Πέμπτη, 24 Μαΐου 2007

Ο Παπαρηγόπουλος και ο διαχρονικός έλληνας

Διάβασα ένα πολύ ωραίο άρθρο του κ. Παναγιώτη Γατσωτή (είναι καθηγητής Δ.Ε.Δημοσιεύθηκε στην ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ, Νοέμβριος 2006) ο οποίος αντιτίθεται στον παραλογισμό της απόφασης του ΥΠΕΠΘ για την αύξηση των ωρών διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση.






Παραθέτω μερικά πολύ ωραία αποσπάσματα:

1) Η κατά προτεραιότητα έμφαση στη διδασκαλία των Αρχαίων Ελληνικών δεν αποτελεί, βέβαια, καινοφανές στοιχείο της ελληνικής Εκπαίδευσης· κάθε άλλο. Αποτελεί, λιγότερο ή περισσότερο, χαρακτηριστικό στοιχείο της από την εποχή της Αντιβασιλείας (1833-1835).

2) Είναι θεμιτό να επιδιώκουμε την καλλιέργεια στους μαθητές μίας ιστορικοπολιτισμικής ταυτότητας ή, καλύτερα, συνείδησης –ο όρος είναι πιο εύπλαστος και δυναμικός, αφού επιδέχεται ευκολότερα μετατοπίσεις– προσκολλημένης στα αρχαία κλέη;
Αποκομίζει κανείς την εντύπωση ότι η ελληνική κλασική αρχαιότητα εκλαμβάνεται ως διαχρονικό πρότυπο που καταξιώνει το παρελθόν και το παρόν της Ελλάδας.
Εκλαμβάνεται ως «κτήμα ες αεί» και λειτουργεί παραδειγματικά, φρονηματιστικά, δηλαδή προληπτικά ή αποτρεπτικά, σε σχέση με τους κινδύνους που εγκυμονούν το παρόν και το αβέβαιο μέλλον.
Στη μελέτη αυτής της περιόδου αναζητούνται διδάγματα με υπερχρονική –βλ. ανιστορική– αξία, αναζητείται, κυρίως, αίγλη δανεική.

3) Αλλά, σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης και ενεργούς συμμετοχής στα ευρωπαϊκά δρώμενα, είναι άραγε θεμιτό «εμείς» να αντιτείνουμε, με την έμφαση στη διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας, την παλινδρόμηση σε παραδοσιακές και διαχρονικές –υποτίθεται– αξίες της ελληνικής Εκπαίδευσης;
Μήπως η στρατηγική αυτή ερείδεται, κατά βάθος, σε ξενοφοβικές ανησυχίες και αμυντικές αναδιπλώσεις;

4) Φοβάμαι ότι η αντίληψη περί Ελληνισμού, που «αντιστέκεται και ακτινοβολεί ανά τους αιώνες», ζει και βασιλεύει στην ελληνική σχολική Εκπαίδευση.
Αποτελεί, χωρίς να είναι φυσικά η μόνη, μία από τις βασικότερες πληγές της, ένα από τα αίτια και αιτιατά ταυτόχρονα της κακοδαιμονίας της.
Ενδεχομένως και άλλοι όροι –όπως επιστημονικός επαρχιωτισμός, προγονοπληξία, εθνοκεντρισμός κοπής 19ου αιώνα ή ακόμη και πολιτισμικός ρατσισμός– θα ταίριαζαν, τουλάχιστον εν μέρει, για να χαρακτηρίσουν το ίδιο φαινόμενο.


5) Ακόμη χειρότερη φαίνεται η διαπίστωση ότι η νοοτροπία αυτή, της συντηρητικής έως ξενοφοβικής αναδίπλωσης σε μία μορφή παραδοσιακής ταυτότητας με έμφαση σε εθνοπολιτισμικές αξίες, είναι πολύ πιθανόν ότι διέπει, ως γενικευμένη στάση, την ελληνική κοινωνία στο σύνολό της, αν κρίνουμε από τα συμπεράσματα μιας σειράς πρόσφατων ερευνών.
Αναφέρω ενδεικτικά:{..} Σύμφωνα με τα πορίσματα μιας ευρωπαϊκής έρευνας που ανακοινώθηκαν από το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών το 2003, οι Έλληνες, σε σύγκριση με άλλους 23 ευρωπαϊκούς λαούς, κατατάχθηκαν ως οι περισσότερο θρησκόληπτοι και ξενοφοβικοί, τελευταίοι στην ανεκτικότητα προς άτομα διαφορετικής φυλής και εθνότητας, προς τους μετανάστες και τους ομοφυλόφιλους. (Βλ.http://www.europeansocialsurvey.org και http://www.ekke.gr/ess και Ελευθεροτυπία, 6/11/2003).





6) Δεν πρέπει, δε, να παραβλεφθεί η ευθύνη της κοινότητας των Ελλήνων ιστορικών στην εδραίωση αυτών των παραδοσιακών εθνοκεντρικών αντιλήψεων.

