτικήν σχολήν, εις ην φοιτώσιν 95 μαθηταί […] Η ευάρεστος και εξαιρετική αύτη του Ιβρίκ-Τεπέ κατάστασις οφείλεται κυρίως εις τον οικονόμον του χωρίου Παπαδήμον, ως και εις τους δημογέροντας και μουχτάρηδες, οίτινες πάσαν υφίστανται θυσίαν υπέρ της σχολής» [15].


Όσον αφορά αυτό το σημείο, φαίνεται ότι οι δημογέροντες του χωριού δεν είχαν αμφιβολία για τη συνείδησή τους και για την ταυτότητα, που επέλεξαν να εμφυσήσουν στις νεότερες γενιές των Αρβανιτόφωνων. Η εμμονή τους στην στήριξη του ελληνικού σχολείου [16] είναι εύγλωττη για τις προαναφερθείσες διεργασίες. Το χωριό κατατάσσεται στα ελληνικά. Σημειώνει ο Βαφείδης:

"Ιμπρίκ Τεπέ, Έλληνες αλβανόφωνοι 1.500. Δημοτική σχολή, 1 διδάσκαλος, 80 μαθηταί. Παρθεναγωγείον 1 διδασκάλισσα, 40 μαθήτριαι"[17].
Αξίζει να σημειωθεί ότι όλοι οι κάτοικοι είναι Αρβανιτόφωνοι.
Έτσι οι αποφάσεις δεν επιβάλλονται από μία πλειοψηφία, στην οποία αυτοί απλώς υπακούουν. Τα ίδια ισχύουν και για το άλλο χωριό: Σουλτάνκιοϊ, 1.500 έλληνες αλβανόφωνοι, δημ.σχολεία, 1 διδασκάλισσα, 35 μαθητές».



Οι διωγμοί.
Και οι δύο συστάδες χωριών διατρέχονται από το κοινό νήμα των περιπετειών των Ελλήνων στα χρόνια μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο.
Πλήθος διωγμών προετοιμάζουν την προσφυγιά, τη διχοτόμηση και την τελική αναδιάταξη του χώρου.
Έτσι, κοινό γνώρισμα είναι η εκτόπιση.


Οι κάτοικοι του Ιμπρίκ Τεπέ και του Σουλτάνκιοϊ στέλνονταν στο εσωτερικό της Ανατολικής Θράκης:

"Αεραπόλ το λέγανε. Κοντέψαμε να πάμε ως την Μικρασία. Πήγαμε σακεί. Όλοι δεν πήγαμε, όμως εμείς πήγαμε. Εκάτσαμε 3 χρόνια εκεί. Το Αεραπόλ ήταν μεγάλη πόλη. Δεν ήταν θάλασσα εκεί. Δούλευαν εκεί, είχαν στάρια, δούλευαν, ύστερα ήρθαμε πάλι στο χωριό. Μας έδωναν ένα βόδι εμένα, ένα βόδι εσένα και φτιάχναμε ζευγάρι και ερχόσουν και τρία χρόνια έκατσαν εκεί και έκαναν πάλι νοικοκυριό. Λέω για πέρα. Έκαναν πράγματα και ζώα, όλα τα έκαναν. Από εκεί ύστερα εκάτσαμε τρία χρόνια εκεί. Κι μπαμπάς μου που ήταν φαντάρος στην Τουρκία, δούλεψε, έκανε και ζώα και ύστερα μας σήκωσαν πάλι και ήρθαμε εδώ" [18].

Είναι η περίοδος των μετέωρων βημάτων της προσφυγιάς. Οι απλοί άνθρωποι δοκίμασαν στο πετσί τους τις αναδιατάξεις. Έχασαν τις περιουσίες τους. Κάθε μετακίνηση συνεπαγόταν απώλεια των υπαρχόντων τους. Γύριζαν πάλι πίσω. Και ξανά απόπειρες να στήσουν το νοικοκυριό τους. Άνθρωποι με περιουσία κατάντησαν να επαιτούν τη βοήθεια των Τούρκων συγχωριανών. Γυναίκες έγιναν δούλες, υπηρέτριες. Οι εκτοπίσεις λειτούργησαν ως μια θυελλώδης, τακτική ανατάραξη, που ανέτρεψε τις υπάρχουσες ισσοροπίες, αναδιένειμε τον πλούτο και προκάλεσε νέες σχέσεις στις εθνολογικές ομάδες:

«οι δικοί μας ήταν φτωχοί, δεν μπορούσαμε να βγάλουμε σοδειές ή να πάρουμε ζώα γιατί μετά από 2-3 χρόνια θα μας έδιωχναν. Μόλις έκανες περιουσία, σε έδιωχναν και τα έπαιρνε ο Τούρκος. Ερχόσουν στο χωριό με δύο ξερά χέρια. Δίπλα υπήρχαν τουρκικά χωριά και πήγαινες σα δούλος στους Τούρκους και σε δυο μήνες σου δίνανε μια μέρα άδεια να πας να δεις τα παιδιά σου και τη γυναίκα σου και να φέρεις πέντε παράδες» [19].



Οι εκτοπίσεις δεν καλλιεργούν την αίσθηση του ιστορικού συμβαντολογικού χρόνου στους υφιστάμενους τα γεγονότα [20].
Γι’αυτούς όλα όσα πέρασαν, είναι παλινωδίες της ιστορικής κίνησης, οι οποίες επαναλαμβάνονται περιοδικά.
Πρόκειται για μετεωρισμούς που προσδοκούν ότι θα αποκατασταθούν.
Το σταθερό χρονικό σημείο στη μνήμη τους είναι ο εκτοπισμός του 1922 που εξελίχθηκε σε μόνιμη προσφυγιά. Ακριβώς αυτή η μονιμοποίηση του μετέωρου βήματος μετέτρεψε το γεγονός σε χρονικό σύνορο, που οργανώνει τη μνήμη τους στα πριν και μετά την πέρα του ποταμού μετεγκατάσταση.
Ο ξεριζωμός.
«Το ’22 που έγινε ο μικρασιατικός πόλεμος, ήτανε όλοι στο μοναστήρι του Άη Γιάννη.
Ήρθε τότες η διαταγή ότι έγινε πόλεμος και έπρεπε όλοι να φύγουμε από εκεί.
Περνούσαμε έπειτα με τα αμάξια μας μέσα από τον Έβρο. Ήταν καλοκαίρι» [21].
Για μια φορά ακόμη οι ελληνικοί πληθυσμοί της Ανατολικής Θράκης ετοιμάστηκαν για μετακίνηση:
«Τον Σεπτέμβριο του 1922, διαταχθείσης της εκκενώσεως της Ανατολ.Θράκης, οι Ζαλουφιώται παραλαβόντες ό,τι ήτο δυνατόν να παραλάβουν επί μιας βοϊδαμάξης, πέρασαν τον Έβρον ποταμόν»[22].
Ο Άγγελος Γερμίδης, Ανδριανουπολίτης, γράφει:

«Επί 15 ημέρες, φάλαγγες ατελείωτες κάρρων, βοϊδάμαξων και κάθε λογής μεταφορικών μέσων, διέσχιζαν κάτω από ένα βαρεία συννεφιασμένο ουρανό, πένθιμα και σιωπηλά, τους δρόμους της Θράκης, για να περάσουν στη δυτική όχθη του Έβρου, τους έλληνες κατοίκους και τα λίγα υπάρχοντα, που έφερναν μαζί τους.
Ήτανε ημέρες συγκινητικώτατες και το πένθος βαρύτατο για τους εκπατριζόμενους πληθυσμούς, που αφίνανε την πατρώα γη με δάκρυα στα μάτια και τον αβάσταχτο πόνο, που νοιώθουν εκείνοι, που χάνουν την πατρίδα τους, για πάντα.
Και μονάχα εκείνοι που αντίκρυσαν με τα μάτια τους το φοβερό εκείνο ξερρίζωμα του αιωνόβιου θρακιώτικου ελληνισμού, που από χιλιάδες χρόνια στάθηκε όρθιος στις επάλξεις, μονάχα αυτοί μπορούν να συλλάβουν την έκταση της φρικτής εκείνης συμφοράς.
Εκκλησίες πανάρχαιες, μοναστήρια που είχαν κτισθή από τους πρώτους ακόμα αιώνες του Χριστιανισμού, Σχολεία και Μορφωτικές Οργανώσεις που ακτινοβολούσαν και έξω από τη Θράκη, νεκροταφεία στα οποία εκοιμόταν τον αιώνιο ύπνο τους πατέρες, μητέρες κι αδέλφια τους, σπίτια, μαγαζιά γεμάτα, ανθούσες επιχειρήσεις και εύφορα χωράφια, τα αφίνανε όλα πίσω, φεύγοντες τον επερχόμενο κατακτητή.
Μέχρι της 5ης Οκτωβρίου εκκενώθηκε η περιοχή ως τη γραμμή, Μήδεια-Ανακτόριο-Τσερκέσκιοϊ.
Στις 7 Οκτωβρίου μέχρι τη γραμμή Σαμμακόβι-Βιζύη-Τυρολόη-Σηλύβρια, στις 9 Οκτωβρίου μέχρι τη γραμμή Σκοπός-Αρκαδιούπολις(Λουλέ-Μπουργάζ)-Ραιδεστός, στις 11 μέχρι τη γραμμή, 40 εκκλησίαι, Χάφσα-Παυλίκιοϊ-Κεσσάνη και στις 18, η υπόλοιπη μέχρι τον Έβρο περιοχή.
Στις 18 Οκτωβρίου, τα τελευταία ελληνικά τμήματα, εγκατέλειπαν την Αδριανούπολι, αφίνοντα για φύλαξί της Γάλλους στρατιώτες. Στις 10 το πρωί της ημέρας αυτής, γινόταν στο Στρατηγείο της Στρατιάς Θράκης, η υποστολή της Ελληνικής σημαίας και η έπαρση της Τουρκικής»[23].
Για πρώτη φορά, η μετακίνηση θα γινόταν προς το ανεξάρτητο ελληνικό κράτος. Για τους ίδιους όμως, ήταν κομμάτι των προηγούμενων διωγμών και ήθελαν να πιστεύουν ότι σύντομα θα κατακάθιζε ο κουρνιαχτός και θα επέστρεφαν και πάλι στις πατρογονικές εστίες, για να συνεχίσουν το πανηγύρι του Αη Γιάννη του Προδρόμου, που έμεινε και αυτό στη μέση.
Αυτές οι σκέψεις τους έκαναν να επιλέξουν περιοχές που βρίσκονταν κοντά στα δικά τους χώματα [24].
Το ίδιο μαρτυρείται από τον Γ.Τολίδη, από το Μεγάλο Ζαλούφι, ο οποίος καταθέτει και την προσωπική του μαρτυρία από την αδημονία του πατέρα του, που συχνά ρωτούσε: «Τι νέα; Πότε θα πάμε πέρα;».


Αυτή η επιθυμία συνόδευσε σε όλη τους τη ζωή τους πρόσφυγες της πρώτης γενιάς, καθώς ο καημός έγινε τροφή για τα όνειρά τους:
«Παπούς έλεε, παιδί μου, που ήρθαμε εδώ, καθήσαμε εδώ για να είμαστε κοντά στην πατρίδα μας.
Περιμέναμε μια μέρα για να πάμε πίσω στο Γιαούπ.
Δήθεν ότι ήρθαμε εδώ προσωρινά. Θυμάμαι τον παππού μου που έλεγε»[25].
Η μετακίνηση έγινε με κάρα:
«Ήρθα μια κοπέλα. Γω ήμουν δεκατριώ χρονών, όταν ήρθαμε εδώ. Από κει ήρθαμε, πήγαμε με το αμάξι, περάσαμε σε ένα ποτάμι έτσι με τα γελάδια από πάνω. Ήταν με τον καιρό καλό και ήρθαμε με τα γελάδια, ήταν φαντάροι στο Σουφλί. Πήγαμε στο Σουφλί, ύστερα όλοι εκεί εκάτσαμε τρεις μήνες, ύστερα ήρθαμε εδώ στο Μπίντικλι [26] και τώρα το λένε Τυχερό» [27].
Το κάρο μπορούσε να ήταν ιδιόκτητο. Αυτό ήταν σπάνιο και μπορούσε να φιλοξενήσει τους συγγενείς. Στις πιο πολλές περιπτώσεις τη μεταφορά έκαναν οι Τούρκοι, καραγωγείς που αναλάμβαναν έναντι αμοιβής αυτό το εργολαβικό έργο.
Οι πέραν του Έβρου Θρακιώτες πέρασαν το ποτάμι με την κινητή τους περιουσία – σε αντίθεση με τους Μικρασιάτες οι οποίοι εγκατέλειψαν την περιοχή της Σμύρνης σε κατάσταση πανικού [28].
Έπειτα, το ταξίδι της προσφυγιάς ήταν πολύ μικρό, ήταν ζήτημα 2-3 ωρών, σε αντίθεση με τις απελπιστικές συνθήκες μετακίνησης των ποντίων που ήρθαν από τον Καύκασο ή την Τραπεζούντα, πολλοί εκ των οποίων πέθαναν κατά την διάρκεια του ταξιδιού.

«Με κάρο ήρθαμε και ένα αμάξι που μας έδωσαν οι Τούρκοι, τι να βάλεις εκεί πρώτα.
Είχαμε εκείνο το χρόνο στάρι, μια κάμαρα γεμάτη.
Και ό,τι είχαμε, δεν το πήραμε.
Ένα πάπλωμα πήραμε, μια κατσαρόλα, ένα ταψί και δύο σακιά στάρι, γιόμισε ένα κάρο.
–Το κάρο ήταν δικό σας δηλαδή;
-Δεν ήταν δικό μας. Οι Τούρκοι μας έφεραν και μετά γύρισαν. Ήταν σαν εργολάβοι. Τους πλήρωναν. Τους έδωσαν ένα αμάξι, τους λέει θα τους πάτε, θα τους παραδώσετε» [29].

Οι παραπάνω περιγραφές των πληροφορητών αποδεικνύουν ότι η μετακίνηση έγινε υπό ομαλές συνθήκες, με την βοήθεια των γηγενών Τούρκων (επ’αμοιβή) και δεν παρατηρήθηκαν οι σφαγές που έγιναν στον Πόντο και στην περιοχή της Σμύρνης.
Άλλωστε οι μετακινηθέντες Αρβανίτες ήταν βέβαιοι ότι και αυτή η μετακίνηση θα ήταν προσωρινή, ενώ αντίθετα οι αστοί της Ανδριανούπολης είχαν πλήρη επίγνωση της κατάστασης και γνώριζαν ότι επρόκειτο για οριστικό ξεριζωμό:
«Λίγες μέρες πριν από τις 18 Οκτωβρίου (σ.σ.1922), στις 9 του μηνός γινόταν στον Μητροπολιτικό Ναό της Αδριανουπόλεως η τελευταία λειτουργία, σαν εκείνη την τελευταία λειτουργία της Αγίας Σοφίας, την παραμονή της Αλώσεως. Και με δάκρυα στα μάτια, οι παρευρισκόμενοι σε αυτή, ακούγανε το γέρο Μητροπολίτη Πολύκαρπο, να αναπέμπη, με διακοπτόμενη από τη συγκίνηση φωνή, τη στερνή προς τον Ύψιστο επίκλησι. Ήταν ο τελευταίος Μητροπολίτης της Αγιωτάτης Μητροπόλεως Αδριανουπόλεως» [30].

Με τον ίδιο τρόπο ξεσηκώθηκαν και οι γείτονες του Ιμπρίκ Τεπέ, οι ελληνόφωνοι κάτοικοι του Γιαούπ [31].
Οι μαρτυρίες ωστόσο διαφοροποιούνται για τα πράγματα που δικαιούνταν να πάρουν. Μπορούσαν να φορτώσουν δύο βοϊδά (ή βουβαλά-)μαξες:
«Οι δικοί μας πρέπει να ξεκίνησαν γύρω στις 10 Οκτωβρίου και η μεταφορά γινόταν με βοϊδάμαξα.
Είχαν δικαίωμα 2 και 3 φορές να μεταφέρουν στην απέναντι όχθη του ποταμού Έβρου.
Διότι η διαδρομή μεταξύ Γιακούμπ Μπέη και Σουφλί ήταν κάνα δυο τρεις ώρες.
Κατά μαρτυρίες γονέων μας, βροχή ραγδαία και χαλάζι [32] χονδρό χτυπούσε τους δυστυχείς γονείς μας.
Η διαδρομή γινόταν με πλωτά μέσα.
Είχαν στρατιωτικές σχεδίες, βάρκες, και βάζαν 2-3 κάρα και τα τραβούσαν με συρματόσχοινα.
Οι πρώτοι οι πιο πολλοί εγκαταστάθηκαν στο Σουφλί.
Μερικοί πέρασαν απέναντι απ’το Διδυμότειχο.
Με τους Σουφλιώτες αν και μακριά είχανε το πάρε δώσε.
Οι αραμπατζήδες (καροποιοί) μαστόροι Σουφλιώτες φτιάχνουν τα ξύλινα βοϊδάμαξα και αργαλειούς, κ.λπ.»[33].

Οι πρόσφυγες ήταν έμπειροι σε τέτοιου είδους μετακινήσεις.
Ταυτόχρονα, η σκέψη τους ήταν στραμμένη στα πατρογονικά χώματα.
Έτσι, μπορεί να εξηγηθεί και η επιλογή του χώρου για τη δημιουργία του οικισμού τους.
Οι Αρβανιτόφωνοι κινήθηκαν παράλληλα προς τον Έβρο και νοτιοανατολικά του Σουφλίου. Δεν εγκαταστάθηκαν όλοι στην ίδια κατεύθυνση.
Οι μισοί και παραπάνω προτίμησαν να κονακέψουν κοντά στο ποτάμι, σχεδόν πάνω στην δυτική του όχθη, και σχεδόν απέναντι από τα χωριά που έφυγαν.
Οι πιο πολλοί πήγαν στον κάμπο, όπου υπήρχαν δύο οικισμοί: ο Χάντζιας (Τάρσιον) νοτιότερα, κι ένα χιλιόμετρο βορειότερα το Τσακιρτζί (Πυρόλιθος). Μεγαλύτερος οικισμός ήταν ο Χάντζιας, που διέθετε και ορθόδοξη εκκλησία, απομεινάρι της βουλγαρικής παρουσίας στην περιοχή.
Στο Μπίντικλι (Τύχιο) και λίγα χιλιόμετρα δυτικά (μακριά από το ποτάμι) κατέλυσαν 80 οικογένειες [34].




Οι άλλοι κινήθηκαν λίγο πιο μέσα, μαζί με τους αρβανιτόφωνους του Αλτίν Τας σε άλλους οικισμούς: Φέρες, Πέπλος, Γεμιστή, Κήποι, Αρδάνιο, Καβησό, Πυλαία Έβρου και στην Παραδημή του νομού Ροδόπης.
Οι Αρβανιτόφωνοι του Μεγάλου Ζαλουφιού σκόρπισαν στα βόρεια του νομού Έβρου: Χειμώνιο, Θούριο, Πύθιο, Ρήγιο, Σάκκος, Δίκαια και Καβύλη [35]. Επίσης, υπάρχουν μαρτυρίες για εγκατάσταση Αρβανιτών από την Μανδρίτσα της Βουλγαρίας στο Σουφλί και στο Πρωτοκκλήσι Έβρου[36].

Κάπως έτσι έφτασαν οι Αρβανίτες από την Ανατολική Θράκη στον νομό Έβρου. Σε επόμενο θέμα θα ασχοληθούμε με τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν στην νέα τους πατρίδα αλλά και για την εθνική τους συνείδηση.
Τελειώνοντας, θα ήθελα να ευχαριστήσω δημόσια τον κ. Γρ.Αυδίκο, επίκουρο Καθηγητή Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, δρ.Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, διότι το έξοχο βιβλίο του με τίτλο «Από τη Μαρίτσα στον Έβρο» (βλ.υποσημ.12) που έγραψε σχετικά με την ιστορία του Τυχερού Έβρου, του χωριού μου, ήταν η αιτία να κάνει να κάνει αρκετούς από εμάς, τους σημερινούς Τυχεριώτες να ψάξουμε, να ερευνήσουμε και να μπούμε στην μηχανή του χρόνου αναζητώντας τα ίχνη των προγόνων μας και εγκύπτοντας στην υπάρχουσα βιβλιογραφία να σπάσουμε τα ταμπού και τις προκαταλήψεις σχετικά με την γλώσσα των παππούδων και των πατεράδων μας, τα αρβανίτικα, σπάζοντας την σιωπή και καταστρέφοντας τον μηχανισμό της λήθης που τέθηκε πολύ νωρίς σε λειτουργία μέσω ενός περίεργου συνδυασμού κρατικής επιβολής και αυτοχειρίας των αρβανιτών, ώστε να ξεχαστεί όσο το δυνατόν συντομότερα το ότι είμαστε Αρβανίτες και ότι οι γονείς μας, οι παππούδες και οι πρόγονοί μας μιλούσαν Αρβανίτικα. Το εν λόγω βιβλίο αποτέλεσε την κύρια πηγή του παρόντος θέματος. Επίσης, πλήθος παραπομπών και πηγών του παρόντος θέματος, βρίσκονται σε αυτό το βιβλίο.

doctor

____________________________________________________

[1] σ.σ. : Β(Μπ)υθ(ι)κούκ(ι) στα αρβανίτικα σημαίνει «κόκκινος κώλος».
[2] Φέρες Έβρου:
wikipedia
[3] Τα όσα ελέχθησαν στην διημερίδα συμπεριλήφθηκαν ως ειδικό κεφάλαιο («Τα αρβανίτικα») του βιβλίου που εξέδωσε το Κ.Ε.Μ.Ο. (Κέντρο Ερευνών Μειονοτικών Ομάδων) με τίτλο «Γλωσσική Ετερότητα στην Ελλάδα», εκδ.Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2001. Η διημερίδα διεξήχθη με την συμμετοχή Καθηγητών Πανεπιστημίων και ομιλητών της αρβανίτικης γλώσσας από όλα τα σημεία της Ελλάδας. Η συνάντηση ανάμεσα σε κοινωνικούς ερευνητές και σε ομιλητές των γλωσσών, η ζεύξη δηλαδή της βιωματικής αφήγησης με την επιστημονική ανάλυση, αποτέλεσε το μεθοδολογικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η κάθε συζήτηση. Το απόσπασμα από την τοποθέτηση του κ.Τσέκη βρίσκεται στην σελίδα 291 του εν λόγω βιβλίου.
[4] Γ.Τολίδης, «Η συμβολή της Θράκης στους αγώνες και τις θυσίες του Έθνους. Το μεγάλο Ζαλούφι της Ανδριανούπολης», Θρακικά, 40 (1970), σσ.80-138.
[5] Ν.Μελλίδου-Κεφαλά, «Σημειολογική λειτουργία παραδοσιακής γυναικείας φορεσιάς», Πρακτικά Συμποσίου Λαογραφίας του Βορειοελλαδικού χώρου. Η ιστορική, αρχαιολογική και λαογραφική έρευνα για τη Θράκη», Θεσσαλονίκη 1991, σ.233.
[6] «Η γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα», σ.291 (Τσέκης).
[7] Δ.Γκιοκτσέ, «Παραμύθια από την Πυλαία Έβρου», Αλεξανδρούπολη 1998. Βλ.επίσης «Γλωσσική Ετερότητα στην Ελλάδα», σ.291 (Τσέκης).
[8] Αριστείδης Κόλλιας (1944-2000). Ερευνητής, εκδότης του περιοδικό «Άρβανον», συγγραφέας. Έργα: «Οι Αρβανίτες και η καταγωγή των ελλήνων», Θάμυρις, Αθήνα, 1985, «Η προκήρυξη του Αρβανίτικου Συνδέσμου. Ένα ιστορικό ντοκουμέντο του 1899» (επιμ.), Θάμυρις, Αθήνα 1996.
[9] «Η γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα» (Α.Κόλλιας), σ.337. Βλ.επίσης, Κόλλιας, «Μικρό αφιέρωμα στα αρβανιτοχώρια της Θράκης»,Μπέσα,25 (1993), σ.5-8.
[10] «Ο Εργίνης ή Αγριάνης (στα τουρκικά Εργκενέ), ο οποίος διασχίζει την πεδιάδα της Ανατολικής Θράκης, δέχεται τα νερά πολλών μικρών ποταμών, ποτίζει τα πλούσια μποστάνια της Μακράς Γέφυρας (Ουζούν Κιοπρού) και συναντάει τον Έβρο στο ύψος περίπου της κωμόπολης Κύψελα (Ύψαλα)», Μαριάνα Κορομηλά, «Θρακική Τοπογραφία», Αθήνα 1994, Πολιτιστική Εταιρεία «Πανόραμα», σ.8.
[11] Στη Θράκη το σφάξιμο των ζώων-τα κουρμπάνια- που γίνονταν (και εξακολουθούν να γίνονται) κοντά σε αγιάσματα ή στο προαύλιο των εκκλησιών, που φέρουν το όνομα των Αγίων που θέλουν να τιμήσουν, διατηρούνται αλλά και συναρπάζουν. Η θυσία των ταύρων και των κριών στη Βορειοανατολική Θράκη περικλείει στοιχεία που σήμερα μπορεί κάποιος να αντιληφθεί μόνο αν επισκεφθεί χωριά της κοιλάδας του Εβρου, οι κάτοικοι των οποίων, και μέχρι σήμερα τα συνεχίζουν, γιατί έτσι τα βρήκαν από τους πατεράδες τους,από τους παππούδες τους.
Σε πολλά χωριά στον Εβρο,μέχρι και σήμερα, πραγματοποιείται το κουρμπάνι του Αγίου Αθανασίου.Παλαιότερα στην πόλη του Διδυμοτείχου το κουρμπάνι τη μέρα του Αγίου γινότανε σε τέσσερα διαφορετικά σημεία. Εξάλλου ο Αγιος Αθανάσιος είναι ο πολιούχος της πόλης. Σήμερα το συνεχίζουν μόνο οι ψαράδες, που μένουν δίπλα τον Ερυθροπόταμο.
Πολλά όμως χωριά της επαρχίας Διδυμοτείχου την ίδια μέρα κάνουν το κουρμπάνι, όπως το Ισαάκιο,το Πραγγί,το Ασημένιο,το Σοφικό.
Και στην επαρχία Σουφλίου εξακολουθούν να το πραγματοποιούν, όπως οι κάτοικοι της Κορνοφωλιάς και της Δαδιάς.
[12] Ευάγγελος Γρ.Αυδίκος, επίκουρος Καθηγητής Λαογραφίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, δρ.Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων, «Από την Μαρίτσα στον Έβρο» σελ.27. Για την σχέση των θρησκευτικών κέντρων ως πόλων συνοχής βλ.: S.Silverman, Three Bells of Civilization. The life of an Italian Town, New York and London, σ.152. Ακόμη, πβ. «Το μοναστήρι της αγίας Αναστασίας ήταν κατά την πανήγυριν ο τόπος συγκεντρώσεως των Ελλήνων των πέριξ κωμοπόλεων και χωρίων» Θ.Μαυρομάτης «Το μοναστήρι της Αγίας Αναστασίας Φαρμακολυτρίας το εις τον Εύξεινον Πόντον», Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 25 (1960), σ.209. Μ.Βαρβούνης, Λαϊκή λατρεία και θρησκευτική συμπεριφορά των κατοίκων της Σάμου, διδακτορική διατριβή, Αθήνα 1992.
[13] Μ.Κορομηλά, ο.π., σ.9.
[14] Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Βαφείδης, «Εκκλησιαστικαί Επαρχίαι της Θράκης και ο φάκελλος 434 της βιβλιοθήκης της Βουλής περί Θράκης», «Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού,ΙΗ’ (1953), σ.87.
[15] Βαφείδης, ο.π. σ.61.
[16] Α.Δημαράς, «Η εκπαίδευση φορέας διαμόρφωσης και εγχάραξης της ελληνικότητας», στον τόμο: Δ.Τσαούση (επιμέλεια), Ελληνισμός και ελληνικότητα. Ιδεολογικοί και Βιωματικοί Άξονες της Νεοελληνικής Κοινωνίας, Αθήνα 1983, σσ.235-241. J.Singleton, “Implications of Education as Cultural Tansmission”, στο G.Spindler (επιμέλεια), Education and Cultural Process: toward an Anthropology of Education, New York, 1974, σσ.26-38. Πβ.Τ. Kuwayama, “Gasshku:Off-Campus Training in the Japanese School”, Anthropology and Education Quarterly, 27:1 (1996),σ.113.
[17] Βαφείδης, ο.π. σ.77.
[18] Μαρτυρία της Σύρμως Γκίρδα, Αυδίκος, ο.π., σ.31.
[19] Μαρτυρία του Μιχαήλ Γιαννούλη, Αυδίκος, ο.π.σ.31.
[20] Η αίσθηση αυτή είναι αποτέλεσμα της ανατροπής της κοινωνικής δομής, όπως εκδηλώνεται σε συνθήκες ιστορικής αβεβαιότητας και μετάβασης σε ένα νέο καθεστώς, βλ.Μ.Sahlins, Islands of History, Chicago and London, 1985,σ.138. S.Condor”Social Identity and Time”, στο βιβλίο: W.P. Robinson, Social Groups and Identities. Developing the Legacy of Henri Taifel, Oxford 1996, σς.302-6. A.Von Plato, “An Unfamiliar Germany.Some Remarks on the Past and Present Relationship Between East and West Germans”, Oral History, 21:1(1993), σσ.35-42. Πβ.A.Gell, The Anthropology of Time, Oxford, 1996.
[21] Μαρτυρία Σουλτάνας Κουρτίδου, Αυδίκος, ο.π. σ.33.
[22] Γ.Τολίδης, ο.π. σ.101. Πβ.Μαυρίδης, Β.Μπεζιργιαννίδης, «Μνήμες από τις αξέχαστες πατρίδες», Νέα Ορεστιάδα 1996, σσ.54-58.
[23] Άγγελος Γερμίδης, Υποστράτηγος ε.α., «Η Απελευθέρωσις της Αν.Θράκης τον Ιούλιον του 1920 και η δραματική εγκατάλειψίς της τον Οκτώβριο του 1922», Εκδόσεις Θρακικού Κέντρου, Αθήνα, 1972. Όλο το κείμενο βρίσκεται εδώ:
http://alex.eled.duth.gr/EthM/germidis/Kef05.htm .
«Στην Ανδριανούπολη έκανε την είσοδό του ο ελληνικός στρατός το 1920, αφού το 1912 την είχαν καταλάβει οι Βούλγαροι και το 1913 την είχαν ανακαταλάβει οι Τούρκοι, για να υποχρεωθεί όμως να αποσυρθεί το 1922, με τη συνθήκη που επισφράγισε τη μικρασιατική καταστροφή, ακολουθούμενος από 30.000 Έλληνες Ανδριανουπολίτες και άλλες προσφυγικές στρατιές απ’όλη την Ανατολική Θράκη», Θοδώρου Καρζή, «Οι πατρίδες των Ελλήνων», Γ’ Τόμος, Ανατολική Θράκη-Ανατολική Ρωμυλία, σ.246.
“Με την ανακωχή των Μουδιανών, 28 Σεπτεμβρίου 1922, ορίστηκε να αποσυρθούν τα ελληνικά στρατεύματα δυτικά του Έβρου σε 20 περίπού μέρες ενώ οι πολιτικές αρχές να μεταβιβαστούν στους Τούρκους σε ένα μήνα μετά την εκκένωση της Θράκης από τους Έλληνες. Η συνθήκη των Μουδανών δεν έθετε κανένα όρο για να εγκαταλείψουν τον τόπο τους οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης. Ποιος όμως μπορούσε να τους συγκρατήσει; Οι πληροφορίες των κατοίκων της Θράκης για τις εκτεταμένες σφαγές των Ελλήνων στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και της Σμύρνης και οι Τούρκικές συμμορίες, πού είχαν εμφανιστεί στην περιοχή της Ανατολικής Θράκης, είχαν τρομοκρατήσει τους ελληνικούς πληθυσμούς και τους προειδοποιούσαν τι τους περιμένει, όταν Θα έφταναν στον τόπο τους οι βάρβαροι Τούρκοι (Θεοδώρου Κυρκούδη, «Η προσφορά των Θρακών στους αγώνες του Έθνους 1453-1923»,Εθνικό Ίδρυμα Νεότητας, Πρόγραμμα διαπολιτισμικής εκπαιδευτικής στήριξης Θράκης, Αθήνα, 1998)Βλ.:
http://alex.eled.duth.gr/kirkoudis1/index.html
[24] Η τάση αυτή, να επιλέγουν δηλαδή κάποιοι πρόσφυγες γειτονικές περιοχές, με την προσδοκία της επιστροφής, είναι κοινός τόπος στην προσφυγική βιβλιογραφία. N.North, “Narratives of Cambodian in the Collection of Reffugee Stories”, Oral History, 23:2 (1995), σ.33-48. Δ.Σεϊτανίδης, «Το Σουφλί και η ιστορία του από το 1910 μέχρι το 1950», Αρχείον Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού, 24 (1959), σσ.233-68.
[25] Μαρτυρία της Μαρίας Χατζοπούλου, Αυδίκος, ο.π. σ.34. Το Γιαούπ ήταν ένα (ελληνόφωνο και όχι αρβανιτόφωνο) χωριό κοντά στο Ιμπρίκ Τεπέ.
[26] Μπίντικλι λεγόταν το τούρκικο χωριό το οποίο εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους του το 1922 και εκεί πήγαν 80 οικογένειες αρβανιτόφωνων από το Ιμπρίκ Τεπέ. Το χωριό ονμάστηκε Τύχιο και από το 1953 (Β.Δ.23.7.53, ΦΕΚ 193/31.7.53, τεύχος Α’) ονομάζεται Τυχερό και είναι η έδρα του ομώνυμου Δήμου.
[27] Μαρτυρία Σύρμως Γκίρδα, Αυδίκος, ο.π., σ.34.
[28] Βλ. Λάμπρος Μπαλτσιώτης, ιστορικός, «Ανταλλαγές Πληθυσμών και προσφυγιά στην Ελλάδα και την Τουρκία. Οι προϋποθέσεις και τα αποτελέσματα δύο εθνικών αφηγήσεων», περιέχεται στο «Η ελληνοτουρκική ανταλλαγή των πληθυσμών», Κέντρο ερευνών μειονοτικών ομάδων (Κ.Ε.Μ.Ο.), σ.488.
[29] Μαρτυρία Αγλαΐας Πράφτσα, Αυδίκος, ο.π., σ.35.
[30] Άγγελος Γερμίδης, ο.π.
[31] Οι άριστες σχέσεις μεταξύ Γιαούπ και Ιμπρίκ Τεπέ συντέλεσαν ώστε οι Γιαουπιώτες να ακολουθήσουν τους αρβανίτες στην μετακίνησή τους και να καταλύσουν και πάλι σε διπλανό χωριό (Φυλακτό) μετά το πέρασμα από τον Έβρο.
[32] Η σφοδρή κακοκαιρία του Οκτωβρίου του 1922 στην Ανατολική Θράκη μαρτυρείται επίσης και από τον Γερμίδη στην περιγραφή του για την εκκένωση της Ανδριανούπολης, λίγα χιλιόμετρα πιο βόρεια, Γερμίδης, ο.π.
[33] Μαρτυρία Βασίλη Μιχαηλίδη, Αυδίκος, ο.π. σ.35.
[34] Στην απογραφή του 1928 το Τύχιο έχει πληθυσμό 529 άτομα.
[35] Κόλλιας, «Μικρό αφιέρωμα στα αρβανιτοχώρια της Θράκης»,Μπέσα,25 (1993), σ.5-8.
[36] «Κέντρο όλων των Αρβανιτάδων της Μανδρίτσας, που μετανάστευσαν από τη Βουλγαρία το 1914, είναι οι Μάνδρες του Κιλκίς. Από την Μανδρίτσα εγκαταστάθηκαν επίσης αρκετοί στο Σουφλί, στο Πρωτοκκλήσι Έβρου, στον Καλό Αγρό Δράμας, στη Θέρμη, στο Ζαγκλιβέρι και στη Σουρωτή Θεσσαλονίκης, αλλά οι περισσότερες οικογένειες ήρθαν στις Μάνδρες. Σύμφωνα με την παράδοση, ήταν χτίστες. Δεν έχουμε καταλήξει ακόμα, μέσα από τις παραδόσεις των γεροντότερων, για τον αρχικό τόπο καταγωγής. Μια παράδοση σχετίζεται με αναγκαστικό εκπατρισμό στην Τουρκοκρατία από τη Μάνδρα Αττικής. Μια άλλη εκδοχή λέει ότι και εμείς είμαστε από την περιοχή, από το Βιθκούκι». Τα παραπάνω είπε ο Κω/νος Βασδραβανίδης, τ.πρόεδρος της κοινότητας Μανδρών Κιλκίς, στην διημερίδα για τα Αρβανίτικα (βλ.υποσημείωση 3), «Η Γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα», ο.π., σ.292.
[37] Η παρούσα εργασία, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται ο καθένας, επικεντρώθηκε στους Αρβανίτες του νοτίου Έβρου και δεν αναφέρθηκε παρά αποσπασματικά και σποραδικά στους Αρβανίτες που προήλθαν από το Μεγάλο Ζαλούφι και εποίκισαν τον Βόρειο νομό Έβρου. Ο λόγος είναι η καταγωγή του γράφοντος, το Τυχερό Έβρου, και τίποτα περισσότερο. Είναι όμως στις άμεσες προθέσεις μου να μελετήσω και να γράψω και για τους Αρβανίτες του βορείου Έβρου.

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2008

Όλα είναι δρόμος



Έρχονται στιγμές που σου περνάνε από το μυαλό τέτοιες σκέψεις. Ίσως η συγκλονιστικότερη στιγμή του νεότερου ελληνικού κινηματογράφου, από την ταινία "όλα είναι δρόμος" του Παντελή Βούλγαρη.
Αφιερωμένο στον φίλο blogger resident.

doctor

Παρασκευή 26 Σεπτεμβρίου 2008

Αρβανίτικα, η γλώσσα της ντροπής (μέρος δεύτερο)


Theodoros P. Vryzakis, The Camp of Karaiskakis in Kastela (Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλα), 1855 National Gallery and Alexander Soutsos Museum , Athens Greece

Από το βιβλίο του Eric Hobsbawm, "Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα"[1]:

«Καθώς οι άνθρωποι από διαφορετικές χώρες έρχονταν όλο και περισσότερο σε επαφή μεταξύ τους και η αυτάρκεια του χωριού διαβρώθηκε, το πρόβλημα της εξεύρεσης μιας κοινής γλώσσας για επικοινωνία έγινε σοβαρό-λιγότερο για τις γυναίκες, που ήταν κλεισμένες σε ένα περιορισμένο περιβάλλον, και ακόμα λιγότερο για εκείνες που καλλιεργούσαν χωράφια ή έτρεφαν ζώα- και ο ευκολότερος τρόπος για να λυθεί ήταν να μάθουν αρκετά την εθνική γλώσσα για να τα βγάζουν πέρα.
Τόσο περισσότερο μάλλον καθώς οι δύο μεγάλοι θεσμοί της μαζικής εκπαίδευσης, τα δημοτικό σχολείο και ο στρατός, έφεραν κάποια γνώση από την επίσημη γλώσσα μέσα σε κάθε σπίτι. Εκείνες οι γλώσσες που είχαν καθαρά τοπική ή κοινωνικά περιορισμένη χρήση έπρεπε να υποχωρήσουν στις γλώσσες με ευρύτερη χρήση, και αυτό δεν μας εκπλήσσει, ούτε υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία ότι παρόμοιες γλωσσικές αλλαγές και προσαρμογές συνάντησαν κάποια αντίσταση εκ των κάτω. Έτσι ανάμεσα σε δύο γλώσσες, η μία που είχε ευρύτερη χρήση, είχε συντριπτικά και αποδεδειγμένα πλεονεκτήματα, και δεν φαινόταν να έχει μειονεκτήματα, στο βαθμό που δεν υπήρχε απολύτως τίποτα που θα εμπόδιζε τη χρήση της μητρικής γλώσσας ανάμεσα σε μονόγλωσσους. Όμως, ο μονόγλωσσος άνθρωπος της Βρετάνης ήταν αβοήθητος έξω από τη γενέτειρά του και τις παραδοσιακές του ασχολίες. Σε κάποιον άλλον τόπο, αυτός ή αυτή ήταν κάτι το ελάχιστα καλύτερο από ένα βουβό ζώο: ένα βουβό σύμπλεγμα από μύες. Από την άποψη των φτωχών ανδρών που έψαχναν για δουλειά και βελτίωση της ζωής τους σε έναν σύγχρονο κόσμο, δεν υπήρχε τίποτε το μεμπτό όταν οι χωριάτες μετατρέπονταν σε Γάλλους ή Πολωνούς και όταν οι Ιταλοί στο Σικάγο μάθαιναν αγγλικά και επιθυμούσαν να γίνουν Αμερικανοί.
Αν τα πλεονεκτήματα της γνώσης μιας μη-τοπικής γλώσσας ήταν φανερά, εκείνα που προσέφερε η γνώση της γραφής και της ανάγνωσης μιας γλώσσας ευρύτερης εμβέλειας, και ειδικά μιας παγκόσμιας γλώσσας, ήταν ακόμα πιο αναμφισβήτητα. Η έντονη προσπάθεια, όπως αυτή που υπάρχει στην Λατινική Αμερική για να γίνεται η εκπαίδευση στις καθομιλούμενες ινδιάνικες γλώσσες που δεν διαθέτουν γραπτή γλώσσα δεν προέρχεται από τους ινδιάνους αλλά από αυτόχθονες διανοούμενους. Με το να είσαι μονόγλωσσος είσαι εξ ορισμού περιορισμένος, εκτός και αν η τοπική σου γλώσσα συμβαίνει να είναι μια de facto παγκόσμια γλώσσα. Τα πλεονεκτήματα της γνώσεως της γαλλικής γλώσσας ήταν τέτοια ώστε το Βέλγιο, μεταξύ του 1846 και του 1910, πολλοί περισσότεροι γηγενείς που μιλούσαν φλαμανδικά έγιναν δίγλωσσοι από όσους γαλλόφωνους μπήκαν στον κόπο να μάθουν φλαμανδικά. [2]
Η παρακμή των τοπικών ή μικρής εμβέλειας γλωσσών που υπήρχαν στο περιθώριο των μεγάλων γλωσσών, δεν εξηγείται αναγκαστικά και μόνον από την υπόθεση της εθνικής γλωσσικής καταπίεσης. Αντιθέτως αξιοσημείωτες και συστηματικές προσπάθειες που έχουν γίνει για να τις διατηρήσουν, συχνά πάση θυσία, δεν έχουν καταφέρει τίποτα περισσότερο από το να επιβραδύνουν την υποχώρηση γλωσσών όπως η σορβική, η ραιτορομανική ή η σκοτική γαελική. Παρά τις πικρές αναμνήσεις των διανοούμενων στους οποίους παιδαγωγοί χωρίς φαντασία τους είχαν απαγορεύσει να χρησιμοποιούν την τοπική τους διάλεκτο ή γλώσσα στις αίθουσες των σχολείων όπου τα μαθήματα γίνονταν στην αγγλική ή γαλλική γλώσσα, δεν υπάρχει καμία απόδειξη ότι οι γονείς των μαθητών στο σύνολό τους θα είχαν προτιμήσει μια εκπαίδευση αποκλειστικά στη δική τους γλώσσα. Φυσικά, η υποχρέωση να εκπαιδεύονται αποκλειστικά σε μιαν άλλη γλώσσα περιορισμένης εμβέλειας –π.χ. στην ρουμανική παρά στην βουλγαρική- ίσως να συναντούσε μεγαλύτερη αντίσταση».

Στο παραπάνω απόσπασμα του Hobsbawm, βλέπουμε ότι το ζήτημα της σταδιακής απομάκρυνσης των αρβανιτών από την γλώσσα τους εντάσσεται (έστω και με αρκετή καθυστέρηση) στην μετεξέλιξη του εθνικισμού που συντελέστηκε στην Ευρώπη από το 1870 μέχρι την λήξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου (1918). Οι αρβανίτες εξ αρχής γνώριζαν ότι η ελληνική γλώσσα προσφέρει περισσότερους δρόμους και διεξόδους όσον αφορά την κοινωνική ανέλιξη της κοινωνίας τους, γι’αυτό και οι ίδιοι επεδίωξαν με πάθος να σπουδάσουν τα παιδιά τους στα ελληνικά σχολεία, και περιόρισαν την γλωσσική τους ιδιαιτερότητα στο σπίτι και στις μεταξύ τους συνεννοήσεις [3].
Η απαγόρευση των αρβανιτών μαθητών να μιλάνε την γλώσσα τους στα ελληνικά σχολεία, ειδικά την περίοδο μετά τον εμφύλιο θα πρέπει να ενταχθεί στην γενική λειτουργία του μετεμφυλιακού κράτους, το οποίο ήταν μισαλλόδοξο και φανατικό, πλήρως ενταγμένο στον έναν πόλο του «Ψυχρού Πολέμου», αυτόν της Δύσης. Έτσι, όλοι οι έλληνες πολίτες περνάγανε από την προκρούστεια κλίνη του και όποιος δεν ταίριαζε έχρηζε διόρθωσης και αν δεν ήθελε ήτανε απόβλητος. Οι έλληνες κομμουνιστές χαρακτηριζόταν ως μιάσματα και εαμοβούλγαροι και ως επικίνδυνοι εθνικά και γι’αυτό και το κράτος τους φυλάκιζε ή τους εξόριζε.
Η αυστηρότητα του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος επέβαλε σε όλους (πλην της μουσουλμανικής κοινότητας που προστατευόταν από την Συνθήκη της Λοζάνης) τους έλληνες πολίτες να ομιλούν μία γλώσσα [4].
Οι μόνοι που αντέδρασαν σθεναρά ήταν οι σλαβομακεδόνες, πολλοί εκ των οποίων, αργά αλλά σταθερά, ανέπτυξαν ιδιαίτερη εθνική συνείδηση. Οι αρβανίτες δεν δημιούργησαν κανένα πρόβλημα και ουδέποτε (ούτε και σήμερα που η δημοκρατία έχει αποκατασταθεί πλήρως) έχουν ζητήσει επίσημα να διδάσκονται στα παιδιά τους τα αρβανίτικα, ούτε καν ως ξένη γλώσσα. Όσον αφορά την άσκηση των θρησκευτικών τους καθηκόντων:«ποτέ για τους αρβανίτες δεν γεννήθηκε θέμα μεταφράσεως των ιερών κειμένων, πράγμα σημαντικώτατο αν λάβει κανείς υπόψη την μεγίστη σημασία της θρησκείας και την βαθύτατη χριστιανική τους πίστη». [5]
Έτσι, σταδιακά και έπειτα από συνειδητή επιλογή, οι αρβανίτες ταυτίστηκαν και γλωσσικά με τους ελληνόφωνους συμπατριώτες τους. Περιπτώσεις άσκησης σωματικής βίας από τους δασκάλους υπήρξαν και μάλιστα ο πατέρας του γράφοντος έφαγε αρκετό ξύλο στο Δημοτικό Σχολείο για να μην συνομιλεί με τους συμμαθητές του στα αρβανίτικα. Βέβαια τα χρόνια εκείνα (1950-1955) αλλά και αρκετά μετά, η άσκηση σωματικής βίας εκ μέρους των δασκάλων και σε βάρος των μαθητών ήταν κοινή και νόμιμη διδασκαλική/παιδαγωγική πρακτική, πλήρως αποδεκτή από την ελληνική κοινωνία, και είχε ως αποδέκτες όλους ανεξαιρέτως τους έλληνες μαθητές, συχνάκις «δι’ασήμαντον αφορμήν», οπότε τα φαινόμενα βίας και αυταρχισμού εκ μέρους των διδασκόντων είχαν να κάνουν με το τότε εφαρμοζόμενο σύστημα παιδείας το οποίο αποσκοπούσε να πλάσει έναν συγκεκριμένο τύπο έλληνα: ελληνόφωνο, Δεξιό, υπερπατριώτη, θρήσκο και φιλήσυχο οικογενειάρχη.
Έστω και ένα μόνο συστατικό να έλειπε από τον μαθητή (ή τον φαντάρο πιο μετά) έπιπτε ράβδος…
Προς εμπέδωση της διαμόρφωσης αυτής της ταυτότητας, υπήρχαν (και υπάρχουν) οι σχολικές παρελάσεις ως μικρογραφία μιας κοινωνίας σε πόλεμο, οι υποχρεωτικοί εκκλησιασμοί τις Κυριακές και όχι μόνο, το ομοιόμορφο ντύσιμο που θυμίζει στρατώνα, η συμμετοχή μαθητών σε κηδείες φονευθέντων από τους κομμουνιστές κ.λπ.
Τελειώνοντας, παραθέτω σχετικά με τα αρβανίτικα μία πολύ μεστή δήλωση του κ.Χριστόπουλου, Καθηγητή Συνταγματικού Δικαίου και Πολιτειολογίας του ΑΠΘ:

«[…] στο βαθμό που δεν υπάρχει κανενός είδους διεκδίκηση από τον πληθυσμό (σ.σ. αναφέρεται στους αρβανίτες) να διατηρήσει την γλωσσική του ταυτότητα, δεν μπαίνει θέμα από πλευράς αρχών να επέμβουν θετικά σε ό,τι αφορά τη διατήρηση, ανεξάρτητα από το ότι έως τώρα οι αρχές αντιμετώπιζαν με αρνητισμό, εχθρότητα και απαξία το ζήτημα της γλώσσας. Έτσι λοιπόν πιστοποιήσαμε πως σε ό,τι αφορά τους Αρβανίτες, το μόνο αντικείμενο εξέτασης είναι η γλώσσα, σαν ένα εμπειρικά εντοπίσιμο κοινωνικό μέγεθος. Δεν είναι τα υποκείμενα, δεν είναι οι φορείς της γλώσσας, διότι αυτοί ποτέ δεν έδειξαν την θέληση να ασχοληθούν με τη διάδοσή της ή την προστασία της».[6]

doctor

__________________________________________________

[1] Eric Hobsbawm, Έθνη και εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα, σσ.163-5.
Ο E.J. Hobsbawm γεννήθηκε στης Αλεξάνδρεια το 1917, από πατέρα βρετανό πολωνικής καταγωγής και μητέρα αυστριακή εβραϊκής καταγωγής, και σπούδασε στη Βιέννη, το Βερολίνο, το Λονδίνο και το Καίμπριτζ. Είναι μέλος της Βρετανικής Ακαδημίας και της Αμερικανικής Ακαδημίας Τεχνών και Επιστημών, επίτιμο μέλος του King's College στο Καίμπριτζ και επίτιμος διδάκτωρ πολλών πανεπιστημίων σε αρκετές χώρες. Δίδαξε ως τη συνταξιοδότησή του στο Birkbeck College του Πανεπιστημίου του Λονδίνου -ένα περιβάλλον/ έμπνευση και κίνητρο για το ιστορικό του έργο, ομολογεί ο ίδιος- και κατόπιν στο New School for Social Research της Νέας Υόρκης. Εκτός από τα διάσημα βιβλία του "The Age of Revolution, 1789-1848" ("Η εποχή των επαναστάσεων, 1789-1848", μτφρ. Μαριέτα Οικονομοπούλου, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.), "The Age of Capital, 1848-1875" ("Η εποχή του κεφαλαίου, 1848-1875", μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.), "The Age of Empire, 1875-1914" ("Η εποχή των αυτοκρατοριών, 1875-1914", μτφρ. Κωστούλα Σκλαβενίτη, εκδ. Μ.Ι.Ε.Τ.) και "Age of Extremes: The Short Twentieth Century 1914-1991" ("Η εποχή των άκρων: ο σύντομος 20ος αιώνας 1914-1991", μτφρ. Βασίλης Καπετανγιάννης, εκδ. Θεμέλιο), έχει συγγράψει και τα βιβλία: "Primitive Rebels", "Labouring Man and Worlds of Labour", "Industry and Empire", "Nations and Nationalism Since 1780", "The Invention of Tradition" ("Η επινόηση της παράδοσης", μτφρ. Θανάσης Αθανασίου, εκδ. Θεμέλιο), "The Jazz Scene" ("Η σκηνή της τζαζ", μτφρ. Τάκης Τσήρος, εκδ. Εξάντας), "Uncommon People" ("Ξεχωριστοί άνθρωποι", μτφρ. Παρασκευάς Ματάλας, εκδ. Θεμέλιο), "Bandits" ("Ληστές") και "Globalisation, Democracy and Terrorism" ("Παγκοσμιοποίηση, δημοκρατία και τρομοκρατία", μτφρ. Νίκος Κούρκουλος, εκδ. Θεμέλιο), τα οποία έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, καθώς και την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αυτοβιογραφία του "Interesting Times: A Twentieth-century Life" ("Συναρπαστικά χρόνια: μια ζωή στον 20ο αιώνα", μτφρ. Σταματίνα Μανδηλαρά, εκδ. Θεμέλιο).
[2] A.Zolberg, “The making of Flemings and Walloons:Belgium 1830-1914”, (Journal of Interdisciplinary History, V/2 1974), σσ.210-5.
[3] Στις αρχές του 20ου αιώνα, τα αρβανιτόφωνα χωριά της Ανατολικής Θράκης Ιμπρίκ Τεπέ (στα αρβανίτικα Κιουτέζα και στα ελληνικά Ίμβρασος) και Σουλτάνκιοϊ (στα αρβανίτικα Μπιθκούκι και στα ελληνικά Λίβυθρο) συγκαταλέγονται στα ελληνικά χωριά της περιοχής και οι δημογέροντες και όλοι οι κάτοικοι αυτών στηρίζουν με εμμονή το ελληνικό σχολείο στέλνοντας εκεί τα παιδιά τους: «Ιμπρίκ Τεπέ, Έλληνες αλβανόφωνοι 1.500. Δημοτική σχολή, 1 διδάσκαλος, 80 μαθηταί. Παρθεναγωγείον 1 διδασκάλισσα, 40 μαθήτριαι. Αξίζει να σημειωθεί ότι όλοι οι κάτοικοι είναι Αρβανιτόφωνοι. Έτσι οι αποφάσεις δεν επιβάλλονται από μία πλειοψηφία, στην οποία αυτοί απλώς υπακούουν. Σουλτάνκιοϊ, 1.500 έλληνες αλβανόφωνοι, δημ.σχολεία, 1 διδασκάλισσα, 35 μαθητές». Πηγή:Αρχιμανδρίτης Νικόλαος Βαφείδης, «Εκκλησιαστικαί Επαρχίαι της Θράκης και ο φάκελλος 434 της βιβλιοθήκης της Βουλής περί Θράκης», «Αρχείον του Θρακικού Λαογραφικού και Γλωσσικού Θησαυρού,ΙΗ’ (1953), σ.87,61,76-77. Βλ.επίσης και Ευ.Γρ.Αυδίκος, «Από την Μαρίτσα στον Έβρο, σ.26-9, Α.Κόλιας,”Μικρό αφιέρωμα στα αρβανιτοχώρια της Θράκης», περ.Μπέσα, 25 (1993), σ.5.
[4] «Το σχολικό σύστημα στα σύγχρονα κράτη καλλιεργεί λοιπόν εκείνα ακριβώς τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά που θεωρούνται κριτήρια της εθνικής ιδιαιτερότητας: προκρίνει ένα γλωσσικό ιδίωμα, τονίζει την εδαφική διάσταση της εθνικής ταυτότητας και προάγει τις κοινές ιστορικές μνήμες και τους κοινούς μύθους καταγωγής» (Έφη Αβδελά, «Εθνική Ταυτότητα και Σχολείο», όπως παρατίθεται στο «Για τη σημαία και το έθνος»,σ.75).
[5] Μαρία Μιχαήλ-Δέδε, «οι έλληνες αρβανίτες», σ.83.
[6] «Γλωσσική ετερότητα στην Ελλάδα», Τα αρβανίτικα, σ.317.

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Αρβανίτικα, η γλώσσα της ντροπής (μέρος 1ο)




«Όποιος χριστιανός, άντρας ή γυναίκα, υπόσχεται ότι μέσα στο σπίτι του να μην κουβεντιάζει αρβανίτικα (ή βλάχικα αναλόγως), ας σηκωθή απάνω και να μου το πει και εγώ να πάρω όλα του τα αμαρτήματα εις τον λαιμόν από τον καιρόν που εγεννήθη έως τώρα και να βάλω όλους τους χριστιανούς να τον συγχωρήσουν και να λάβη μίαν συγχώρεσιν,που, αν έδινε χιλιάδες πουγγιά δεν θα την εύρισκε» [1].

Τα παραπάνω κήρυττε στα βλαχόφωνα μέρη της Μακεδονίας και τα αλβανόφωνα της Ηπείρου ο Κοσμάς ο Αιτωλός.
Σχετικά με την καταγωγή των Αρβανιτών έχουν γραφτεί πολλά [2] εκ των οποίων τα περισσότερα στερούνται επιστημονικής σοβαρότητας, μιας και οι Αρβανίτες συγγραφείς προσπαθούν να αποδείξουν ότι οι Αρβανίτες είναι γνήσιοι απόγονοι (και αυτοί) των αρχαίων Ελλήνων και αντίστοιχα οι Αλβανοί εθνικιστές ότι οι Αρβανίτες είναι Αλβανοί.
Δεν θα ασχοληθούμε επί του παρόντος με την καταγωγή των Αρβανιτών, αλλά με τη γλώσσα τους. [3]
Η αρβανίτικη γλώσσα ουδέποτε θεωρήθηκε από την ελληνική κεντρική εξουσία ως ύποπτη ή εθνικά επικίνδυνη και οι ομιλώντες αυτήν, οι αρβανίτες δηλαδή, ουδέποτε θεωρήθηκαν ως «εθνικά ύποπτοι» όπως κάποιοι άλλοι (π.χ. σλαβομακεδόνες). Στις εθνικές απογραφές του 1928 και του 1940, όπου καταγράφηκαν οι εθνικές ή θρησκευτικές μειονότητες, οι Αρβανίτες δεν αναφέρονται πουθενά ενώ π.χ. αναφέρονται οι Έλληνες Καθολικοί.[4]
Η αρβανίτικη γλώσσα υποχώρησε σταδιακά, λόγω της μη επίσημης χρήσης της στα σχολεία και στην γενική διοίκηση.
Σε αυτό συνήργησαν και οι ίδιοι οι Αρβανίτες οι οποίοι προκειμένου να ενταχθούν και τυπικά στο ελληνικό έθνος, ειδικά μετά το 1922 και την ανταλλαγή των πληθυσμών, συμμετείχαν και αυτοί –αδιαμαρτύρητα- στην κατασκευή ενός έθνους που θα μιλάει μόνο μία γλώσσα, απαλείφοντας τις υπόλοιπες.
Βέβαια η παραπάνω απόφαση των Αρβανιτών δεν υπήρξε παγκόσμια πρωτοτυπία, αλλά εντάσσεται στην οικειοθελή απόφαση μιας γλωσσικής κοινότητας η οποία συγκλίνει σε όλα τα δομικά στοιχεία του έθνους, αλλά αποκλίνει μόνον σε αυτό της γλώσσας (το οποίο βέβαια μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών κατέστη κυρίαρχο και υπερφαλάγγισε αυτό της θρησκευτικής πίστης) να απολέσει συνειδητά αυτή την ιδιαιτερότητα ώστε να συμμετάσχει ολοκληρωτικά στην «εθνική ουσία».
Η αθρόα εισαγωγή των αλβανών μεταναστών στις αρχές της δεκαετίας του 1990 καθώς και τα στερεότυπα που δημιουργήθηκαν γι’αυτούς, ενίσχυσε ακόμη περισσότερο τα αισθήματα ντροπής και ενοχής για τους αρβανιτόφωνους Έλληνες.
Αυτά τα αισθήματα ντροπής προσπάθησαν να τα ξεπεράσουν κάποιοι Αρβανίτες κηρύσσοντας εαυτούς ως απογόνους των Πελασγών, αναβιώνοντας κατ'ουσίαν τις θεωρίες που διατυπώθηκαν στα τέλη του 19ου αιώνος κυρίως από Αρβανίτες λογίους περί κοινής καταγωγής Αλβανών και Ελλήνων. Κύριος εκφραστής αυτής της αναβίωσης ήταν ο Αριστείδης Κόλλιας.

Αντίστοιχα παραδείγματα όμως, αντίστοιχα με αυτό των Αρβανιτών υπάρχουν πολλά ανά τον κόσμο. Ας ξεκινήσουμε από την Γαλλία:
«Κανείς δεν μπορεί να υποθέσει ότι δεν είναι πιο ωφέλιμο για έναν Βρετόνο ή ένα Βάσκο ή έναν Γάλλο της Ναβάρας να είναι μέλος της γαλλικής εθνικότητας, εφόσον γίνεται αποδεκτός με ίσους όρους σε όλα τα προνόμια που απορρέουν από τη γαλλική πολιτογράφηση… από το να κάθεται κακόκεφος πάνω στους βράχους του, ημιάγριο λείψανο του παρελθόντος, περιστρεφόμενος γύρω από τη δική του μικρή πνευματική τροχιά χωρίς να συμμετέχει ή να ενδιαφέρεται για τη γενική κίνηση του κόσμου». [5]

Ο Ε.Hobsbawm γράφει σχετικά: «Μερικές μικρές εθνότητες και γλώσσες δεν είχαν κανένα μέλλον αν παρέμεναν ανεξάρτητες[…]. Επιπλέον, οι μικρές εθνότητες (σ.σ. εδώ οι Αρβανίτες μπορούν να εκληφθούν ως δυνητική εθνότητα μιας και ουδέποτε αυτοπροσδιορίστηκαν ως εθνικά Αρβανίτες) ή ακόμα τα εθνικά κράτη τα οποία αποδέχτηκαν την ένταξή τους στο μεγαλύτερο έθνος ως κάτι θετικό-ή, αν κάποιος προτιμά, που αποδέχτηκαν τους νόμους της προόδου- δεν αναγνώρισαν κάποιες ασυμφιλίωτες διαφορές μεταξύ της μκροκουλτούρας και της μακροκουλτούρας, ή ακόμη συμβιβάστηκαν με την απώλεια εκείνου που δεν μπορούσε να προσαρμοστεί στη σύγχρονη εποχή» [6].
Έτσι, οι Σκοτσέζοι, μετά την ένωση του 1707 [7] επινόησαν ως αυτοπροσδιοριστικό δηλωτικό τους, το «Βόρειος Βρετανός» (North Briton). [8]
Όσο για τους Ουαλλούς ο Αιδεσιμώτατος Griffiths του Dissenting College στο Brecknock έγραφε σχετικά :
«Αφήστε την (ουαλική γλώσσα) να πεθάνει δίκαια, ειρηνικά και ευυπόληπτα. Όπως είμαστε προσκολλημένοι σε αυτήν, λίγοι θα επιθυμούσαν να αναβάλλουν την ευθανασία της. Αλλά καμία θυσία δεν θα θεωρηθεί τόσο μεγάλη για να εμποδίσει τη δολοφονία της». [9]



Ο Ανδρέας Μιαούλης, από τους σπουδαιότερους Αρβανίτες, στο πλοίο "Κως".
Ας έρθουμε όμως και στα δικά μας. Ένα αντίστοιχο παράδειγμα αυτο-απεμπόλησης και αυτο-απαξίωσης της γλώσσας μπορούμε να βρούμε στα «βλάχικα». Ο μητροπολίτης Λαρίσης Δωρόθεος Σχολάριος, βλάχος στην καταγωγή από το χωριό του Ασπροποτάμου Αμάραντος, ίδρυσε δύο ελληνικά σχολεία, ένα στον Αμάραντο και το άλλο στα Τρίκαλα, τουρκοκρατούμενα ακόμα και τα δύο, προκειμένου να απομάθουν οι Βλάχοι, όπως έλεγε, την «έκφυλον και άχρηστον βλαχική γλώσσαν» και να μάθουν «την εθνικήν των γλώσσαν», την ελληνική. Θεωρούσε την μητρική του φωνή «γλώσσα όλως άχρηστον εις Έλληνας και την καταγωγήν και το φρόνημα». [10]
Η πιο τραγική περίπτωση όμως ήταν οι τουρκόφωνοι χριστιανοί που ήρθαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών. Χρειάστηκε να φτάσει η δεκαετία του 1950 για να μάθει να μιλάει την ελληνική γλώσσα σημαντικός αριθμός τουρκόφωνων ποντίων, των «Μπαφραλήδων», καθώς και των επίσης τουρκόφωνων Καπαδοκών/Καραμανλήδων και των Γκαγκαούζων [11].
Όσον αφορά τα αρβανίτικα, η σταδιακή και συνειδητή ευθανασία τους από τους ίδιους τους ομιλητές της βρίσκεται στο τελευταίο στάδιο. Σήμερα, ελάχιστοι νέοι Αρβανίτες (μεταξύ αυτών και ο γράφων, ως Αρβανίτης κατά το ήμισυ) γνωρίζουν αυτό το ιδίωμα. Μάλιστα, αρχίζει να «ενοχλεί» και να εμφανίζεται ως «κουσούρι» των παππούδων μας. Όλα αυτά βέβαια μέσα από την εσφαλμένη θεώρηση της ταύτισης της γλώσσας με το έθνος που την ομιλεί.
Μεταξύ των Αρβανιτών επικρατεί μια τάση αυτοεξαπάτησης στηριζόμενη στο βολικό αξίωμα: «είμαστε γνήσιοι Έλληνες αλλά κάποιοι (ποιοι άραγε;) στο παρελθόν, μας επέβαλαν με το ζόρι να μάθουμε αλβανικά και να ξεχάσουμε τα ελληνικά».
Όσο ανιστόρητες και αστείες είναι οι προσπάθειες πολλών Αρβανιτών να παρουσιάσουν εαυτούς ως απογόνους των Πελασγών (!) άλλο τόσο ανιστόρητες και αστείες είναι οι προσπάθειες των Αλβανών εθνικιστών να παρουσιάσουν τους Αρβανίτες ως Αλβανούς που εξελληνίστηκαν βιαίως από το ελληνικό κράτος.
Κλείνω, παραθέτοντας ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το βιβλίο της κ.Δέδε με τίτλο «οι Έλληνες αρβανίτες» (όπου γίνεται μια επιστημονικοφανής –τραγική ενίοτε- προσπάθεια να αποδειχθεί το αδιανόητο: ότι οι Αρβανίτες είναι και αυτοί απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων και ανέκαθεν δίγλωσσοι):
«Το κήρυγμα του Κοσμά είχε τα θετικά του αποτελέσματα στην Γορίτσα,την Φραστάνην και την Λιούγκαρην όπου μιλούσαν τις δύο γλώσσες […] Και όλα αυτά για τον βόρειο χώρο που ευτύχησε να ευλογηθεί από την παρουσία και την διδασκαλία του Κοσμά.
Στον σημερινό όμως ελεύθερο ελληνικό χώρο δεν υπήρξε καμία τέτοια ευκαιρία και η διγλωσσία επέζησε χωρίς να συνειδητοποιηθεί με κανέναν τρόπο τι κακό μέγα είχε προξενήσει στους παλαιούς αδελφούς του Βορρά.
Επέζησε και μάλιστα μέσα στην δίνη των τόσων αντιξοοτήτων που συνάντησε ο ελληνικός λαός για να σταθεροποιήσει την πολυβασανισμένη εθνική του ταυτότητα, να παραμείνει για κάμποσο ένα χωρίς νόημα, χωρίς καμία ουσία και φυλετική αλήθεια, τυπικό διακριτικό στοιχείο, εκείνο της περίεργης διγλωσσίας, έως ότου σβήσει φυσιολογικά μόνη της». [12]

doctor
__________________________________________________

[1] Μαρία Μιχαήλ-Δέδε, «οι έλληνες αρβανίτες», εκδ.Δωδώνη, Αθήνα, 1997,σσ.97-8.
[2] Αρβανίτες, Θεωρίες για την καταγωγή τους
Για την καταγωγή των Ελλήνων Αρβανιτών υπάρχουν πολλές θεωρίες οι περισσότερες απο τις οποίες δεν είναι και τόσο αξιόπιστες. Η γνώση που υπάρχει είναι καθαρά ιστορική και όχι επιστημονική. Οι Αρβανίτες ξεκίνησαν απο την περιοχή του Αρβάνου (σημερινή Αλβανία). Η περιοχή της σημερινής Αλβανίας είναι η αρχαία Ιλλυρία, κοιτίδα των Δωριέων. Οι Ελληνες Αρβανίτες ήρθαν στην Ελλάδα πριν από την Οθωμανική κατάκτηση και δεν εδέχθησαν την επιρροή της οθωμανικής κυριαρχίας στους λαούς της περιοχής στο ζήτημα της θρησκείας και της κουλτούρας.
Η Αρβανίτικη γλώσσα είναι η γλώσσα που μιλιόταν στην περιοχή της Ιλλυρίας πρίν την Οθωμανική κατάκτηση για το λόγο αυτό διαφέρει απο τα αλβανικά σε σημαντικό βαθμό. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι σημερινοί Αλβανοί χαρακτηρίζουν την αρβανίτικη γλώσσα ως αρχαία αλβανικά.
Ιλλυρική καταγωγή
Υπάρχει η άποψη ότι οι Αρβανίτες που ήρθαν και εγκαταστάθηκαν στην Ελλάδα, ήταν αμιγή ιλλυρικά φύλα, τα οποία με το πέρασμα των αιώνων εξελληνίστηκαν και αναμείχθηκαν με τον ελληνικό πληθυσμό, με αποτέλεσμα την ανάπτυξη ελληνικής εθνικής συνείδησης. Οι αντιδράσεις σε αυτή την εκδοχή προέρχονται κυρίως από τους ίδιους τους Αρβανίτες αλλά και από ανθρωπολόγους οι οποίοι στην συντριπτική πλειοψηφία δεν δέχονται την περίπτωση της αλβανικής καταγωγής ενώ κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, με το όνομα Αρβανίτες ονομάζονταν οι Αλβανοί που πολεμούσαν στο πλευρό των Τούρκων κατά των Ελλήνων, δηλαδή οι λεγόμενοι Τουρκαλβανοί, που σημαίνει ότι η ονομασία αυτή δεν χρησιμοποιείτο για να δηλώσει τους αλβανόφωνους Έλληνες.
Πελασγική καταγωγή
Ή άποψη περί καταγωγής των Αρβανιτών από τους προέλληνες Πελασγούς, υποστηρίζεται κυρίως από την αλβανική πλευρά και από κάποιους Αρβανίτες συγγραφείς και μελετητές. Έτσι τονίζεται η πελασγική καταγωγή όχι μόνο των Αρβανιτών αλλά και των Αλβανών καθώς και η ταύτιση των αρβανίτικων με την πελασγική γλώσσα, με σκοπό να προβληθεί η άποψη ότι οι το αλβανικό έθνος αποτελεί τον αρχαιότερο πληθυσμό των Βαλκανίων, πριν ακόμα την έλευση των Ελλήνων, και ότι οι Αρβανίτες είναι οι πραγματικοί ιθαγενείς του Ελλαδικού χώρου τους οποίους οι Έλληνες συνάντησαν ως Πελασγούς, κατά την κάθοδο τους. Αυτή η εκδοχή όμως στερείται ρεαλιστικότητας, αφού δεν είναι δυνατόν μετά από τρεις και πλέον χιλιετίες να διασώθηκαν πελασγικοί πληθυσμοί στην Ελλάδα.
Τόσκικη καταγωγή
Μια δημοφιλής θεωρία είναι αυτή που ανάγει την καταγωγή των Αρβανιτών, στους Τόσκηδες της νότιας Αλβανίας, οι οποίοι αποτελούν τη μία από τις δύο μεγάλες εθνικές ομάδες των Αλβανών (η άλλη είναι οι Γκέγκηδες, που ζουν στην βόρεια Αλβανία). Ως γνωστόν, υπάρχει έντονη διαφοροποίηση ανάμεσα στους Γκέγκηδες και τους Τόσκηδες από φυλετικής και πολιτισμικής άποψης, ενώ η τόσκικη και η γκέγκικη διάλεκτος παρουσιάζουν μεγάλες διαφορές, έτσι ώστε οι Γκέγκηδες να θεωρούνται οι πραγματικοί απόγονοι των Ιλλυριών, ενώ οι Τόσκηδες να θεωρούνται απόγονοι εξαλβανισμένων ελληνικών φύλων της Ηπείρου, δηλαδή Ελλήνων οι οποίοι ζώντας ανάμεσα σε αλβανικά φύλα υιοθέτησαν και προσάρμοσαν στις ανάγκες τους την Αλβανική γλώσσα, αναμειγνύοντας και στοιχεία από την Ελληνική, δημιουργώντας έτσι την αρβανίτικη διάλεκτο. Οι Αρβανίτες λοιπόν, σύμφωνα με πολλούς μελετητές, αποτελούν τους Τόσκηδες που μετανάστευσαν από την Βόρεια Ήπειρο στην Ελλάδα. Η εκδοχή αυτή εξηγείται από το γεγονός ότι οι Αρβανίτες μπορούν να συνεννοηθούν σε κάποιο βαθμό μιλώντας αρβανίτικα μόνο με τους Τόσκηδες, ενώ η συνεννόηση με τους Γκέγκηδες είναι αδύνατη, όπως επίσης και από το ότι η αρβανίτικη γλώσσα περιέχει πλήθος αρχαϊκών στοιχείων της ελληνικής.
Ο Joahann Georg von Han, το 1854, διερεύνησε την τόσκικη διάλεκτο, μητέρα των αρβανίτικων, και διαπίστωσε την ύπαρξη πολλών ομοιοτήτων με την Ελληνική και μάλιστα δομικών-συντακτικών ομοιοτήτων, πράγμα που καταδεικνύει κατά τον ίδιο την "ελληνικότητα" της τόσκικης, αφού είναι γνωστό ότι δομικά και συντακτικά στοιχεία σε μία γλώσσα δεν μπορούν να δανειστούν.
Δωρική καταγωγή
Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι οι Αρβανίτες είναι απόγονοι των δωρικών ελληνικών φύλων. Οι υποστηρικτές της άποψης αυτής τονίζουν τις ομοιότητες στην κουλτούρα μεταξύ Αρβανιτών και Δωριέων. Οι Αρβανίτες ήταν λαός σκληρός, πολεμοχαρής και λιτός, με κύρια απασχόληση την κτηνοτροφία (χαρακτηριστικό δωρικό στοιχείο) και την αγροτιά. Κοινωνία κλειστή, μη δεχόμενη επιμειξίες. Οι διάφορες φρατρίες είναι μια ακόμη δωρική μορφή κοινωνικής συγκρότησης. Τα ελληνικά αρβανίτικα απο μελέτες που έχουν γίνει περιέχουν πλήθως ομηρικών λέξεων, η δε δομή της γλώσσας είναι λιτή και "βαριά". Είναι πολύ πιθανό να πρόκειται για μιά δωρική γλώσσα αρχαϊκού τύπου.
Πάρα πολλά κοινά στοιχεία παρουσιάζουν οι Έλληνες Αρβανίτες με τους Σφακιανούς της Κρήτης απο πλευράς κουλτούρας. Είναι γνωστή η πολιτισμική συσχέτιση Σφακιανών - Δωριέων και κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ότι ασχολούνται με την κτηνοτροφία καθώς επίσης και ότι είναι ανυπότακτοι και πολεμοχαρείς, ενώ έχουν ενδογαμική τάση. Ακόμα το κύριο μουσικό όργανο της Κρήτης είναι η λύρα, το όνομα της οποίας προέρχεται απο την λέξη Ιλλυρία, τόπο καταγωγής των Δωριέων. Ακόμα η ύπαρξη των φρατριών-οικογενειών στους Σφακιανούς είναι ένα ακόμα χαρακτηριστικό κοινό στοιχείο με τους Αρβανίτες όπως και η βεντέτα η οποία στους σημερινούς Αρβανίτες υπάρχει πολύ λιγότερο σε αντίθεση με τους Σφακιανούς όπου έχει διατηρηθεί. Ενα ακόμη χαρακτηριστικό στοιχείο μεταξύ Σφακιανών και Αρβανιτών είναι ορισμένα ενδυματολογικά στοιχεία τα οποία θα λέγαμε δωρικά. Η χαρακτηριστική μαύρη ενδυμασία των Σφακιανών έχει διατηρηθεί ατόφια μέχρι και σήμερα. Στους Έλληνες Αρβανίτες τα παλαιότερα χρόνια συναντούμε τα μαύρα σκουφιά, χαρακτηριστικό των Αρβανιτών τωα παλαιότερων χρόνων. Απο μία ατόφια μαρτυρία του 19ου αιώνα αναφέρεται ότι τρεις Αρβανίτες είχαν πάει σε μία Μονή για να γίνουν μοναχοί. Ο ηγούμενος της Μονής μόλις τους είδε κατάλαβε αμμέσως ότι ήταν Αρβανίτες απο τα χαρακτηριστικά μαύρα σκουφιά τους.
Πηγή: wikipedia
[3] Τα Αρβανίτικα (arbërisht) αποτελούν κλάδο της τόσκικης διαλέκτου της Αλβανικής γλώσσας, που ομιλείται στην σημερινή νότια Αλβανία καθώς και σε κάποια μέρη της Ελλάδας. Ως αρβανιτόφωνες ή μέχρι σχετικά πρόσφατα αρβανιτόφωνες περιοχές στην Ελλάδα μπορούν να θεωρηθούν: ένα μέρος της Αττικής και της Βοιωτίας (με δυτικότερο όριο της αρβανιτοφωνίας το χωριό Κυριάκι), το ανατολικό άκρο του νομού Φθιώτιδος (Λοκρίδα), η νότια Εύβοια (μέχρι και το χωριό Αχλαδερή προς βορρά και με εξαιρέσεις την πόλη της Καρύστου, τον Πλατανιστό και το Μαρμάρι), η βόρεια Άνδρος (μέχρι και τα χωριά Βουρκωτή και Απροβάτου προς νότο), τα νησιά του Αργοσαρωνικού Σαλαμίνα, Αγκίστρι, Ύδρα, Σπέτσες και Πόρος, η Τροιζηνία και τα Μέθανα, μεγάλο μέρος του νομού Κορινθίας, ειδικά η περιοχή των Γερανείων, το ανατολικό τμήμα της Κορινθίας (δήμος Σολιγείας) και η περιοχή της Στυμφαλίας (Κλημέντι και γύρω χωριά), το μεγαλύτερο ανατολικό τμήμα του νομού Αργολίδος, μέρος του νομού Αχαϊας (δυτικά της Πάτρας), μέρος της επαρχίας Τριφυλλίας του νομού Μεσσηνίας (το Δώρειο και τα γύρω χωριά, γνωστά ως Σουλιμοχώρια), το χωριό Δάρας της Αρκαδίας καθώς και ένας μικρός θύλακας στην περιοχή του Γέρακα Λακωνίας. Τον 19ο αιώνα τα αρβανίτικα ομιλούνταν και σε χωριά της Ηλείας, της Αρκαδίας και της επαρχίας Καλαβρύτων του νομού Αχαϊας.
Τα αρβανίτικα που ομιλούνται σε κάποια χωριά των νομών Θεσπρωτίας και Πρεβέζης, στον νομό Έβρου από απογόνους προσφύγων από τα αλβανόφωνα χωριά Μεγάλο Ζαλούφι και Ιμπρίκ Τεπέκ της Ανατολικής Θράκης, στις Μάνδρες Κιλκίς, καθώς και στα χωριά Λέχοβο, Δροσοπηγή και Φλάμπουρο Φλωρίνης, πρέπει να διακριθούν από τα αρβανίτικα της νότιας Ελλάδας, λόγω της ιδιαίτερα στενής τους συγγένειας με τη σύγχρονη νοτιοαλβανική (τοσκική) διάλεκτο. Σε σύγκριση με τις αλβανικές διαλέκτους των παραπάνω περιοχών, τα αρβανίτικα της νότιας Ελλάδας είναι σαφώς περισσότερο αρχαϊκά, κυρίως ως προς το λεξιλόγιο, και εγγύτερα προς τη μεσαιωνική μορφή της τοσκικής διαλέκτου.
Περισσότερα: wikipedia
[4] Ως εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες στην απογραφή του 1928 αναφέρονται οι εξής-με ποσοστιαία αναφορά επί του συνολικού πληθυσμού της χώρας: (τούρκοι 1,39%, Πομάκοι 0,27%, Αλβανοί-Τσάμηδες 0,3%, Σλαβόφωνοι 1,32%, Κουτσόβλαχοι 0,32%, Αρμένιοι 0,5%, Εβραίοι Σεφαρδίτες(ομιλώντες την ισπανοεβραϊκή) 1,02%, Εβραίοι Ρωμανιώτες(ελληνόφωνοι) 0,15%, Έλληνες Καθολικοί 0,45%, Διάφοροι 0,49%, σύνολο μειονοτήτων 6,21% επί του πληθυσμού). Πηγή: Αθ.Παπαευγαγγέλου, «Βόρειος Ελλάς : Μειονότητες από στατιστικής απόψεως εν σχέσει με τον πληθυσμόν και την εκπαίδευσιν»,όπως παρατίθεται από την εγκυκλοπαίδεια ΔΟΜΗ, τ.12 «Νεώτερος ελληνισμός», κεφ.12 («οι μεινότητες στην Ελλάδα του Μεσοπολέμου») το οποίο έχει γράψει ο κ.Μιχαηλίδης Ιάκωβος, Επίκουρος Καθηγητής Νεότερης Βαλκανικής Ιστορίας στο Τμήμα Βαλκανικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, σσ.574-5.
[5] Mill, Utilitarianism, “Liberty and Representative Government”, σσ. 363-4, όπως παρατίθεται από τον Eric Hobsbawm,”Nations and Nationalism since 1780” Cambrige University Press, ελλ.έκδοση «Έθνη και Εθνικισμός από το 1780 μέχρι σήμερα», Αθήνα, 1994,σ.55.
[6] Hobsbawm, o.π. σσ.55-6.
[7] Acts of Union 1707
[8] Linda Colley, “Whose nation? Class and national consciousness in Britain 1750-1830, σσ.96-117.
[9] Έρευνα για την Εκπαίδευση στην Ουαλλία, Parliamentary Paper, 1847, XXVII, μέρος II (Αναφορά για τις Κομητείες του Brecknock,Cardigan και Radnor),σ.67, όπως το παραθέτει ο Hobsbawm, ο.π. σελ.57.
[10] Φώτιος Δημητρακόπουλος, «Δωρόθεος Σχολάριος: ο ποιήσας και διδάξας», σσ.107-120.
[11] Βλ.σχετικά: «Η Ελληνοτουρκική Ανταλλαγή των Πληθυσμών, πτυχές μιας εθνικής σύγκρουσης»,σσ. 225-237 (Νίκος Μαραντζίδης, Επίκουρος Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Μακεδονία «Οι τουρκόφωνοι πόντιοι πρόσφυγες στην Ελλάδα: προβλήματα ενσωμάτωσης»).
[12] Δέδε, ο.π. σσ. 97-8.

Κυριακή 31 Αυγούστου 2008

Οι ιδρυτικοί μύθοι των εθνών



Στο παρόν θέμα θα ασχοληθούμε με τους ιδρυτικούς/καταγωγικούς μύθους των εθνών. Παραθέτω κάποια χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το βιβλίο του Καθηγητή Ιστορικής Κοινωνιολογίας και Σύγχρονης Κοινωνικής Θεωρίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, Π.Λέκκα με τίτλο «Το παιχνίδι με τον Χρόνο».
Ο κ.Λέκκας με μια υπέροχη γραφή, με επιστημονικό τρόπο και έπειτα από εμβριθή μελέτη των ιδρυτικών μύθων των εθνών εγκύπτει στην συνδεσμολογία των μύθων αυτών, οι οποίοι βέβαια είναι ιστορικά προσδιοριστέοι όσον αφορά την γένεσή τους, και έχουν όλοι κοινά γνωρίσματα, συναποτελώντας έτσι το βασικό δομικό στοιχείο ενός παγκοσμίου φαινομένου, του έθνους, με την έννοια που έχει αυτό τους τελευταίους δύο αιώνες. [1]

Με δεδομένο τον παρελθοντικό προσανατολισμό του εθνικισμού, είναι επόμενο τα περισσότερα έθνη να φαντάζονται τους εαυτούς τους ως συλλογικότητες που κατάγονται από κοινούς προγόνους [2].
Καμία εθνικιστική ιδεολογία δεν μπορεί να υποστηρίξει σοβαρά ότι ολόκληρο το εθνικό σώμα εξ ονόματος του οποίου ομιλεί, έλκει απευθείας την καταγωγή του από κάποια φυλετικώς ανόθευτη ιστορική κοινότητα του παρελθόντος. Η υπεράσπιση μιας τέτοιας θέσης θα συνεπαγόταν απαντήσεις σε ενοχλητικά ερωτήματα σχετικά με την υποτιθέμενη «μόνωση» του οικείου έθνους από εξωγενείς επιδράσεις και επιμιξίες-απαντήσεις, που αναπόφευκτα θα υπονόμευαν την αξιοπιστία και την απήχηση του εθνικιστικού μηνύματος. Περιττεύει ίσως εδώ η αναφορά στην ιδεολογική χρεωκοπία της ναζιστικής εκδοχής του γερμανικού εθνικισμού εξαιτίας της αγκίστρωσής της σε φυλετικά επιχειρήματα.
Έτσι, οι καταγωγικοί μύθοι όταν διατυπώνονται με φυλετικούς όρους (λ.χ. Φυλή, Γένος), έχουν κατά βάθος πολιτισμικό περιεχόμενο. Υπογραμμίζουν δηλαδή όχι τόσο την απαρχή κάποιας αμιγούς φυλετικής προέλευσης του έθνους όσο την σύλληψη της αναλλοίωτης πολιτισμικής του αυτοπροσωπίας ανά τους αιώνες [3].
Οι διάφοροι μύθοι που κρυσταλλώνονται περί την καταγωγή του έθνους είναι δηλωτικοί της βούλησής του να υπάρξει από εδώ και στο εξής.
Εδώ βρίσκεται το βαθύτερο νόημα στις ανασκαλεύσεις του παρελθόντος από την νεωτερική ιδεολογία του εθνικισμού: ορίζοντας την γενέθλια ή ιδρυτική «στιγμή» του έθνους, οι μύθοι των προγόνων χαρακτηρίζονται από έντονη διδακτική φόρτιση, συμπυκνώνοντας παραδείγματα προς μίμηση και πρότυπα δράσης. [4]




Πόσο μακριά στον χρόνο τοποθετείται αυτή η «στιγμή»; Η απάντηση στο συγκεκριμένο ερώτημα εξαρτάται, κατά περίπτωση, από το πρόσφορο υλικό που μια εθνικιστική ιδεολογία έχει στην διάθεσή της ή καταφέρνει να ιδιοποιηθεί από την δεξαμενή του παραδοσιακού παρελθόντος το οποίο, ας μην λησμονούμε, θεωρείται ότι υπήρξε ανέκαθεν «εθνικό».
Έτσι, οι Φινλανδοί μπορούν ευχερώς να επικαλούνται το έπος της Καλεβάλα [5] και να το τοποθετούν τις ρίζες του έθνους τους στην Εποχή του Σιδήρου. Το γεγονός ότι η παράδοση στην οποία παραπέμπουν δημιουργήθηκε μόλις το 1835 δεν συνιστά φυσικά κώλυμα- απλώς αντιμετωπίζεται σαν άλλη μια στιγμή εθναφύπνισης.
Το παράδειγμα των Φινλανδών και της Καλεβάλα ακολουθούν και οι γείτονές τους Εσθονοί, με τον Γιό του Καλεβί (Kalevipoeg)[6], ένα ακόμη έπος που θεωρείται η βάση για την αναδρομή στους προϊστορικούς χρόνους ώστε να αποδειχθεί και η δική τους μακραίωνη εθνική καταγωγή. Αδιάφορα βέβαια από την «ασήμαντη» λεπτομέρεια ότι πρόκειται για συμπίλημα προφορικών παραδόσεων που συγκεντρώθηκαν και συμπληρώθηκαν εντέχνως μόλις στα μέσα του 19ου αιώνα, ενώ μέχρι τότε οι σημερινοί Εσθονοί δεν διέθεταν ούτε καν ξεχωριστό εθνώνυμο.
Έκτοτε όμως, όπως ήταν αναμενόμενο, φρόντισαν να σφραγίσουν τα κενά στην μακραίωνη συνέχεια της εθνικής παρουσίας τους. Προέβησαν αναδρομικά στην εθνική τους διαφοροποίηση από τους μη ιθαγενείς που είχαν ζήσει κατά καιρούς στα εδάφη τους (Γερμανούς αστούς, Σουηδούς αριστοκράτες, Ρώσους γραφειοκράτες) και συνέλεξαν τα τεκμήρια της διαφορετικότητάς τους στο Εθνογραφικό Μουσείο του Τάρτου [7] όπου καθένα από τα εκατό χιλιάδες ευρήματα αντιστοιχεί σε δέκα περίπου μέλη του μικροσκοπικού αυτού έθνος του ενός εκατομμυρίου. [8]
Παρόμοια παραδείγματα σημαίνουν ότι ο εθνικισμός είναι έτοιμος να αξιοποιήσει κάθε νέο στοιχείο ή εύρημα που θα επιβεβαιώνει την ειλημμένη απόφασή του να υπερασπιστεί την αρχαιότητα του έθνους που εκπροσωπεί, την ακλόνητη βεβαιότητά του ότι όντως ομιλεί εξ ονόματος μιας αναλλοίωτης οντότητας με βαθιές ρίζες στο παρελθόν. Το παράδειγμα της Ζιμπάμπουε επιβεβαιώνει με ακραίο τρόπο αυτό ακριβώς το σημείο.
Ο αγώνας εναντίον των αποικιοκρατών λευκών στο δεύτερο ήμισυ του 20ού αιώνα, επενδύθηκε αναδρομικά με τις ανακαλύψεις του Ελλειπτικού Ναού και των τειχών της αρχαίας Μεγάλης Ζιμπάμπουε. Κι έτσι, οι παλιές φυλές ανακάλυψαν ότι ανέκαθεν αποτελούσαν έθνος.
Το Σώλσμπερυ (αρχικά μια κωμόπολη που είχε ιδρυθεί από τους Βρετανούς και είχε πάρει το όνομά της προς τιμήν του πρωθυπουργού της ακμής του βρετανικού ιμπεριαλισμού) μετατράπηκε σε Χαράρε. Και η Ροδεσία (αρχικά τοπωνύμιο μιας διοικητικής περιφέρειας της αποικίας του Ακρωτηρίου στην οποία ο Σέσιλ Ρόουντς είχε, με “μνημειώδη σεμνότητα” δώσει το όνομά του) έγινε Ζιμπάμπουε- ένα νέο εθνικό κράτος που περιέχει ένα ακόμη “αρχαίο” έθνος”. [9]
Τέτοια παραδείγματα σημαίνουν όμως και κάτι ακόμη. Ότι αυτή η ιδεολογική τάση να εξωθείται η καταγωγική αφετηρία του έθνους στο όλο και πιο μακρινό παρελθόν υποκρύπτει μια δυναμική, ευμετάβλητη και αναπόφευκτα αντιφατική διαδικασία ιστορικής αναζήτησης: ένα εσωτερικό στοίχημα πλειοδοσίας ανάμεσα στους λόγιους φορείς της ιδεολογίας, ιστορικούς, αρχαιολόγους, λαογράφους, δημοσιογράφους και πολιτικούς που απαρτίζουν την λεγόμενη «εθνική διανόηση». Γι’αυτό συχνά παρατηρούμε τόσες παλινωδίες στις εθνικιστικές έρευνες για όλο και πιο μακρινούς εστιακούς προγόνους.
Ας θυμηθούμε εδώ τις εντυπωσιακές παλινδρομήσεις του τουρκικού εθνικισμού, όπου Οσμανλήδες και Σελτζούκοι συνωθούνται με Χετταίους και Σουμέριους, με Ασσύριους και Τρώες, με Φρύγες και Λυδούς.
Όλοι τους έχουν παίξει κατά καιρούς ρόλο στο παιχνίδι της συγκεκριμένης εθνικιστικής ιδεολογίας με τον χρόνο, συνωστιζόμενοι στο άρμα των εστιακών προγόνων του σύγχρονου τουρκικού έθνους.
Η εκάστοτε προτεραιότητα ενός παραδοσιακού πολιτισμού έναντι των άλλων εξαρτάται από πλειάδα συγκυριακών παραγόντων: από τα ευρήματα της αρχαιολογικής σκαπάνης, από την φαντασία των απολογητών της εθνικιστικής ιδεολογίας, από την κυμαινόμενη ευπιστία των μελών του εθνικού σώματος ανάλογα με τις περιστάσεις, από τις δυνατότητες του εθνικού κράτους να επιβάλλει τις απόψεις του για την επίσημη εκδοχή της τουρκικής ιστορίας στην εκπαίδευση, στα γράμματα και στην συλλογική συνείδηση και, τέλος, από τους ευρύτερους προσανατολισμούς και τις πολιτικές επιδιώξεις της εθνικιστικής ιδεολογίας –άλλοτε στραμμένης προς το Τουράν, άλλοτε προς την γη της Ανατολίας κι άλλοτε πάλι προς την Δύση. [10]
Ανάλογες, αν όχι τόσο εντυπωσιακές, ταλαντεύσεις παρατηρούμε και σε λιγότερο νεοπαγείς ή «εξωτικούς» εθνικισμούς. Ο 19ος αιώνας βρίθει παραδειγμάτων από τους ιδεολογικούς επαμφοτερισμούς ανάμεσα στους Φράγκους και τους Γαλάτες προγόνους του σύγχρονου γαλλικού έθνους, ενόσω από την πλευρά του ο γερμανικός εθνικισμός έφθανε την δική του αναζήτηση μέχρι την αντίσταση των γερμανικών φύλων ενάντια στην Ρώμη στον 1ο και 2ο αιώνα π.Χ. [11].
Για τουλάχιστον εξήντα αιώνες γραπτής ιστορίας, ο πόλεμος δεν ήταν γενικά μεταξύ εθνοτήτων σαν αυτές που εξαπέλυσαν πολέμους στους τελευταίους δύο αιώνες, αλλά μεταξύ πόλεων και επαρχιών ή μεταξύ διεθνικών αυτοκρατοριών ή θρησκειών.
Ο κατακτήσεις της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, οι πολυαίμακτες διενέξεις ανάμεσα στις ελληνικές πόλεις-κράτη, οι ιδιωτικές φεουδαλικές διαμάχες του Μεσαίωνα, η παρατεταμένη σταυροφορική διένεξη της Χριστιανοσύνης με το Ισλάμ είχαν λιγότερο τον χαρακτήρα του σύγχρονου εθνικισμού, όσον αυτόν του αρχαίου ή μεσαιωνικού κοσμοπολιτισμού ή τοπικισμού. [12]



Mahabarata scene, Batu Caves, near Kuala Lumpur Malaysia

Ο ινδικός εθνικισμός, όταν δεν αναζητεί τις ρίζες του σύγχρονου έθνους στα έπη της Ραμαγιάνα και της Μαχαμπαράτα, ικανοποιείται με την ινδουιστική αυτοκρατορία του Ασόκα στον 3ο π.Χ. αιώνα, λησμονώντας την καταλυτική για την ινδική εθνογένεση επίδραση της βρετανικής αποικιοκρατίας ή την νεωτερική εθνικοποίηση της θρησκευτικής διαφοράς των ινδουιστών (και μετέπειτα Ινδών) από τους Μουσουλμάνους (και μετέπειτα Πακιστανούς).
Ο εβραϊκός εθνικισμός τοποθετεί τους ιδρυτικούς του μύθους άλλοτε στην καταστροφή του δεύτερου Ναού του Σολομώντα από τους Ρωμαίους τον 2ο αιώνα μ.Χ. άλλοτε στην καταστροφή του πρώτου Ναού από τους Βαβυλώνιους και την εξορία των Ιουδαίων τον 6ο αιώνα π.Χ. κι άλλοτε ακόμη μακρύτερα, στην Έξοδο από την Αίγυπτο ή στους «πατριάρχες» του (σύγχρονου πάντα) εβραϊκού έθνους, στον Αβραάμ και τους γόνους του [13].

Για τους προτεστάντες του Όλστερ, οι πρόγονοί τους δεν ήταν πρεσβυτεριανοί έποικοι που ήρθαν στην Ιρλανδία από την Σκωτία στις αρχές του 17ου αιώνα, αλλά μέλη ενός προχριστιανικού βρετανικού φύλου. Οι Ιρλανδοί εθνικιστές του Νότου πάλι, οι καθολικοί, πίστευαν ότι η γλώσσα στον κήπο της Εδέμ ήταν κελτική.


Ο Καρλομάγνος επισκέπτεται τον πάπα Ανδριανό Α'

Στο εσωτερικό του αγγλικού εθνικισμού τον 19ο αιώνα, διατυπώνονταν αντικρουόμενες απόψεις για το κατά πόσον οι Άγγλοι προέρχονται από τα γερμανικά φύλα ή από τους απογόνους του Αινεία της Τροίας.
Στον κορεατικό εθνικισμό, ο μυθικός πρόγονος είναι ο Τανγκούν, γιος αρκούδας, που φέρεται να ίδρυσε την πρώτη κορεατική δυναστεία την τρίτη χιλιετία π.Χ.
Άραβες εθνικιστές τον καιρό του μεσοπολέμου αναζητούσαν τις ρίζες του πανάρχαιου έθνους τους στον Χαμουραμπί.
Για τον Βουκ Κάρατζιτς, ο σερβικός πολιτισμός είχε ηλικία πέντε χιλιετηρίδων και υπήρξε ο λαμπρότερος όλων, ενώ ο Ιησούς και οι Απόστολοι μιλούσαν σερβικά.
Για τους ιδρυτικούς μύθους του ελληνικού έθνους βλ. προηγούμενο θέμα που είχα αναρτήσει: http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2008/05/blog-post_16.html

Ως επίλογο, παραθέτω τον υπέροχο επίλογο του βιβλίου του κ.Λέκκα:

«Ο ίδιος τρόπος με τον οποίο σκεφτόμαστε για τον κόσμο μας και για τον εαυτό μας μέσα σε αυτόν, έχει αφομοιώσει το παράξενο και αντιφατικό παιχνίδι του εθνικισμού με τον χρόνο. Ένα παιχνίδι που άλλοτε αποδεικνύεται παράγοντας κοινωνικής συνοχής και σταθερότητας κι άλλοτε παράγοντας κινδύνου και αναταραχής.
Ένα παιχνίδι που αναδεικνύει την εγωιστική ανασφάλεια του ανέστιου ανθρώπου της νεωτερικότητας, ενόσω του εμπνέει ένα ασύγκριτο πνεύμα ηρωισμού και αυταπάρνησης.
Ένα παιχνίδι που προσφέρει στον σύγχρονο άνθρωπο μη μεταφυσικές εξηγήσεις για τον κόσμο και προτροπές για το τι μπορεί και πρέπει να επιτύχει ο ίδιος με τις πράξεις του, ενώ αυτό που κάνει δεν είναι παρά να αφηγείται ένα υποκατάστατο θείου δράματος.
Ένα παιχνίδι συναρπαστικό στην κριτική του ανάλυση, η οποία είναι υποχρεωμένη να αναδεύσει τον θολό πυθμένα της ίδιας μας της σκέψης» [14].

doctor

______________________________________________

[1] Π.Λέκκας, «Το παιχνίδι με τον χρόνο» σ. 167-75. Σχετικά με το προαναφερθέν βιβλίο αλλά και με τον συγγραφέα του είχα ανεβάσει σχετικό θέμα: http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2007/12/blog-post_3319.html
[2] M.Weber, Economy and Society, τόμος 1, σ,389.
[3] Τον κατ’ουσίαν πολιτισμικό χαρακτήρα των φυλετικών επιχειρημάτων του εθνικισμού είχε πρώτος επισημάνει ο Otto Bauer στην ρηξικέλευθη για τον μαρξισμό πραγματεία του για το έθνος, The concept of the Nation, σ.103. Για το ίδιο σημείο, βλ.επίσης F.Hertz, Nationality in History and Politics, σ.56-61, L.W.Doob, Patriotism and Nationalism, σ.237, Β.Anderson, Imagined Communities, σ.135-6, Ε.Hobsbawm, Nations and Nationalism since 1780, σ.63-5 και G.L. Mosse, Racism and Nationalism, σ.163-73.
[4] Α.D. Smith, National identity and myths of ethnic decent, σ.118.
[5] Η Καλεβάλα αποτελεί έργο του λαογράφου και φιλόλογου Ελίας Λένροτ, ο οποίος συνέλεξε σύντομες μπαλάντες από την προφορική παράδοση και τις συνέραψε το 1835 σε ενιαίο αφήγημα με δικές του λυρικές συμπληρώσεις. Το ενιαίο αυτό «εθνικό» έπος επεξέτεινε περαιτέρω το 1849.
[6] Το έπος του Kalevipoeg αποτελεί έργο του ιατρού και λαογράφου Φρίντριχ Ράινχολντ Κρόιτσβαλντ, ο οποίος δημιούργησε τα δημώδη τραγούδια που είχε συλλέξει, συμπληρωμένα με την δική του συνεκτική ποίηση, από το 1857 έως το 1861. T.U. Raun, Estonia and the Estonians, σ.56.
[7] Founded in Tartu in 1909, the Estonian National Museum was dedicated to the memory of Jakob Hurt, one of the greatest Estonian collectors of folklore. The museum was to be so authoritative and comprehensive an institution that it could simply have been called the Estonian Museum (much like the British Museum, the Russian Museum).
http://www.erm.ee/?lang=ENG
[8] Ε.Gellner, “Reply: Do nations have navels?”, σ.367-8.
[9] T.Pakenham, The scamble for Africa, σ.375-85.
[10] Για την αναδρομή του τουρκικού εθνικισμού στους Χετταίους και τους Σουμέριους, βλ.μεταξύ άλλων H.Seton-Watson, Nations and States, σ.259. Για την διαμόρφωση της τουρκικής εθνικής ταυτότητας, βλ. προηγούμενο σχετικό θέμα:
http://dimitrisdoctor2.blogspot.com/2007/11/blog-post_4979.html
[11] J.A. Fishman, Language and Nationalism, σ. 99.
[12] C.H.Hayes, Nationalism, Historical Development, σ.240.
[13] Η συντηρητική πτέρυγα των «ορθόδοξων» Ισραηλιτών που υπογραμμίζει την κληρονομιά του Μωυσή, αντιμάχεται την κοσμική και σοσιαλίζουσα πτέρυγα των «πατέρων του έθνους» (όπως ο Μπεν Γκουριόν) που αποδίδει έμφαση στο ανεξάρτητο βασίλειο του Δαυίδ και του Σολομώντα. Οι εντάσεις συνεχίζουν να διχάζουν και την σημερινή ισραηλινή κοινωνία αντανακλώντας διαφορετικές απόψεις για την αυτοπροσωπία και το μέλλον της. Βλ.σχετικά, V.R. Dominguez, “The politics of heritage in contemporary Israel”, σ.136-43, και R.Paine, “Israel: Jewish identity and competitionn over tradition”, σ.128-32.
[14] Π.Λέκκας, «Το παιχνίδι με τον χρόνο», σ.257.