Όπως σημειώνει ο Π. Κιτρομηλίδης: ο «εθνικιστικός λαϊκισμός, από τον οποίο δεν μπόρεσε να χειραφετηθεί η Αριστερά, προσέδωσε στη ρομαντική θεωρία [περί έθνους] κανονιστικό χαρακτήρα με γενικότερη απήχηση στην κοινωνία και τη διανοητική ζωή.
[...] το κανονιστικό πλαίσιο του εθνικού λόγου που καθιέρωσε το παπαρρηγοπούλειο σχήμα ως μια από τις θεμελιώδεις του παραδοχές υπήρξε κοινό σε κορυφαίους συντηρητικούς στοχαστές που εξέφρασαν με απόλυτη σοβαρότητα και συνοχή τη συμβατική αντίληψη του έθνους, όπως ο Κ. Τσάτσος ή ο Δ. Ζακυθηνός, σε φιλελεύθερους που αναζητούσαν εναλλακτικούς τρόπους πνευματικής έκφρασης του Ελληνισμού, όπως ο Γ. Θεοτοκάς, ο Γ. Σεφέρης και ο Ι.Θ. Κακριδής, και σε αριστερούς στοχαστές, όπως ο Νίκος Βέης, ο Αλέξανδρος Σβώλος και ο Νίκος Σβορώνος»
(Π. Κιτρομηλίδης, «Η ιδέα του έθνους και της εθνικής κοινότητας στην ελληνική ιστοριογραφία», στο Πασχάλης Κιτρομηλίδης – Τριαντάφυλλος Σκλαβενίτης (επιμέλεια), Ιστοριογραφία της νεότερης και σύγχρονης Ελλάδας 1833-2002, τόμ. Α΄, Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών, Αθήνα 2004, σσ. 42-43.. ).

7) Για το ίδιο θέμα σημειώνει ο Γ. Δερτιλής:
«Από συστάσεως του ελληνικού κράτους έως τη δεκαετία του 1970, οι περισσότεροι έλληνες ιστορικοί (διότι υπήρξαν και εξαιρέσεις, βεβαίως) ασχολήθηκαν αμέσως ή εμμέσως με την προσπάθεια να δομήσουν το λόγο του ελληνικού εθνικισμού και να νομιμοποιήσουν την πράξη του [...].
Ήταν τόσο πολύ αφοσιωμένοι […] σ’ αυτό το ειδικό ζητούμενο της εθνικής τους συνείδησης, ζητούμενο έμμονο και συμπλεγματικό, ώστε προσανατολίστηκαν σχεδόν αποκλειστικώς στη σύνδεση του Ελληνισμού με το Βυζάντιο και με την αρχαιότητα, άμεση ή έμμεση [...].
Ήταν τόσο απορροφημένοι […] από τον (κάπως αφελή) ιστορικισμό τον οποίο τους επέβαλλε το έμμονο και συμπλεγματικό ζητούμενο της εθνικής ταυτότητας ώστε, θεωρητικώς και μεθοδολογικώς, πίστευαν ειλικρινώς ότι δεν όφειλαν να επικοινωνήσουν με τις κοινωνικές επιστήμες» (Γιώργος Δερτιλής, «Σιωπές, μονομέρειες και μόδες στην ιστοριογραφία», ό.π., σσ. 278-279).

Όλο το άρθρο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:
http://www.alfavita.gr/artra/artro20070417c.php

***

Αντί επιλόγου παραθέτω μια υπέροχη σκέψη του Γιώργου Γιαννουλόπουλου από άρθρο του στην Ελευθεροτυπία της 14/3/2007 (Η γελοιογραφία της Ιστορίας) στο οποίο αποδομεί εύκολα τον λαϊκίστικο βερμπαλιστικό αριστερο-εθνικιστικό λόγο του γελοιογράφου Στάθη (επίσης της Ελευθεροτυπίας):

"Εδώ σκαλώνουν όσοι διαλαλούν την αδιάλειπτη συνέχεια του Ελληνισμού:
η εθνική ταυτότητα, μια έννοια που δημιουργήθηκε μαζί με το εθνικό κράτος για να υποκαταστήσει τις ταυτότητες που προηγήθηκαν (φυλετική, εθνοτική, θρησκευτική), προβάλλεται αναχρονιστικά στο παρελθόν ως προϋπάρξασα και αναλλοίωτη επί χιλιάδες χρόνια.
Ετσι η Ιστορία γίνεται μεταφυσική, με προφανείς ιδεολογικές προεκτάσεις.
Δηλαδή, αντί να παράγει τα κοινωνικά φαινόμενα, αναδεικνύει την ουσία των πραγμάτων.

Εδώ όμως παραμονεύει και η ειρωνεία: ενώ επικρίνουν όσους μιλούν για ιστορικές κατασκευές, οι ελληνόφρονες κάνουν ανεπίγνωστα ακριβώς αυτό που καταδικάζουν, εφόσον η θεωρία τους εξουσιοδοτείται από μια στιγμή ιδεολογικής λήθης -δηλαδή, δεν ξεχνούν απλώς, αλλά ξεχνούν ότι ξεχάσαν-, για να μπορέσουν στη συνέχεια να ανακαλύψουν ως πραγματολογικό στοιχείο ό,τι έχουν οι ίδιοι κατασκευάσει: τον διαχρονικό Ελληνα ως ιστορικό υποκείμενο που δεν υπόκειται στην Ιστορία.

Όλο το άρθρο:
http://www.diamet.gr/sx_printText.asp?textID=3225

doctor

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου